Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Η Κυριακή Προσευχή

 Στα αραμαϊκά


ܐܒܘܢ ܕܒܫܡܝܐ

ܢܬܩܕܫ ܫܡܟ

ܬܐܬܐ ܡܠܟܘܬܟ

ܬܐܬܐ ܡܠܟܘܬܟ

ܐܝܟܢܐ ܕܒܫܡܝܐ ܐܦ ܒܪܥܐ

ܗܒ ܠܢ ܠܚܡܐ ܕܣܘܢܩܢܢ ܝܘܡܢܐ

ܘܫܒܘܩ ܠܢ ܚܘܒܝܢ ܘܚܬܗܝܢ

ܐܝܟܢܐ ܕܐܦ ܚܢܢ ܫܒܩܢ ܠܚܝܒܝܢ

ܠܐ ܬܥܠܢ ܠܢܣܝܘܢܐ

ܐܠܐ ܦܨܐ ܠܢ ܡܢ ܒܝܫܐ

ܡܛܠ ܕܕܠܟ ܗܝ ܡܠܟܘܬܐ

ܘܚܝܠܐ ܘܬܫܒܘܚܬܐ

ܠܥܠܡ ܥܠܡܝܢ

 
Υποδειγματική προσευχή ή Πάτερ Ημών ονομάζεται η προσευχή που παραδόθηκε από τον Ιησού Χριστό στους μαθητές του και αναφέρεται στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στο κεφάλαιο 6.9-13:
Η Κυριακή Προσευχή είναι δομημένη σε τρία μέρη. Η αρχική επίκληση ακολουθείται από τρία αιτήματα που αφορούν στον Θεό και η προσευχή κλείνει με τρία αιτήματα σχετικά με τους ανθρώπους που ζουν στην προσδοκία του Κράτους του Θεού. Έχει σαφή εσχατολογικό προσανατολισμό ωστόσο υπονοεί μια άμεση συνεργασία Θεού και ανθρώπων. Η Εκκλησία είδε πάντ οτε την Κυριακή Προσευχή ως την κατ’ εξοχή χριστιανική προσευχή. Ο Τερτυλιανός θεωρούσε την Κυριακή Προσευχή σαν μια επιτομή και σύνθεση τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης.
«Σε λίγες μόνο λέξεις, συνοψίζει τα ρητά των προφητών, τα ευαγγέλια, τους Απόστολους, τις ομιλίες, τις παραβολές, τα παραδείγματα και τα εντάλματα του Κυρίου και, συγχρόνως, εκπληρώνονται τόσο πολλές από τις ανάγκες μας. Στην επίκληση του Πατέρα, τιμάμε τον Θεό^ στο Όνομα υπάρχει η ομολογία της πίστης^ στο θέλημά Του είναι η προσφορά της υπακοής^ στη βασιλεία καταγράφεται η ελπίδα^ στο ψωμί βρίσκεται το αίτημα για ζωή^ στο αίτημα για συγχώρεση είναι η ομολογία των αμαρτιών^ στο αίτημα για προστασία είναι ο φόβος του πειρασμού. Γιατί απορούμε; Μόνο ο Θεός θα μπορούσε να μας διδάξει πώς θα ήθελε να προσευχόμαστε» (De Oratione 9,1-3).
Ι. Η αρχική επίκληση   «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς»
Λέγοντας «Πάτερ ημών», ο άνθρωπος αναγνωρίζει την πηγή του και απευθύνεται στην αγάπη Του. Τα περισσότερα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης αποδίδουν στον Γιαχβέ/Κύριο το όνομα «Πατέρας», στο οποίο ενυπάρχουν τα δύο συστατικά της πατρότητας (εξουσία και αγάπη). Ο Θεός παρουσιάζεται αρχικά ως Πατέρας του λαού Ισραήλ, επειδή τον δημιούργησε μέσω της εκλογής του Αβραάμ και της διαθήκης Του με αυτόν. Έτσι ο Ισραήλ έγινε ο πρωτότοκος του Θεού και συνεπώς ο λαός Του (Έξοδ. 4/δ/22-23, Δευτ. 32/λβ6-8). Ως «Πατέρας» του Ισραήλ είναι τρυφερός και στοργικός. Πάντα φιλεύσπλαχνος και πιστός τους περιβάλλει με αγάπη. «Καθώς σπλαχνίζεται ο πατήρ τα τέκνα, ούτως ο Κύριος σπλαχνίζεται τους φοβουμένους αυτόν» (Ψαλμ. 103/ργ/13, Ησ. 49/μθ/15. 66/ξς/15, Ψαλμ. 131/ρλα/2, Ωσηέ 11/ια/1-4,8). Δικαιούται συνεπώς το γόητρο και τη νόμιμη εξουσία που έχει ο πατέρας μιας οικογένειας, από τον οποίο εξαρτώνται και στον οποίο υποτάσσονται τα παιδιά, αποδίδοντας προσήκοντα σεβασμό και υπακοή (Ησ. 64/ξδ/4, 1/α/2, 30/λ/9, Μαλ. 1/α/6). Όμως η πατρική ιδιότητα του Θεού προβάλλεται στην Παλαιά Διαθήκη με ιδιαίτερο τρόπο αναφορικά με τον Μεσσία: «Αυτός θέλει κράξει προς εμέ, Πατήρ μου είσαι, Θεός μου, και πέτρα της σωτηρίας μου. Εγώ βεβαίως θέλω κάμει αυτόν πρωτότοκόν μου, ύψιστον επί τους βασιλείς της γης» (Ψαλμ. 89/πθ/27 Β~ Σαμ. 7/ζ/14 Ψαλμ. 2/β/7). Στην Καινή Διαθήκη η βιβλική αποκάλυψη φανερώνει νέες πτυχές καθώς ο Θεός προβάλλει ως ο Πατέρας του Ιησού Χριστού: Στα Ευαγγέλια η αυτοσυνειδησία του Ιησού ως Υιού είναι σαφέστατη (Λουκ. 2/β/49, Μάρκ. 13/ιγ/32). Επανηλειμμένα δήλωσε ότι από τον Πατέρα είχε σταλεί (Ιωάν. 3/γ/17,34, 5/ε/23,36,37, 6/ς/44,57 κ.λπ.) γι’ αυτό και η Επιστολή προς Εβραίους Τον ονομάζει «απόστολο», δηλ. αποσταλμένο (3/γ/1). Επίσης βεβαίωσε ότι το κήρυγμά Του ήταν λόγια του Πατέρα (Ιωάν. 3/γ/34 12/ιβ/49-50 14/ιδ/10) και η δράση Του απέβλεπε στην πραγματοποίηση του έργου του Πατέρα (Ιωάν. 5/ε/19,36 9/θ/4).[1]Και στις επιστολές είναι πολύ συχνές εκφράσεις όπως «ο πατέρας του Κυρίου μας Ιησούς Χριστού» και άλλες ανάλογες (Ρωμ. 15/ιε/6, Β~ Κορ. 1/α/3, 11/ια/31, Εφεσ. 1/α/13, Κολ. 1/α/3). Όλες οι προσευχές του Ιησού στα ευαγγέλια, από την χαρούμενη κραυγή (Ματθ. 11/ια/25-26) ως την επίκληση της αγωνίας στη Γεθσημανή (Ματθ. 26/κς/39,42), και ως την ικεσία από τον σταυρό (Λουκ. 23/κγ/34, 36), αρχίζουν με το «Πατέρα».[2] Στο δεύτερο Ευαγγέλιο ο Ιησούς απευθύνθηκε στον Θεό με την έκφραση «Αββά» (Mάρκ. 14/ιδ/16). Πρόκειται για μια αραμαϊκή λέξη στενής οικειότητας που χρησιμοποιούσαν τα παιδιά μόνο όταν απευθύνονταν στον πατέρα τους. (Χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα, όπως εμείς λέμε το «Μπαμπά»). Αποκαλώντας λοιπόν ο Ιησούς τον Θεό «Αββά», φανέρωσε τη μοναδική σχέση μεταξύ Τους, και εμφάνισε συγχρόνως την οικειότητα, την πίστη, τον σεβασμό και την ελεύθερη πρόσβαση που απολάμβανε. Καμία αρχαία εβραϊκή προσευχή, ούτε λειτουργική ούτε ιδιωτική, δεν είχε αποτολμήσει να απευθυνθεί στον Θεό ως «Αββά».[3] Εκτός του Ιησού Χριστού, ο Θεός είναι επίσης Πατέρας των Χριστιανών. Αυτό δεν αναφέρεται ως φυσικό επακόλουθο, αφού ο καθένας είναι πλάσμα του Θεού, αλλά ως δώρο που αποκτήσαμε χάρη στον Χριστό. Αν και εξαιτίας της αμαρτίας είχαμε αλλοτριωθεί από τον Θεό, μέσω της λύτρωσης γινόμαστε δεκτοί με υιοθεσία και ο Θεός τώρα μας προετοιμάζει για να μεταμορφωθούμε στην εικόνα του Υιού Του έτσι ώστε να γίνει Εκείνος ο πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών (Ρωμ. 8/η/29). Μας έχει διαλέξει μέσω του Ιησού Χριστού για να είμαστε τα υιοθετημένα παιδιά Του (Εφ. 1/α/6) και έχει δώσει στις καρδιές μας το Πνεύμα του Υιού Του που φωνάζει: «Αββά, ο Πατήρ» (Γαλ. 4/δ/6). Έτσι το Πνεύμα του Θεού συμμαρτυρεί με το δικό μας πνεύμα ότι είμαστε παιδιά του Θεού (Ρωμ. 8/η/16) και εμείς, που κατέχουμε την «απαρχή» (τα πρωτοκάρπια) του Πνεύματος, στενάζουμε μέσα μας, περιμένοντας πότε η υιοθεσία μας θα γίνει πλήρης και οριστική περιλαμβάνοντας και το σήμερα θνητό μας σώμα (Ρωμ. 8/η/23). (Βλέπε περισσότερα στο πρώτο άρθρο αυτού του τεύχους). Στο μεταξύ απολαμβάνουμε την θεία υιοθεσία μας μέσω της πίστης σε δηλώσεις του θείου λόγου όπως «Όσοι εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού» (Ιωάν. 1/α/12) και «Πάντες είσθε υιοί Θεού διά της πίστεως της εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3/γ/26).
2. «Ο εν τοις ουρανοίς»
Στα Ευαγγέλια, ο Ιησούς μιλά επανειλημμένα για «τον Πατέρα τον εν ουρανοίς» (Ματθ. 5/ε/16,45) και τον «Πατέρα τον ουράνιο» (Ματθ. 6/ς/14).Στην σκέψη του Ιησού και των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης ο «ουρανός» είναι ο θρόνος του Θεού (Ματθ. 5/ε/34), από όπου ακούστηκε η φωνή Του (Μάρκ. 1/α/11) και από όπου κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα (Μάρκ. 1/α/10 Πράξ. 1/α/12). Ο Ιησούς που ήταν στον ουρανό (Ιωάν. 6/ς/38) ανέβηκε ξανά εκεί (Πράξεις 1/α/10-11) από όπου μέλλει να κατέβει και πάλι μια ημέρα (Α~ Θεσ. 4/δ/16). Στενά ενωμένοι με τον Ιησού, τον μονογενή Υιό, όλοι οι μαθητές Του αποτελούν μια ενιαία οικογένεια από υιοθετημένα παιδιά του Θεού. Γι’ αυτό μπορούν κι αυτοί να απευθύνονται στον Θεό ως «Πατέρα» όλης της ανθρωπότητας την οποία Εκείνος τόσο αγαπά, και μέσα στην παντοδύναμη αγάπη Του σκύβει για να χορηγήσει στην ανθρωπότητα την υπερβατικότητά Του, που ανθρώπινα είναι αδύνατο να αποχτηθεί. Εκεί είναι η τελική τους πατρίδα (Φιλιπ. 3/γ/20), το σπίτι τους (Β~ Κορ. 5/ε/1), οι ευλογίες (Εφεσ. 1/α/3), οι ανταμοιβές (Ματθ. 5/ε/12), η ελπίδα (Κολ. 1/α/5) και η κληρονομιά τους (Α~ Πέτρ. 1/α/4). Με αυτό τον τρόπο ο ουρανός είναι μια θεία πραγματικότητα – και συχνά αντικαθιστά το όνομα του Θεού (Ματθ. 3/γ/2, 16/ις/1 κ.λπ.).
3. «Αγιασθήτω το όνομά Σου»
Έτσι ανοίγει η σειρά των τριών αιτημάτων που αναφέρονται στον Θεό. Η κτητική αντωνυμία σε δεύτερο ενικό πρόσωπο χρησιμοποιείται και στα τρία αυτά αιτήματα: το όνομα «Σου», η βασιλεία «Σου», το θέλημά «Σου». Αλλά δεν υπάρχει τρόπος οι άνθρωποι να επιτύχουν τέτοια κατορθώματα. Για τούτο τα αιτήματα αυτά πρέπει να νοηθούν με έναν τρόπο αυτοπαθητικό, όπου τα «αγιασθήτω», «ελθέτω» και «γενηθήτω», υπονοούν το «από Εσέ» και συνεπώς θα μπορούσαν να αποδοθούν ως «Αγίασε το όνομά Σου», «Έλα και βασίλεψε», «Εκτέλεσε το θέλημά Σου».
α) Το όνομα
Στους σημιτικούς λαούς το όνομα προσδιορίζει το άτομο, αναφερόμενο σε ιδιότητες που καθορίζουν την ποιότητα του ανθρώπου. Παρ’ όλο όμως που ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχουν πολλοί που δεν τιμούν το όνομά τους, ο Θεός ανταποκρίνεται πλήρως σε ό,τι υπονοείται από αυτό.
β) Πώς αγιάζεται το Όνομα του Θεού;
Σύμφωνα με τη Βίβλο το Όνομα του Θεού, ενώ μπορεί να ατιμάζεται μόνο από τον άνθρωπο, μπορεί να αγιάζεται από τον άνθρωπο αλλά και από τον ίδιο τον Θεό. Ο άνθρωπος αγιάζει το Όνομα του Θεού τηρώντας τις εντολές Του και το βεβηλώνει όταν τις παραβιάζει. Στο Λευιτικό λέει, «Θέλετε λοιπόν φυλάττει τας εντολάς μου, και θέλετε εκτελεί αυτάς. Εγώ είμαι ο Κύριος^ και δεν θέλετε βεβηλόνει το όνομα μου το άγιον^ αλλά θέλω αγιάζεσθαι μεταξύ των υιών Ισραήλ. Εγώ είμαι ο Κύριος, ο αγιάζων υμάς» (22/κβ/31-32). Σημειώστε τις δύο παράλληλες μορφές: την προοδευτική «θέλετε φυλάττει» και «είμαι άγιος»^ και την αντιθετική «θέλετε φυλάττει» και «δεν θέλετε βεβηλόνει». Παράλληλα ο Θεός αγιάζει το όνομά Του όταν τιμωρεί τους Ισραηλίτες που είναι ένοχοι για ειδωλολατρία αλλά και όταν τους απελευθερώνει ύστερα από τη μετάνοιά τους. (Έξοδ. 39/λθ/1-7). Τελικά όμως ο Θεός θα αγιάσει το όνομά Του με έναν ορισμένο και τέλειο τρόπο, όταν καθαρίσει τους Ισραηλίτες από τις αμαρτίες τους, δίνοντάς τους νέα καρδιά και νέο πνεύμα, έτσι ώστε να μπορούν να τηρήσουν τους νόμους Του (Έξοδ. 36/λς/22-28). Οι Χριστιανοί ξέρουμε ότι ο Θεός έχει αρχίσει ήδη αυτή την εσχατολογική εποχή επεμβαίνοντας σωτηριολογικά μέσω του Υιού και χαρίζοντάς μας το Άγιο Πνεύμα Του. Εμμένοντας σ’ αυτή την κλήση οι Χριστιανοί αγιάζουν το Όνομα του Θεού τηρώντας τους νόμους Του και αποδίδοντάς Του δόξα.

Ἁγιολόγιον - Σεπτέµβριος 29

Ὁ Ὅσιος Κυριακὸς ὁ Ἀναχωρητής
Ἦταν ἄνθρωπος ποὺ καλλιεργοῦσε «ὑποµονήν, πραότητα». Γι΄ αὐτὸ καὶ πέτυχε στὴν ἀσκητική του ζωή. Γεννήθηκε στὴν Κόρινθο τὸ 5ο αἰῶνα, ἀπὸ ἱερέα πατέρα, τὸν Ἰωάννη. Τὴ µητέρα του ἔλεγαν Εὐδοξία καὶ εἶχε ἀδελφὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Κορίνθου Πέτρο. Ἀπὸ ἱερατικό, λοιπόν, γένος ὁ Κυριακός, σὲ νεαρὴ ἡλικία πῆγε στὰ Ἱεροσόλυµα καὶ ἀπὸ κεῖ στὴ Λαύρα τοῦ Μεγάλου Εὐθυµίου. Ἐκεῖ, ὁ Μέγας Εὐθύµιος, τὸν ἔκανε µοναχὸ καὶ τὸν ἔστειλε στὸν ἀσκητὴ Γεράσιµο. Ὅταν πέθανε ὁ Γεράσιµος, ὁ Κυριακὸς ἐπέστρεψε στὴ Λαύρα τοῦ Εὐθυµίου, ὅπου µὲ ζῆλο καλλιεργοῦσε τὶς ἀρετές του, ὥσπου κάποια στάση ποὺ ἔγινε στὴ Λαύρα τοῦ Εὐθυµίου τὸν ἀνάγκασε νὰ πάει στὴ Λαύρα τοῦ Σουκᾶ. Ἐκεῖ 40 χρονῶν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐπιστασία τοῦ Σκευοφυλακίου. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν διέκρινε ἀπέναντι στοὺς συµµοναστές του, ἦταν ὁ γαλήνιος τρόπος µὲ τὸν ὁποῖο τοὺς ἀντιµετώπιζε, γι΄ αὐτὸ καὶ ἦταν παράδειγµα πρὸς µίµηση ἀπὸ ὅλους. Ἑβδοµήντα χρονῶν ὁ Κυριακὸς ἔφυγε κι ἀπὸ κεῖ καὶ µὲ ὑποµονὴ γύρισε πολλὰ µοναστήρια καὶ σκῆτες, ὅπου ἔζησε µὲ αὐστηρότατη ἄσκηση. Τελικά, πέθανε 107 χρονῶν, καὶ σὲ ὅλους ἔµεινε ἡ ἐνθύµηση τοῦ ἀσκητῆ, ποὺ ἔδειχνε «πραότητα πρὸς πάντας ἀνθρώπους», πραότητα, δηλαδή, σ΄ ὅλους ἀνεξαίρετα τοὺς ἀνθρώπους.
Οἱ Ἅγιοι 150 Μάρτυρες
Γνωρίζουµε µόνο ὅτι µαρτύρησαν στὴν Παλαιστίνη.
Οἱ Ἅγιοι Τρύφων, Τρόφιµος καὶ Δορυµέδων
Στοὺς Συναξαριστὲς ἀναφέρεται γι΄ αὐτοὺς µόνο ἡ φράση: «ἡ σύναξις τούτων τελεῖται πλησίον τῆς Ἁγίας Ἄννης ἐν τῷ Δευτέρῳ».
Ἡ Ἁγία Πετρωνία
Μαρτύρησε διὰ ξίφους. Ἐδῶ µερικοὶ Συναξαριστὲς ἀναφέρουν καὶ τὴν µνήµη τῆς Ὁσίας Ἀναστασίας τῆς ἀσκήτριας.
Ἡ Ἁγία Γουδελία (ἢ Γοβδελία)
Ἦταν Περσίδα χριστιανὴ ἀπόστολος, ποὺ κατάφερε νὰ φέρει πολλοὺς ἀπίστους στὸ δρόµο τῆς διὰ Χριστοῦ σωτηρίας. Ἔζησε τὸν τέταρτο µετὰ Χριστὸν αἰῶνα, ὅταν βασιλιὰς τῆς Περσίας ἦταν ὁ Σαπώρ. Ἐπειδὴ δυναµικὰ ἐκτελοῦσε τὸ ἱεραποστολικό της ἔργο, τὴν συνέλαβαν καὶ τὴν ἔκλεισαν γιὰ πολλὰ χρόνια στὴ φυλακή. Οἱ ἐκεῖ κακοπάθειές της ὑπῆρξαν φοβερές. Μόνο ἡ θεία χάρη τὴν ἐνίσχυσε, ὥστε νὰ κατανικήσει τὴν ὑγρασία, τὸ σκοτάδι καὶ τὶς συχνὲς στερήσεις καὶ αὐτοῦ τοῦ νεροῦ. Ἀλλ΄ ὅλα αὐτὰ τὰ µακροχρόνια βάσανα δὲν ἐλάττωσαν καθόλου τὴν φωτιὰ τῆς πίστης καὶ τὴν φλόγα τῆς γενναιότητάς της. Κατόπιν τῆς ἔγδαραν τὸ κεφάλι, χωρὶς νὰ ὑποκύψει ἡ καρτερία της. Τελικὰ πέθανε µὲ σταυρικὸ θάνατο.
(Νοµίζω πὼς ἐδῶ, µὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἔγινε σύγχυση µεταξὺ τῶν Συναξαριακῶν πηγῶν. Δηλαδή, ὁ παρακάτω Ἅγιος Γοβδελαᾶς ἔγινε, ἀπὸ λάθος ἀντιγραφές, Γουδελία ἢ Γοβδελία µὲ πανοµοιότυπη βιογραφία. Ἐνῷ ἄλλες πηγὲς ἀναφέρουν, ὅτι πράγµατι ὑπῆρξε µάρτυς Γουδελία, ποὺ µαρτύρησε διὰ ξίφους χωρὶς ἄλλα βιογραφικὰ στοιχεῖα, ποὺ ὅµως εἶναι περισσότερο πιθανὸ καὶ ἀποδεκτό).
Οἱ Ἅγιοι Γοβδελαάς, Δάδας, Κασδόος καὶ Κασδόα
Ὁ Γοβδελαᾶς ἦταν γιὸς τοῦ βασιλιᾶ τῶν Περσῶν Σαβωρίου. Ἦλθε στὴν Χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὸν Δᾴδα, ποὺ ἦταν µεγιστάνας καὶ εἶχε µεγάλα ἀξιώµατα στὴν αὐλὴ τοῦ παλατιοῦ τοῦ Σαβωρίου. Ὅταν ἔµαθε τὸ γεγονὸς ὁ Σαβώρ, συνέλαβε τὸν Δᾴδα καὶ τὸν γιό του Γοβδελαᾶ, καὶ τοὺς πρόσταξε νὰ θυσιάσουν στὸν θεὸ ἥλιο. Ἐπειδὴ ὅµως οἱ Ἅγιοι ἀρνήθηκαν, τὸν µὲν Δᾴδα τεµάχισε ζωντανὸ καὶ ἔτσι παρέδωσε τὸ πνεῦµα του στὸν Θεό, τὸν δὲ γιό του Γοβδελαᾶ ὑπέβαλε σὲ φρικτὰ καὶ βάρβαρα βασανιστήρια. Στὸ τέλος ἔγδαρε τὸ κεφάλι του, ἔκοψε τὰ µέλη του καὶ κέντησε τὸ σῶµα του µὲ µυτερὰ καλάµια. Ἔτσι παρέδωσε καὶ αὐτὸς τὴν µακάρια ψυχή του στὸν Θεό. Ὁ Κασδόος ἦταν συγγενὴς τοῦ βασιλιᾶ Σαβωρίου, καὶ ἐπειδὴ ἔγινε χριστιανὸς ὁ Σαβὼρ τὸν ἔγδαρε ζωντανὸ µὲ ξύλινο σπαθί. Ἡ Κασδόα ἦταν κόρη τοῦ βασιλιᾶ Σαβωρίου καὶ ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Γοβδελαᾶ. Αὐτὴ εἶχε ἐπισκεφθεῖ στὴ φυλακὴ τὸν ἀδελφό της, ὁ ὁποῖος κατάφερε καὶ τὴν ἔκανε χριστιανή. Ὅταν τὸ ἔµαθε καὶ αὐτὸ ὁ Σαβώρ, τὴν συνέλαβε καὶ ἐπειδὴ δὲν µπόρεσε νὰ µεταστρέψει τὸ φρόνηµά της τὴν βασάνισε σκληρὰ µέχρι θανάτου.
Ὁ Ἅγιος Μαλαχίας ὁ Νέος Ὁσιοµάρτυρας, ἀπὸ τὴν Ρόδο
Ἦταν γιὸς ἱερέα ἀπὸ τὴν Ρόδο. Κάποτε πῆγε στὰ Ἱεροσόλυµα καὶ συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὅτι ἔβρισε τὸν Μωάµεθ. Ἀµέσως συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὶς ἀρχές, ποὺ τὸν ἐκβίαζαν νὰ ἐξωµόσει. Ὁ Μαλαχίας ἔδειξε µεγάλο θάρρος, µὲ τὸ ὁποῖο ἐξήγειρε τὴν ὀργὴ τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ τὸν µαστίγωσαν, τρύπησαν τοὺς ἀστραγάλους του καὶ τὸν ἔδεσαν πίσω ἀπὸ ἕνα ἄγριο ἄλογο. Μετὰ ἀπὸ µία σειρὰ φρικτῶν βασανιστηρίων, ὁδηγήθηκε ὁ µάρτυρας ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ὅπου σουβλίστηκε καὶ κάηκε πάνω σὲ ἀναµµένη φωτιά. Ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὶς 29 Σεπτεµβρίου 1500.
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες «Οἱ ἐν Στροφάσιν ἀναιρεθέντες» τὸ 1530
Κανένας Συναξαριστὴς δὲν ἀναφέρει τὴν µνήµη τους. Μαθαίνουµε γι΄ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία τους, ποίηµα τοῦ Παχωµίου Ρουσσάνου, ποὺ δηµοσιεύτηκε µὲ τὸν τίτλο: «Ἀκολουθία ψαλλοµένη εἰς τοὺς ὁσίους πατέρας τοὺς ἐν Στροφάσιν ἀναιρεθέντες καὶ εἰς ἅπαντας τοὺς παραπλήσιον τέλος λαχόντας».
Οἱ Ἅγιοι Τρεῖς Νεοµάρτυρες ἐν τῷ Βραχωρίῳ Ἀγρινίου (+ 1786)
Ἡ ἡµεροµηνία τοῦ µαρτυρίου τους δὲν ἀναφέρεται πουθενά. Βλέπε σχετικῶς βιογραφικὸ σηµείωµα Α.Χ.Ε.Χ.
Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος τοῦ Ζαντόσκ (Ρῶσος)
Διὰ Χριστὸν σαλός.



Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Αγιολόγιον

Ὁ Ἅγιος Καλλίστρατος καὶ οἱ µαζὶ µ᾿ αὐτὸν µαρτυρήσαντες 49 Μάρτυρες
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καρχηδόνα. Οἱ γονεῖς του, καθὼς καὶ οἱ προγονοί του, ἦταν εὐσεβέστατοι χριστιανοί. Ὅταν µεγάλωσε ὁ Καλλίστρατος, κατατάχθηκε στὸ στρατὸ σὰ νεοσύλλεκτος. Ἡ «ὁµίχλη» τῆς σαρκολατρείας ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ στράτευµα δὲν ἐπηρέασε καθόλου τὸν Καλλίστρατο. Ἀντίθετα µάλιστα, καλλιέργησε ἀκόµα περισσότερο τὶς εὐσεβεῖς συνήθειές του. Μία ἀπ᾿ αὐτὲς ἦταν νὰ προσεύχεται κατὰ τὴν νύκτα. Αὐτὸ ὅταν τὸ εἶδαν οἱ συνάδελφοί του, τὸν κατήγγειλαν στὸ στρατηγὸ Περσεντίνο (287 µ.Χ.). Αὐτὸς ἀµέσως τὸν κάλεσε, καὶ ὅταν ἄκουσε καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο ὅτι εἶναι χριστιανός, διέταξε καὶ τὸν βασάνισαν σκληρά. Κατόπιν, ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν µέσα σ᾿ ἕνα σάκκο, τὸν ἔριξαν στὴ θάλασσα. Ἀλλὰ µὲ θαῦµα ὁ σάκκος σχίστηκε, καὶ δυὸ δελφίνια ἔφεραν σῶο καὶ ἀβλαβὴ τὸν Καλλίστρατο, στὴ στεριά. Τότε, 49 στρατιῶτες ποὺ εἶδαν τὸ γεγονὸς πίστεψαν στὸ Χριστό, καὶ ἀφοῦ ἔτρεξαν στὸν Καλλίστρατο, τοῦ εἶπαν: «Πράγµατι, εἴδαµε ὅτι ὑπάρχει στ᾿ ἀλήθεια καὶ εἶναι µεγάλος ὁ Θεός σου, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς θάλασσας ὑπερφυσικὰ σὲ ἔβγαλε. Θὰ µποροῦσε, ἄραγε, νὰ δεχθεῖ καὶ ἐµᾶς τοὺς εἰδωλολάτρες;». Ὁ Καλλίστρατος τοὺς ἀπάντησε: «Ὁ δικός µου Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐκείνους ποὺ ἔρχονται κοντά του δὲν τοὺς διώχνει. Διότι Ἐκείνου ὁ λόγος εἶναι: «Δεῦτε πρός µε πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισµένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑµᾶς». Τότε ὁ Καλλίστρατος κατήχησε ὅλους αὐτοὺς τοὺς στρατιῶτες µέσα στὴ φυλακή. Ὁ δὲ Περσεντίνος, ἐρχόµενος σὲ ἀδιέξοδο ἀπὸ τὴν πίστη τους, ὅλους τοὺς ἀποκεφάλισε.
Ἡ Ἁγία Ἐπίχαρις
Ἦταν ἀπὸ τὴν Ρώµη στὰ χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ (298) καὶ συνελήφθη ἐπειδὴ ἦταν χριστιανὴ ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Καισάριο. Ὁµολόγησε µὲ θάρρος τὸν Χριστὸ καὶ βασανίστηκε σκληρά. Συνέτριψαν τὰ µέλη της µὲ µολύβδινη σφαῖρα καὶ στὸ τέλος τὴν ἀποκεφάλισαν.
Ὁ Ὅσιος Ἰγνάτιος ἡγούµενος τῆς Μονῆς Σωτῆρος τῆς ἐπιλεγόµενης τοῦ Βαθέος Ρύακος
Καταγόταν ἀπὸ τὴν δεύτερη ἐπαρχία τῶν Καππαδοκῶν καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Νικηφόρου Β´ Φωκᾶ (963-969) καὶ Ἰωάννη Α´ Τσιµισκῆ (969-976). Ἀπὸ µικρὸς ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ καὶ πῆγε στὸ Μοναστήρι τοῦ Βαθέος Ρύακος (ἡ Μονὴ αὐτὴ βρισκόταν στὴν Τρίγλια κοντὰ στὰ σηµερινὰ Μουδανιὰ τῆς Μ. Ἀσίας). Ἐκεῖ ἔµαθε ὅλη τὴν ἀσκητικὴ ἀκρίβεια ἀπὸ τὸν Ὅσιο Βασίλειο (+ 1 Ἰουλίου), ἡγούµενο καὶ κτήτορα τῆς Μονῆς αὐτῆς. Ὁ Ἰγνάτιος, ἐπειδὴ ἔφτασε σὲ µεγάλα ὕψη ἀρετῆς, χειροτονήθηκε Ἀναγνώστης, κατόπιν Ὑποδιάκονος, Διάκονος καὶ Πρεσβύτερος. Ἔπειτα ἔγινε ἡγούµενος τῆς ἐν λόγῳ Μονῆς καὶ ἐπέφερε µεγάλη πρόοδο σ᾿ αὐτή, τόσο ὑλικὴ ὅσο καὶ πνευµατική. Ὅταν κάποτε οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντες θέλησαν νὰ µεταχειριστοῦν τὰ χρήµατα τῆς Μονῆς, ὁ Ἰγνάτιος µὲ τὴν ἀποφασιστική του στάση, προστάτευσε τὴν µοναστηριακὴ περιουσία. Ἀπεβίωσε στὸ δρόµο κοντὰ στὸ Ἀµόριο (κατ᾿ ἄλλους, ποὺ εἶναι καὶ τὸ πιθανότερο στὸ Ἀρµουτλῆ), ὅταν κάποτε ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μετὰ ἕνα χρόνο τὸ λείψανό του ἀνακοµίστηκε στὴν ἀγαπηµένη του Μονή, γιὰ τὴν ὁποία τόσο εἶχε µοχθήσει.
Οἱ Ἅγιοι Μᾶρκος, Ἀρίσταρχος καὶ Ζήνων οἱ Ἀπόστολοι
Ὁ Ἀρίσταρχος εἶχε τὴν µεγάλη τιµὴ νὰ χρηµατίσει συνεργάτης τοῦ ἀπ. Παύλου, (πρὸς Φιλήµ. α´, 23) καὶ συναιχµάλωτός του (Κολοσσ. δ´, 10). Κατόπιν διέπρεψε καὶ σὰν ἐπίσκοπος Ἀπαµείας στὴ Συρία. Ὁ Μᾶρκος, ποὺ δὲν εἶναι βέβαια ὁ Εὐαγγελιστής, χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Βύβλου καὶ ἔδρασε ἀποστολικά. Ὅπως µάλιστα τοῦ Πέτρου (Πράξ. ε´, 15), ἔτσι καὶ αὐτοῦ ἡ σκιὰ µόνη ὅταν ἔπεφτε στοὺς ἀσθενεῖς τοὺς θεράπευε. Ὁ Ζήνων εἶναι ὁ ἴδιος µε τὸν νοµικὸ Ζηνᾶ, ποὺ σὰ γνήσιος καὶ εὐδόκιµος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, βοήθησε γι᾿ αὐτὸ καὶ στὴν Κρήτη µαζὶ µὲ τὸν Ἀπολλώ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τόσο συγκινητικὰ καὶ φιλόστοργα συνιστᾷ στὸν Τίτο, νὰ τοὺς φροντίσει τόσο πολύ, ὥστε νὰ µὴ τοὺς λείψει τίποτα (Τίτ. γ´. 13). Ὁ Ζήνων, διέπρεψε καὶ σὰν ἐπίσκοπος Διοσπόλεως.
Οἱ Ἅγιοι Φιλήµων ὁ Ἐπίσκοπος καὶ Φουρτουνιανός
Γιὰ τὴν ζωή τους δὲν βρίσκουµε κανένα στοιχεῖο στοὺς Συναξαριστές.
Ἡ Ἁγία Γαϊανή
Στοὺς Συναξαριστὲς δὲν ὑπάρχει κανένα βιογραφικό της στοιχεῖο, µόνο ἡ φράση «τὰ νῶτα φλεχθεῖσα τελειοῦται». (Ἄλλες πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι µαρτύρησε µετὰ τῆς Ἁγίας Ἐπιχάρεως).
Οἱ Ἅγιοι 15 Μάρτυρες
Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ µαρτύρησαν µὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ἀφοῦ τοὺς ἔβαλαν µέσα σ᾿ ἕνα πλοῖο καὶ ξανοίχτηκαν στὴ θάλασσα, κατόπιν οἱ εἰδωλολάτρες τρύπησαν τὸ πλοῖο µὲ ἀποτέλεσµα νὰ πνίγουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι αὐτοί.
Ἡ Ἁγία Ἀκυλίνα
Καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ζαγκλιβέρι τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας της ὅµως σκότωσε ἕνα Τοῦρκο, µετὰ ἀπὸ φιλονικία µαζί του. Γιὰ ν᾿ ἀποφύγει τὴν τιµωρία τοῦ θανάτου, δέχτηκε τὸν µουσουλµανισµό. Ἀλλ᾿ ἡ µητέρα της ἔµεινε σταθερὴ στὸν Χριστὸ καὶ κάθε µέρα δίδασκε στὴν Ἀκυλίνα τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν πίστη. Παρὰ τὶς ἐπίµονες προσπάθειες τοῦ πατέρα της καὶ τὶς ἀπειλὲς τῶν Τούρκων, ἡ Ἀκυλίνα δὲν ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Ὅταν τὴν ὁδηγοῦσαν στὸ µαρτύριο τὴν ἀκολουθοῦσε καὶ ἡ µητέρα της, ποὺ τὴν παρότρυνε σ᾿ αὐτό. Ἡ Ἀκυλίνα ἤλεγχε µὲ θάρρος τοὺς Τούρκους καὶ τὴν θρησκεία τους, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ πεθάνει µαρτυρικά, µετὰ ἀπὸ πολυήµερο ραβδισµό, στὶς 27 Σεπτεµβρίου 1764.
Ὁ Ὅσιος Σαββάτιος « ὁ ἐν Σολοβέτσκῃ» (Ρῶσος)
Ἀνάµνησις τοῦ ὀράµατος καὶ τῆς ἀφωνίας τοῦ προφήτου Ζαχαρίου
(Ἡ µνήµη αὐτὴ βρίσκεται στὸ Ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο (σ. 112)

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Προσκομιδή

Δια την τέλεση της θ.Λειτουργίας οι πιστοί προσφέρουμε στο Θεό ψωμί που λέγεται πρόσφορο και κρασί. Τα προϊόντα αυτά φαίνονται ασήμαντα. Όμως αποτελούν τα γεννήματα των κόπων του ανθρώπου και συμβολίζουν τη ζωή μας, που προσφέρουμε στο Θεό, ως δώρο ευχαριστίας. Για να το κατανοήσουμε αυτό ας σκεφθούμε πως φτιάχνεται το ψωμί και το κρασί. Για το πρώτο αναμιγνύουμε αλεύρι, νερό, αλάτι και ΄΄ζύμη΄΄ ( μαγιά ή προζύμι ). Η ζύμη προκαλεί τη ΄΄ζύμωση΄΄, μια χημική διεργασία που κάνει το ζυμάρι να φουσκώνει και το δεύτερο παρασκευάζεται με παρόμοιο τρόπο. Ο μούστος του σταφυλιού μετατρέπεται με την αλκοολική ζύμωση, σε κρασί. Αυτά τα δύο προϊόντα ανέκαθεν αποτελούσαν βασικά στοιχεία της διατροφής του ανθρώπου. Όταν λαμβάνουμε ως τροφή το ψωμί και το κρασί, απορροφώνται από τα όργανα του σώματος και μεταβάλλονται σε αίμα και σάρκα. Χωρίς την τροφή δεν μπορούμε να ζήσουμε. Γι' αυτό το λόγο το ψωμί και το κρασί χρησιμοποιούνται ως σύμβολα της προσφοράς μας στο Θεό, γιατί προσφέροντάς τα, είναι σαν να προσφέρουμε σ' Αυτόν τη ζωή μας. Μέσα στη θ.Λειτουργία τα απλά αυτά είδη της διατροφής μας, με την παρουσία της χάρης του Αγ.Πνεύματος, μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα του Χριστού. Και όταν κοινωνούμε λαμβάνουμε μέσα μας τον ίδιο το Χριστό, την ουράνια τροφή, που χαρίζει την Αιώνια Ζωή.
Το πρόσφορο έχει σχήμα στρογγυλό και φέρνει στο κέντρο κυκλική σφραγίδα με σχήματα σε σχήμα σταυρού. Στο κέντρο του βρίσκεται ένα τετράγωνο που γράφει Ιησούς Χριστός Νικά. Ονομάζεται ΄΄αμνός΄΄ ( πρόβατο ) και το αποχωρίζει ο ιερέας σε σχήμα κύβου από το πρόσφορο, κατά την ΄΄Προσκομιδή΄΄ ( δηλ. την προετοιμασία των τίμιων δώρων για την τέλεση της θ.Λειτουργίας ). Το τοποθετεί πάνω στο άγιο Δισκάριο και αυτό το κομμάτι του ψωμιού θα γίνει το Σώμα του Χριστού μέσα στη θ.Λειτουργία. Αριστερά βρίσκεται ένα τριγωνικό κομμάτι μέσα στο οποίο διακρίνονται τα γράμματα Μ, Θ ( Μήτηρ Θεού ) και συμβολίζει την Παναγία. Δεξιά βρίσκεται ένα τετράγωνο κομμάτι που περικλείει 9 τρίγωνα. Αυτά συμβολίζουν τις 9 τάξεις των Αγγέλων και των Αγίων. Και τα δύο αυτά κομμάτια τα αποχωρίζει ο ιερέας από το πρόσφορο κατά την Προσκομιδή και τα τοποθετεί με αντίστοιχο τρόπο πάνω στο άγιο Δισκάριο. Το υπόλοιπο πρόσφορο κόβεται σε μικρά κομμάτια και διανέμεται ως ΄΄αντίδωρο΄΄ στους πιστούς στο τέλος της θ. Λειτουργίας. Με την προσφορά του Άρτου στη θ. Λειτουργία συμμετέχουμε κι εμείς ουσιαστικά σ' αυτήν. Αξιωνόμαστε από τους κόπους των χεριών μας να γίνει ο ίδιος ο Χριστός. Είναι παλιά παράδοση της Εκκλησίας το πρόσφορο να ζυμώνεται στο σπίτι. Όχι μαζί με το συνηθισμένο ψωμί αλλά χωριστά. Με ιδιαίτερη φροντίδα και προσευχή. Μόνον έτσι η προσφορά μας είναι αποτέλεσμα και του προσωπικού μας κόπου. Μόνον έτσι αυτό το μικρό υλικό δώρο, γίνεται έκφραση της αγάπης μας προς το Θεό. Για να προσφέρουμε τα δώρα μας στο Θεό και να γίνουν αποδεκτά απ' Αυτόν, χρειάζονται κάποιες προϋποθέσεις. Πριν από κάθε υλικό δώρο μας προς την εκκλησία, ο Χριστός ζητάει την ειλικρινή Μετάνοιά μας. Ζητάει προσφορά της καρδιάς. Ζητάει καθαρή καρδιά, γεμάτη αγάπη και καλοσύνη, προς όλους. Ακόμα και στους εχθρούς μας. Γι' αυτό ο ίδιος είπε:
'' Όταν προσφέρεις το δώρο σου στο Ναό, κι εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, γύρισε αμέσως πίσω. Πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου και ύστερα έλα να προσφέρεις το δώρο σου΄΄ ( Ματθ. 5, 23 - 24 )

Μετάστασις Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου

    Ο Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής του Ιησού, ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης και νεώτερος αδελφός του αποστόλου Ιακώβου. Γεννήθηκε στη Γαλιλαία και δεν μορφώθηκε καθώς από μικρός βοηθούσε τον πατέρα του που ήταν ψαράς. Στην αρχή έγινε μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και αμέσως μόλις γνώρισε τον Ιησού έγινε μαθητής του μαζί με τον αδερφό του τον Ιάκωβο. Eίναι ο Ευαγγελιστής της αγάπης. Όχι μόνο γιατί αναφέρεται συνεχώς στα κείμενα του στη αγάπη, αλλά κυρίως γιατί την βίωνε και την εξέφραζε. Αγαπούσε πολύ τον Διδάσκαλό του. Τον ακολούθησε και στις πιο δύσκολες ώρες της επίγειας ζωής Του. Όταν οι άλλοι μαθητές ήταν κρυμμένοι «διά τον φόβον των Ιουδαίων», αυτός ήταν παρών στην σύλληψή Του, στην δίκη και στον Γολγοθά, όπου κάτω από τον Σταυρό στις κρίσιμες εκείνες στιγμές του εμπιστεύθηκε ο Χριστός την μητέρα Του. Και αυτός τίμησε την επιθυμία του Κυρίου και μέχρι την Κοίμηση της την φρόντιζε ως αληθινή του μητέρα. Μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τον Πέτρο αποτελούσαν την τριάδα τον μαθητών που είχε μαζί του ο Χριστός στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, στο όρος Θαβώρ, όπου «μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών», καθώς και στην Γεσθημανή, όπου προσευχήθηκε πριν από το πάθος Του. Ο Ιωάννης είναι ο συγγραφέας του 4ου κατά σειρά Ευαγγελίου στην Καινή Διαθήκη, το θεολογικότερο όλων και θεωρούμενο ως Ευαγγέλιο της αγάπης, καθώς επίσης τριών Καθολικών Επιστολών και της Αποκάλυψης. Τη ζωή του κοντά στον Κύριο τη γνωρίζουμε μέσα από τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Ο Ιωάννης συνέχισε έντονα την δράση του και μετά την Ανάληψη του Κυρίου. Αυτός και ο Πέτρος ήταν οι πρώτοι που κήρυξαν μετά την επιφοίτηση του Αγ. Πνεύματος σε όλο τον κόσμο το λόγο του Κυρίου. O Ιωάννης κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία, και ιδιαίτερα στην Έφεσο. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Δομετιανού βασανίστηκε και εξορίστηκε στη Πάτμο, όπου έγραψε την Αποκάλυψη. Σε μεγάλη ηλικία ξαναγύρισε στην Έφεσσο όπου συνέγραψε το ευαγγέλιο του. O Ἰωάννης δὲν πέθανε, ἀλλὰ μετατέθηκε στὴν ἄλλη ζωή, ὅπως ὁ Ἐνὼχ καὶ ὁ Ἠλίας. Ἀφορμὴ γι' αὐτὴ τὴν ἄποψη ἔδωσε τὸ γνωστὸ εὐαγγελικὸ χωρίο, Ἰωάννου κα’ 22. Ὅμως, ὁ ἀμέσως ἑπόμενος στίχος κα’ 23 διευκρινίζει τὰ πράγματα.Ἡ παράδοση ποὺ ἀσπάσθηκε ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ ἕξης: Ὁ Ἰωάννης σὲ βαθειὰ γεράματα πέθανε στὴν Ἔφεσο καὶ τάφηκε ἔξω ἀπ’ αὐτήν. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες, ὅταν οἱ μαθητὲς του ἐπισκέφθηκαν τὸν τάφο, βρῆκαν αὐτὸν κενό.Ἡ Ἐκκλησία, δέχεται ὅτι στὸν ἀγαπημένο μαθητὴ τοῦ Κυρίου συνέβη ὅτι καὶ μὲ τὴν Παναγία μητέρα Του. Δηλαδή, ὁ Ἰωάννης ναὶ μὲν πέθανε καὶ ἐτάφη, ἀλλὰ μετὰ τρεῖς ἡμέρες ἀναστήθηκε καὶ μετέστη στὴν αἰώνια ζωή, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος, νὰ τί λέει σχετικά: «Ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴν ζωήν, ὁ μὴ ἔχων τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὴν ζωὴν οὐκ ἔχει». Ἐκεῖνος, δηλαδή, ποὺ εἶναι ἑνωμένος μέσῳ τῆς πίστης μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἔχει δικό του, ἔχει τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή. Ἐκεῖνος, ὅμως, ποὺ δὲν ἔχει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ ἔχει ὑπ’ ὄψιν του πὼς δὲν ἔχει καὶ τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.
Ἀπόστολε Χριστῷ τῷ Θεῷ ἠγαπημένε, ἐπιτάχυνον ῥῦσαι λαὸν ἀναπολόγητον· δέχεταί σε προσπίπτοντα, ὁ ἐπιπεσόντα τῷ στήθει καταδεξάμενος· ὃν ἱκέτευε Θεολόγε, καὶ ἐπίμονον νέφος ἐθνῶν διασκεδάσαι, αἰτούμενος ἡμῖν εἰρήνην καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀγάπης ὡς ἔμπλεως, τοῦ διδασκάλου Χριστοῦ, τῷ στήθει ἀνέπεσας, καὶ ἐμυήθης σαφῶς, τὴν γνῶσιν τὴν ἄρρητον. Ὅθεν θεολογίας, θεῖον ὄργανον ὤφθης, Ἀπόστολε Ἰωάννη, καὶ φωστὴρ εὐσεβείας· διὸ Εὐαγγελιστά σε, πόθῳ γεραίρομεν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’.
Τὰ μεγαλεῖά σου Παρθένε τὶς διηγήσεται; βρύεις γὰρ θαύματα, καὶ πηγάζεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ὡς Θεολόγος καὶ φίλος Χριστοῦ.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Προσελθὼν Ἀπόστολε, τοῦ Διδασκάλου τῷ στήθει, ἐξ αὐτοῦ ἀντλήσας δέ, θεολογίας τὰ ῥεῖθρα, ἅπασαν, τὴν οἰκουμένην τερπνῶς ἀρδεύεις, νάμασι, τοῖς ζωηφόροις καὶ ἀθανάτοις· διὸ χαῖρέ σοι βοῶμεν, ὦ Ἰωάννη, θεολογίας πηγή.
Μεγαλυνάριον.
Ὡς ἠγαπημένος τῷ Ἰησοῦ, τῆς θεολογίας, ἐμυήθης τὸν θησαυρόν· ὅθεν Ἰωάννη, Ἀπόστολον θεόπτην, καὶ μύστην τῶν ἀρρήτων, σὲ μεγαλύνομεν.

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

H Λόγχη κειμήλιo τοῦ Χριστιανισμοῦ

    Ἕνα ἀπό τά πλέον σημαντικά κειμήλια τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀντικείμενο πού σχετίζεται μέ τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καί ἡ Λόγχη μέ τήν ὁποία κατά τήν Εὐαγγελική μαρτυρία ἕνας τῶν στρατιωτῶν ἔνυξε τήν πλευρά τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. ΙΘ’ 34 καί Κ’ 25, 27). Τοῦ κειμηλίου αὐτοῦ διασώζονται oi παρακάτω δύο ἐκδοχές:

       1. Ἡ Λόγχη τοῦ ἁγ. Λογγίνου.
     Ἡ πρώτη ἐκδοχή τῆς Λόγχης συνδέεται μέ τό πρόσωπο τοῦ ἁγ. Λογγίνου τοῦ Ἑκατοκτάρχου. Ἡ Γραφή δέν διέσωσε τό ὄνομα τοῦ στρατιώτη ποῦ ἔνυξε τήν πλευρά τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά παράδοση βασιζόμενη στό Εὐαγγέλιο τοῦ Νικοδήμου τόν ταυτίζει μέ τόν ἔπειτα Μάρτυρα Ἑκατόνταρχο Λογγῖνο. Ἡ παράδοση αὐτή ἐνισχύεται καί ἀπό μικρογραφία στό λεγόμενο Εὐαγγέλιο τοῦ Ραβουλᾶ, στήν ὁποία εἰκονίζεται ἡ σκηνή καί πάνω ἀπό τόν στρατιώτη ὑπάρχει τό ὄνομα Λογγῖνος. (Ὁ Ραβουλᾶς ἦταν μοναχός καί κατ’ ἄλλους Ἐπίσκοπος στή Συρία κατά τόν 5ο ἤ 6ο αἰ. Τό Εὐαγγέλιό του φυλάσσεται στή Βιβλιοθήκη τῆς Φλωρεντίας). Στό σημεῖο αὐτό δέν πρέπει νά παραβλεφθεῖ ὁ γραμματολογικός συσχετισμός τῶν ὀνομάτων Λογγῖνος καί Λόγχη: Longinus - logche - lance.
Στήν ἱστορική πορεία, μετά ἀπό σιωπή περίπου 200 ἐτῶν, ἡ Λόγχη συνδέεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Μάρτυρος Μαυρικίου τοῦ Ἑκατοντάρχου
Κατά τόν 4ο αἰ. ἡ Λόγχη βρέθηκε ἀπό τήν ἁγ. Ἰσαπόστολο Ἑλένη στά Ἱεροσόλυμα, κατά τήν ἀνασκαφή τοῦ τόπου μαρτυρίου καί ταφῆς τοῦ Χριστοῦ. Τό 570 ὁ Δυτικός Ἐπίσκοπος Πιασέτζας ἅγ. Ἀντώνιος πού ἐπισκέφθηκε τά Ἱεροσόλυμα, ἀναφέρει ὅτι προσκύνησε μεταξύ ἄλλων καί τήν Λόγχη. Ἡ πληροφορία αὐτή ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τόν Ἱστορικό Κασσιόδωρο (490 – 538) καί τόν ἅγ. Γρηγόριο Ἐπίσκοπο Τουρώνης (538 – 594), οἱ ὁποῖοι ἐπισκέφθηκαν τά Ἱεροσόλυμα στίς ἀρχές τοῦ 6ου αἰ.
Τό 615, κατά τήν εἰσβολή τῶν Περσῶν στήν Παλαιστίνη, ἡ Λόγχη ἀπείχθηκε μαζί μέ τόν Τίμιο Σταυρό στήν Περσική πρωτεύουσα. Δέν εἶναι γνωστό πότε ἡ Λόγχη διαιρέθηκε σέ δύο τμήματα, τό ἴδιο ἔτος ὅμως 615, ὅπως μαρτυρεῖ τό Πασχάλιο Χρονικό (Βυζαντινό Χρονικό πού καλύπτει τήν περίοδο ἀπό κτήσεως Ἀδάμ μέχρι τό 627), οἱ Πέρσες ἔδωσαν στό Βυζαντινό Στρατηγό Νικήτα τό μικρότερο, τό μεταλλικό τμῆμα τῆς Λόγχης. Τό τμῆμα αὐτό μεταφέρθηκε στήν ΚΠολη καί κατατέθηκε στήν Ἁγία Σοφία. Τό τμῆμα αὐτό τό 1244 δόθηκε ἀπό τόν Λατίνο Αὐτοκράτορα τῆς ΚΠόλεως Βαλδουϊνο Β΄ (1217 – 1273), στό Γάλλο Βασιλιά Λουδοβίκο Θ’ (1215 – 1270), ὁ ὁποῖος τήν κατέθεσε στό Ἱερό Παρεκκλήσιο τοῦ Παρισιοῦ (Sainte Shapelle).
Μετά τήν νίκη τοῦ Αὐτοκράτορα Ἡράκλειου ἐπί τῶν Περσῶν, τό μεγάλο, τό ξύλινο τμῆμα τῆς Λόγχης κατατέθηκε στό Ναό τῆς Ἀναστάσεως τῶν Ἱεροσολύμων. Μαρτυρίες προσκυνητῶν (ὅπως τοῦ Ἐπισκόπου Ἀρκούλπου, τό 670), ἐνισχύουν τήν ἄποψη αὐτή. Γιά τήν τύχη τοῦ μεγάλου αὐτοῦ τμήματος τῆς Λόγχης ὑπάρχουν δύο ἐκδοχές: Σύμφωνα μέ τήν πρώτη, πού ὑποστηρίζουν πολλοί μελετητές, μεταφέρθηκε τόν 8ο αἰ. στήν ΚΠολη, πιθανῶς γιά νά προστατευθεῖ ἀπό ἐνδεχόμενη βλάβη ἤ ἀπώλειά της ἀπό τούς Μουσουλμάνους κατακτητές τῆς Παλαιστίνης. Σύμφωνα μέ τήν δεύτερη ἐκδοχή τό τμῆμα αὐτό ἐνταφιάστηκε στόν Καθεδρικό Ναό τοῦ ἁγ. Ἀνδρέα τῆς Ἀντιόχειας, ὅπου ἀνακαλύφθηκε τό 1098 κατά τήν διάρκεια τῆς Α’ Σταυροφορίας, μετά ἀπό ὅραμα τοῦ Σταυροφόρου Μοναχοῦ Πέτρου Βαρθολομαίου. Τό τμῆμα αὐτό ἀνακαλύφθηκε ἀπό τόν Κόμη Ραϋμόνδο Δ’ τῆς Τουλούζης καί τόν χρονικογράφο τῆς Σταυροφορίας Ραϋμόνδο τῆς Ἀκυλίας. Παραδόξως τό τμῆμα αὐτό δέν κατέλειξε στή Δύση, ἀλλά στήν ΚΠολη, ὅπου τό 1357 ὁ Ἰωάννης Ντί Μαντεβίλ (1322 – 1372) καταγράφει ὅτι τό προσκύνησε. Τό 1492 ὁ Σουλτάνος Βαγιαζίτ Β’ πρόσφερε τό τμῆμα αὐτό στόν Πάπα Ἰννοκέντιο Η’ (1484 – 1492).
Ἡ γνησιότητα τῶν δύο κειμηλίων ἀπασχόλησε τό Βατικανό γιά πολύ, μέχρις ὅτου ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΔ’ (1740 -1758) πέτυχε τήν σύγκριση τῶν δύο τμημάτων (Παρισίων καί Ρώμης), μέ τήν ὁποία ἀποδείχθηκε ὅτι ἀποτελοῦσαν ἐνιαῖο ἀντικείμενο. Σήμερα τό μεγάλο τμῆμα τῆς Λόγχης, τό ξύλινο, φυλάσσεται κατατεθημένο στήν Ἁγία Τράπεζα τῆς Βασιλικῆς τοῦ ἁγ. Πέτρου Ρώμης. Κατά τήν Γαλλική Ἐπανάσταση τό μεταλλικό τμῆμα μεταφέρθηκε γιά ἀσφάλεια στήν Ἐθνική Βιβλιοθήκη τῶν Παρισίων.
      Β. Ἡ Λόγχη τοῦ ἁγ. Μαυρικίου.
      Μετά τό μαρτύριο τοῦ ἁγ. Λογγίνου καί γιά 200 περίπου χρόνια, δέν ὑπάρχουν πληροφορίες γιά τήν τύχη τῆς Λόγχης. Στά τέλη τοῦ 3ου αἰ. (κατά τόν ἅγ. Εὐχέριο Ἐπίσκοπο Λυών, 5ος αἰ.), ἡ Λόγχη βρέθηκε στήν κατοχή τοῦ Ἑκατοντάρχου ἁγ. Μαυρικίου, διοικητή τῆς περίφημης Θηβαϊκῆς Λεγεώνας. Ἡ λεγεώνα αὐτή τῶν 6. 600 Χριστιανῶν στρατιωτῶν, διατάχθηκε νά μετακινηθεῖ ἀπό τήν Αἴγυπτο στή Γαλατία, γιά νά καταστείλει μία ἐξέγερση στή Βουργουνδία, τό 286. Μετά τήν νίκη τῶν Ρωμαϊκῶν στρατευμάτων ὁ Αὐτοκράτορας Μαξιμιανός διέταξε τήν τέλεση θυσιῶν, στίς ὁποίες ἀρνήθηκαν νά συμμετάσχουν οἱ Χριστιανοί στρατιῶτες καί ὁ διοικητής τους Μαυρίκιος, μέ ἀποτέλεσμα νά θανατωθοῦν τήν 22α Σεπτεμβρίου 286 στήν πόλη Ἄγαυνο – Aguanum τῆς σημερινῆς Ἐλβετίας (σήμερα Saint Moritz καί Saint Maurice en Valais).
Ἡ Λόγχη αὐτή ἐμφανίζεται στήν Εὐρώπη κατά τόν 10ο αἰ., σάν κειμήλιο τῶν Γερμανῶν Αὐτοκρατόρων τῆς Ἁγίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Μάλιστα ὁ Πάπας Ἰωάννης ΙΒ’ (955 – 964) τήν χρησιμοποίησε γιά τήν στέψη τοῦ Αὐτοκράτορα Ὄθωνα Α’ τοῦ Μεγάλου (912 – 973). Τό 1273 ἡ Λόγχη χρησιμοποιήθηκε στή στέψη τοῦ πρώτου Ἀψβούργου Ἡγεμόνα , τοῦ Δούκα τῆς Αὐστρίας Ροδόλφου Α’ (1273 – 1291). Τό 1424 ὁ Γερμανός Αὐτοκράτορας Σιγισμούνδος (1410 – 1437), κατέθεσε τήν Λόγχη στό Αὐτοκρατορικό Θησαυροφυλάκιο τῆς Νυρεμβέργης, στή συλλογή τῶν Αὐτοκρατορικῶν Ἐμβλημάτων (Reichskleinodien). Ἡ Συλλογή μεταξύ ἄλλων περιλαμβάνει τό Στέμμα, τό Σκήπτρο καί τό Ξίφος τοῦ Καρλο-μάγνου.
Ὅταν τήν Ἄνοιξη τοῦ 1796 οἱ Γάλλοι ὑπό τόν Ναπολέοντα πλησίαζαν τήν Νυρεμβέργη, ἡ Συλλογή μετακινήθηκε στή Βιέννη καί ἡ προστασία της ἀνατέθηκε στό Βαρώνο Κάρολο Von Hugel (1795 - 1870), ὁ ὁποῖος ὅμως ἀντί νά τήν ἐπιστρέψει μετά τό πέρας τοῦ πολέμου, τήν πούλησε μετά τήν διάλυση τῆς Ἁγίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (1806) στούς Ἀψβούργους τῆς Αὐστρίας. Ἔκτοτε ἡ Λόγχη διαφυλάχθηκε στό Αὐτοκρατορικό Θησαυροφυλάκιο τῶν Ἀνακτόρων Χόφμπουργκ τῆς Βιέννης (ἀπό τό 1912 Μουσεῖο).
 Μέ τήν Λόγχη τοῦ ἁγ. Μαυρικίου συνδέονται πολλές παραδόσεις ἀποκρυφιστικοῦ ἐνδιαφέροντος. Σύμφωνα μέ τήν ἐπικρατέστερη παράδοση – δοξασία, ὁ κάτοχος τῆς Λόγχης θά ἀποκτοῦσε μεγάλη πολιτική καί στρατιωτική δύναμη καί ὅταν τήν ἔχανε θά πέθαινε ἀπό αἰφνίδιο θάνατο.
Σύμφωνα μέ ἀποκρυφιστικές πηγές ἡ Λόγχη κατασκευάστηκε ἀπό τόν Ἑβραῖο Φινεές, πολλούς αἰῶνες πρό Χριστοῦ. Μάλιστα ὁ Ἰησούς τοῦ Ναυή τήν χρησιμοποιοῦσε κατά τούς πολέμους του. Στούς κατόχους τῆς Λόγχης πρίν τήν Σταύρωση περιλαμβάνονται ὁ Δαβίδ (στήν πάλη του μέ τόν Γολιάθ) καί ὁ Ἡρώδης ὁ Μέγας. Μετά τήν Σταύρωση καί τόν Ἑκατόνταρχο Λογγῖνο κάτοχοι τῆς Λόγχης θεωροῦνται ἀπό τούς Ρωμαίους – Βυζαντινούς Αὐτοκράτορες ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος (ὁ ὁποῖος τήν χρησιμοποίησε γιά νά ἐπιβληθεῖ τῶν ἀντιπάλων του), ὁ Μέγας Θεοδόσιος (379 – 395, ὁ ὁποῖος καθιέρωσε τόν Χριστιανισμό σάν ἐπίσημη θρησκεία τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους) καί ὁ Ἰουστινιανός (λέγεται ὅτι τήν κρατοῦσε στό χέρι του ὅταν διέταξε τό κλείσιμο τῶν Φιλοσοφικῶν Σχολῶν τῶν Ἀθηνῶν), ἀπό δέ τούς Εὐρωπαίους Ἡγέτες ὁ Γότθος Ἀλλάριχος (370 – 410, πού ἅλωσε τήν Ρώμη), ὁ Θεοδώριχος Α’ (419 – 451, ὁ ὁποῖος σταμάτησε τούς Οὔνους τοῦ Ἀττίλα), ὁ Φράγκος Βασιλιάς Κάρολος Μάρτελος (689 – 741, πού σταμάτησε τούς Ἄραβες στή Μάχη τοῦ Πουατιέ, τό 732), ὁ πρῶτος Αὐτοκράτορας τῆς Ἁγίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους Κάρολος ὁ Μέγας (Καρλομάγνος, 742 – 814, πού νίκησε σέ 47 μάχες κρατῶντας τήν Λόγχη, ἀλλά πέθανε ἀπό ἀτύχημα μόλις τήν ἔχασε) καί οἱ διάδοχοί του Φρειδερίκος Α’ Μπαρπαρόσσα (1152 – 1190, ὁ ὁποῖος πέθανε λίγο μετά ἀφότου ἔχασε τήν Λόγχη) καί Φρειδερίκος Β’ (1212 – 1250). Ὑποστηρίζεται ἀκόμη, ὅτι τήν Λόγχη διεκδίκισε μετά τήν Μάχη τοῦ Ἀούστερλιτς (1805) καί ὁ Μέγας Ναπολέων.
 Λέγεται, ὅτι ἡ Λόγχη εἶχε πέσει καί στά χέρια τοῦ Ἀττίλα, ὁ ὁποῖος μετά τήν ἀποτυχία του νά κυριεύσει τήν Ρώμη τήν πέταξε στά τείχη της λέγοντας: «Πάρτε πίσω τήν λόγχη σας. Εἶναι ἄχρηστη γιά μένα, δεδομένου ὅτι δέν γνωρίζω Ἐκεῖνον πού τήν κατέστησε ἱερή».
Ἐπιβαρημένη μέ τόσες ἀποκρυφιστικές παραδόσεις ἡ Λόγχη ἦταν φυσικό νά κινήσει ἀπό νωρίς τό ἐνδιαφέρον τοῦ Ἀδόλφου Χίτλερ, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρονταν γιά κειμήλια πού συνδέονταν μέ δύναμη καί ἐξουσία. Γράφεται σχετικά γιά τόν νεαρό Ἀδόλφο, ὅτι «μία παγωμένη μέρα τοῦ 1909, σέ κατάσταση πλήρους ἀπαισιοδοξίας, μπῆκε στό Θησαυροφυλάκιο τῶν Ἀψβούργων, στό Χόφμπουργκ. Ἀπρόσμενα βρέθηκε προστά σέ μία λόγχη. Ἦταν ἡ Λόγχη τοῦ Λογγίνου, ἡ ὁποία φυλασσόταν σέ γυάλινη προθήκη, πάνω σέ κόκκινο βελοῦδο. Στήν ἀρχή περιεργάστηκε τό ἔκθεμα ἀδιάφορα. Πῆρε ὅμως τό ἀφτί του ἕναν ξεναγό νά λέει: «Ὑπάρχει ἕνας μῦθος γιά τοῦτη τήν λόγχη. Ὅποιος τήν διεκδικήσει καί ἀνακαλύψει τά μυστικά της, κρατᾶ τήν μοῖρα τοῦ κόσμου στά χέρια του, γιά τό καλό ἤ τό κακό. Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ἡ λόγχη τοῦ ἔγινε ἔμμονη ἰδέα. Σύχναζε μέ μεγαλύ-τερο ζῆλο στή βιβλιοθήκη. Συνάμα ἄρχισε μία περιπλάνηση σέ ὅλα τά βιλιοπωλεία τῆς Βιέννης. Ἀναζητοῦσε ὅσο τό δυνατόν περισσότερα στοιχεῖα γιά τήν Λόγχη τοῦ Λογγίνου, τήν Λόγχη τοῦ Πεπρωμένου…
Ὁ Χίτλερ  λάτρευε τήν Τευτονική μυθολογία καί τούς μύθους πού μιλοῦσαν γιά τήν φυλετική ἀνωτερότητα τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ. Ἀπό τήν ἐνδελεχῆ μελέτη του γνώριζε ὅτι ἀνάμεσα στούς ἄντρες πού κράτησαν τήν Λόγχη συγκαταλεγόταν ὁ κραταιός Βασιλιάς καί Στρατηλάτης Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσα, τό ἴνδαλμά του. Ἄλλωστε βάφτισε τό σπίτι του, τήν περίφημη ἀετοφωλιά, τό Ὄμπερ Σάζμπουργκ, Μπαρμπαρόσα. Ἐξάλλου τό ἴδιο ὄνομα ἔδωσε καί στή μεγαλύτερη πολεμική ἐπιχείρηση πού ἐξαπέλυσε ἡ Γερμανία κατά τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης, Ἐπιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Μήπως ἔβγαινε ἀληθινός ὁ μύθος γιά τόν μαρμαρωμένο Βασιλιά; Ὁ Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσα θά ξυπνήσει ὅταν ἡ κόκκινη γενειάδα του μακρύνει καί τυλιχτεῖ δεκατρεῖς φορές γύρω ἀπό τό κουφάρι του καί τό πέτρινο κρεββάτι πάνω στό ὁποῖο ἀναπαύεται. Μετά τήν ἀπόκτηση ὅλων τούτων τῶν γνώσεων, πήγαινε συχνά καί στεκόταν μέ τίς ὥρες μπροστά στή Λόγχη τοῦ Λογγίνου. Μία φορά ὑπό τήν ἐπήρεια τοῦ πεγιότ (Σ.Σ. ναρκωτικῆς οὐσίας), βίωσε μία ὑπερβατική ἐμπειρία, μία ἀποκάλυψη. Τοῦ παρουσιάστηκε σάν ὅραμα ὁ μελλοντικός του ρόλος. Θά διαδραματίσει μεγάλο ρόλο στήν ἐξέλιξη τῆς Ἱστορίας». (Θ. Νικολάου, «Τό Τέταρτο Βασίλειο», ἔκδοση Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, 2005, σελ. 319 – 323).
Σύμφωνα μέ ἄλλη πηγή, ὁ Χίτλερ ἐπισκέφθηκε τό Μουσεῖο τό 1912, συνοδευόμενος ἀπό τόν Δρ. Walter Stain. Ὁ ἴδιος ὁ Χίτλερ ἔχει πεῖ σχετικά μέ τήν πρώτη του ἐπαφή μέ τήν λόγχη: «Στάθηκα μπροστά ἀπό τήν Λόγχη ἐπί ἀρκετή ὥρα. Δέν θυμᾶμαι ὅμως τι γινόταν γύρω μου… Ἔνιωσα σάν νά μεταφερόμουν αἰῶνες παλαιότερα. Εἶχα τήν ἐντύπωση ὅτι ἡ Λόγχη θά μποροῦσε νά γίνει τό φυλακτό μου καί ὅτι θά μοῦ παρεῖχε τήν δύναμη νά κρατήσω τήν τύχη τοῦ κόσμου στά χέρια μου» (Trevor Ravenscroff, “The Spear of Destiny”, ἔκδοση Samuel Weiser Inc. 1982, σελ. 8 – 9).
Τό 1938, ὅταν ὁ Χίτλερ προσάρτησε τήν Αὐστρία στό Γ’ Ράϊχ, διέταξε τήν μεταφορά τῆς Λόγχης καί τῶν λοιπῶν κειμηλίων τῆς Συλλογῆς ἀπό τήν Βιέννη στή Νυρεμβέργη. Ἡ μεταφορά πραγματοποιήθηκε τήν 13η Ὀκτωβρίου 1938 (ἡμέρα διάλυσης τοῦ Τάγματος τῶν Ναϊτῶν Ἱπποτῶν), μέ θωρακισμένο τραῖνο, κάτω ἀπό τήν ἐπίβλεψη τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν SS Χάϊνριχ Χίμλερ. Ἐκεῖ γιά τά ἑπόμενο ἕξη χρόνια διαφυλάχθηκε στό Ναό τῆς ἁγ. Αἰκατερίνης.
Ὅταν ἄρχισαν οἱ Συμμαχικές νίκες, ὁ Χίτλερ ἀσφάλισε τήν συλλογή σέ ὑπόγειο θάλαμο, στό ὀχυρό τῆς πόλεως. Τήν 30ή Ἀπριλίου 1945, ἡ Συλλογή κατασχέθηκε ἀπό τήν 7η Ἀμερικανική Στρατιά καί παραδόθηκε στόν Στρατηγό Πάτον. Εἶναι ἄξιο σημειώσεως, ὅτι 88 λεπτά μετά τήν ἀπώλεια τῆς Λόγχης, ὁ Χίτλερ αὐτοκτόνησε στό καταφύγιό του στό Βερολίνο! Μετά τό τέλος τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ὁ Στρατηγός Ντουάϊτ Ἀϊζενχάουερ παρέδωσε τήν Λόγχη στήν Αὐστριακή Κυβέρνηση. Οἱ Αὐστριακοί ἀρχικάν τήν κατέθεσαν στό Μουσεῖο Τέχνης καί Πολιτι-σμοῦ καί ἔπειτα στό Μουσεῖο Χόφμπουργκ, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται.
Τό 2003 ὁ Βρεττανός μεταλλουργός καί συγγραφέας Robert Feather ἐξέτασε τήν Λόγχη αὐτή καί κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι κατασκευάστηκε τόν 7ο αἰ. μ. Χ. Ἄν αὐτό εἶναι ἀκριβές, τότε ἡ Λόγχη τοῦ ἁγ. Μαυρικίου εἶναι ἕνα ἀπό τά πολλά ἀντίγραφα τῆς Λόγχης πού κατασκευάστηκαν κατά τήν ἱστορική πορεία (εἶναι γνωστό ὅτι τό ἔτος 1000 ὁ Γερμανός Αὐτοκράτορας Ὄθων Γ’ ἔδωσε ἕνα ἀντίγραφο τῆς Λόγχης στό Βασιλιά τῆς Πολωνίας καί Δούκα τῆς Βοημίας Βολεσλάβο Α’, 935 – 967. Ἐπίσης ἀντίγραφο εἶναι ἡ λόγχη πού φυλάσσεται στό Ἀρμενικό Πατριαρχεῖο τοῦ Ἐστμιατζίν).
Βιβλιογραφία:
Ἀντωνίου Μάρκου / ΄Η ΛΟΓΧΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΕΩΣ’ , Απριλίος 2009
Cornelius Joseph Crowley, “The legent of the wandering of the spear of Longinus”, 1972.
Jerry E. Smith - George Piccard, “Secrets of the Holy Lance: The Spear of Destiny in History and Legent”, 2005.
Trevor Ravenscroff, “The Spear of Destiny”, 1982.
Trevor Ravenscroff – Tim Wallace Murphy, “The mark of the beast: The continuing story of the Spear of Destiny”, 1997.
Ἐλ. Κατζίνου, «Ἡ Ἱερή Λόγχη - Ἕνα μυστηριώδες κειμήλιο τοῦ Χριστιανισμοῦ», Περιοδικό «Ἱστορικά Θέματα», τ. 70/Φεβρουαρίου 2008.

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Η Αγία Θέκλα

ΘΕΚΛΑ: (από το Θεός + κλέος) = αυτή που έχει θεϊκή δόξα.
Η Αγία και Ισαπόστολος Θέκλα καταγόταν από το Ικόνιο, την μητέρα της την έλεγαν Θεόκλεια.
Στα τέλη του 1ου μ.Χ. αιώνα ο Απόστολος Παύλος έφτασε στο Ικόνιο στο σπίτι του ευσεβούς οικογενειάρχη Ονησιφόρου. Εκεί τον άκουσε να κηρύττει το λόγο του Θεού η παρθένος και Ισαπόστολος Θέκλα. Επί 3 ημέρες ούτε έφαγε ούτε πήγε σπίτι της ακούγοντας το θειο κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου Με αποτέλεσμα να την αναζητήσουν οι γονείς της. Επειδή όμως δεν εκάμθη να γυρίσει σπίτι της συνέλαβαν την Θέκλα και την φυλάκισαν. Η Θέκλα δωροδόκησε τον φρουρό για να δει τον Παύλο και κάθισε κοντά του όλη νύχτα να ακούει το Θείο Λόγο του. Οι συγγενείς της ζήτησαν από τον άρχοντα να την θανατώσει. Όμως τίποτα δεν μπορούσε να αγγίξει την θεόπνευστη ψυχή της Θέκλας. Οι παρακλήσεις προς τον Κύριο έσβησαν την φωτιά που άναψαν για να την κάψουν. Αποφάσισε να ακολουθήσει τον Παύλο και έφτασαν στην Αντιόχεια, αλλά και εκεί η ομορφιά της την έκανε να υποφέρει τα πάνδεινα. Αλλά τίποτα δεν μπορούσε να πτοήσει την θεϊκά εμπνευσμένη Θέκλα. Ο κόσμος σάστισε καθώς κανένα θηρίο δεν την κατασπάραζε όσες φορές και αν επιχείρησαν να την θανατώσουν. Μια αρχόντισσα μάλιστα, η Τρύφαινα της έγραψε τα υπάρχοντα της και η Θέκλα βοηθούσε τους φτωχούς και αδυνάτους. Όμως η λαχτάρα της ήταν να δει ξανά το δάσκαλο της, τον Παύλο, και έστελνε μηνύματα στα μέρη που ήξερε ότι θα περνούσε ή πέρασε ο Παύλος. Τον βρήκε στα Μύρα της Λυκίας. Ο Παύλος της είπε ότι ήρθε η ώρα να επιστρέψει στην πατρίδα της. Προσευχήθηκε λοιπόν για να την οδηγήσει στο σωστό μέρος. Πήγε λοιπόν στη Σελεύκεια και ανέβηκε πάνω σ’ ένα βουνό οδηγημένη από ένα φωτεινό σύννεφο. Κατάλαβε ότι ήταν θέλημα Θεού να κατοικήσει εκεί και βρήκε μια σπηλιά και εγκαταστάθηκε, θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των ανθρώπων. Μόλις πλησίαζαν οι ασθενείς γιατρεύονταν. Οι Μάγοι όμως είδαν στο πρόσωπο της τον άμισθο γιατρό, τον εχθρό τους και έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να στείλουν πληρωμένους νεαρούς να την βιάσουν για να χάσει τη δύναμη της, όπως πίστευαν.Η Αγία Θέκλα δεν φοβήθηκε καθόλου όταν τους είδε. Σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και προσευχήθηκε για τη σωτηρία της. Τότε ακούστηκε από τον ουρανό μια φωνή να της λέει να μην φοβάται και ότι είναι κοντά της για να την βοηθήσει. Μία πέτρα που ήταν μπροστά της άνοιξε για να γίνει η αιώνια κατοικία της. Μόλις άνοιξε η πέτρα η Αγία πέρασε μέσα και η πέτρα ξανάκλεισε χωρίς να αφήσει ρήγμα. Οι νέοι αποσβολωμένοι πρόλαβαν μόνο και άρπαξαν το χιτώνα της. Και τούτο κατά θεία οικονομία , άμα μεν εις πίστην του γενομένου, άμα δε εις ευλογία και παραμυθία των μεταγενεστέρων ευσεβών τε και φιλοχρίστων. Αυτό ήταν και το τέλος της πρωτομάρτυρας και Ισαποστόλου Αγίας Θέκλας. Όταν άρχισε το μαρτύριο της ήταν μόλις 18 ετών και απήλθε εις Κύριον 90 ετών. Επί 72 δηλαδή χρόνια υπήρξε οδοιπόρος πιστή εις τον Κύριο , χωρίς να λυγίσει μπροστά σε τόσα βασανιστήρια και σε διωγμούς. Αυτήν ας έχουν όλοι οι Χριστιανοί άγρυπνο φύλακα των ψυχών τους, ευπρόσωπο πρέσβη προς τον Θεό και συμπαραστάτη τους στις δύσκολες ώρες των μεγάλων κινδύνων.

Απολυτίκιον:
Του Παύλου συνέκδημος, ως καθαρά την ψυχήν, και πρώταθλος πέφηνας, εν γυναιξίν εύκλεως, Χριστόν αγαπήσασα, συ γαρ της ευσέβειας, πτερωθείσα τω πόθω, ήθλησας υπέρ φύσιν, Ισαπόστελε Θέκλα διό σε ο Πανοικτίρμων νύμφην ηγάγετο.

Παναγία η Μυρτιδιώτισσα

H Παναγία η Μυρτιδιώτισσα είναι εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε στα Κύθηρα κατά τον 14ο αιώνα. Έχει το προσωνύμιο Μυρτιδιώτισσα, γιατί αναφέρεται από την παράδοση ότι τη βρήκε ένας βοσκός σε μια τοποθεσία γεμάτη με μυρτιές. Στις 24 Σεπτεμβρίου - 40 ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου - εμφανίστηκε η Παναγία στον βοσκό και του είπε να ψάξει για την εικόνα που είχε έρθει σε εκείνο το μέρος πολλά χρόνια πριν. Ο βοσκός έπεσε στο έδαφος, γεμάτος δέος, προσευχόμενος προς την Θεοτόκο. Μόλις σηκώθηκε και γύρισε, είδε την εικόνα στα κλαδιά μιας μυρτιάς. Κλαίγοντας από χαρά ,έφερε την εικόνα σπίτι του και είπε σε όλους τους φίλους και συγγενείς την ιστορία της ανεύρεσης της εικόνας. Όταν ξύπνησε την επόμενη ημέρα η εικόνα έλειπε και φοβήθηκε μήπως είχε κλαπεί. Με βαριά καρδιά γύρισε με τα πρόβατά του στον τόπο της ανεύρεσης, αλλά εκεί είδε πάλι την εικόνα στα κλαδιά της μυρτιάς που την είχε βρει. Δοξάζοντας τον Θεό, την πήρε πάλι σπίτι του, αλλά την νύχτα η εικόνα εξαφανίστηκε όπως και την πρώτη φορά. Όταν η εξαφάνιση και επανεμφάνιση της εικόνας συνέβη και τρίτη φορά, κατάλαβε ότι ήταν θέλημα της Μητέρας του Θεού η εικόνα να παραμείνει εκεί που είχε βρεθεί. Μια μικρή εκκλησία χτίστηκε εκεί που βρέθηκε η εικόνα και ονομάστηκε Μυρτιδιώτισσα. Το κτήριο μεγάλωσε με τα χρόνια και πολλά θαύματα λέγεται πως συνέβησαν εκεί. Στο τέλος του 16ου αιώνα, ο Θεόδωρος Κουμπριανός, ένας απόγονος του βοσκού που βρήκε την εικόνα, ζούσε στο χωριό Κουσουμάρι. Ήταν παράλυτος, αλλά πίστευε ακράδαντα ότι η Μητέρα του Θεού θα τον θεράπευε. Κάθε χρόνο, στις 24 Σεπτεμβρίου, έστελνε ένα μέλος της οικογένειάς του να ανάψει ένα κερί στην Χάρη της γι' αυτόν. Μια χρονιά ζήτησε να τον πάνε μέχρι την Χάρη της, για να την προσκυνήσει ο ίδιος. Κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας, ακούστηκε έντονος θόρυβος από την κατεύθυνση της θάλασσας. Το εκκλησίασμα έτρεξε να φύγει, πιστεύοντας ότι επιτίθονταν πειρατές. Ο παραλυτικός ζήτησε την βοήθεια της Παναγίας και έξαφνα άκουσε μια φωνή από την εικόνα να του λέει να σηκωθεί και να τρέξει να σωθεί. Σηκώθηκε, περπάτησε και σύντομα άρχισε να τρέχει και πρόφτασε τους συγγενείς του που καταχάρηκαν βλέποντας το θαύμα. Ο θόρυβος δεν προερχόταν από επιδρομή πειρατών και όλοι τότε κατάλαβαν ότι ο θόρυβος ήταν σημείο της Θείας Πρόνοιας, ώστε ο παραλυτικός να μείνει μόνος του στην εκκλησία με την εικόνα. Από τότε η οικογένεια του Κουμπριανού γιόρταζε την ημέρα της γιορτής της Μυρτιδιώτισσας με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε ανάμνηση του θαύματος.

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου

    Ο Αγίος Ιωάννης ήταν φανερό, πως θα γίνει μέγας και θα υπηρετήσει την προσδοκία των ανθρώπων. Όλοι οι δίκαιοι άνδρες και προφήτες περίμεναν με ιερή λαχτάρα τη λύτρωση του ανθρωπίνου γένους και την ποθούσαν και το εύχονταν με ειδικές δεήσεις και το ζητούσαν από το Θεό. Όπως ο Αβραάμ, ο Δαυίδ και τόσοι άλλοι, μάλιστα δε και ο Συμεών που το πέτυχε να Τον δεχθεί στην αγκαλιά του .Την εποχή εκείνη στην Ιουδαία ένας υπήρχε μόνο ναός, του Σολομώντος, γύρω από τα ερείπια του οποίου σήμερα μαζεύονται οι Εβραίοι και κλαίνε. Ιερείς όμως ήσαν πολλοί. Υπηρετούσαν στο ναό με την σειρά. Όπως περίπου οι «εφημερεύοντες» σήμερα δικοί μας. Κάποτε έτυχε να λειτουργεί και ο Ζαχαρίας, πού ήταν πλέον γέροντας. Κόσμος πολύς, ως συνήθως, ήταν συναθροισμένος και προσευχόταν. Όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, μπήκε ο Ζαχαρίας μέσα στα «άγια» για να προσφέρει τη θυσία του θυμιάματος, Εκεί μόνο ο ιερεύς έμπαινε καi κανένας άλλος. Έτσι, την ώρα αυτή βρέθηκε μόνος. Ο λαός που ήταν έξω, φυσικά, δεν τον έβλεπε, τον περίμενε όμως να ξαναβγεί, για να συνεχίσει τις προσευχές.Εκεί οπού ο Ζαχαρίας ήταν αφοσιωμένος στη θυσία του θυμιάματος και προσευχόταν με φόβο Θεού και ευλάβεια, βλέπει στα δεξιά του θυσιαστηρίου, μια υπέρλαμπρη καi απαστράπτουσα προσωπικότητα. Είναι ον υπερφυσικό. Ο Ζαχαρίας άρχισε να τρέμει. «Εταράχθη, λέει ο ευαγγελιστής, και φόβος επέπεσεν επ' αυτόν». Φόβος καί τρόμος έπιασε τον Ζαχαρία, όταν αντίκρισε το υπερφυσικό ον. Δηλαδή τον άγγελο του Θεού. Τα έχασε, έπεσε το θυμίαμα από τα χέρια του και αγωνία μεγάλη γέμισε την ψυχή του. Βλέποντας ο Άγγελος το φόβο καί την ταραχή του Ζαχαρία, τον καθησυχάζει λέγοντάς του:  «Μη φοβάσαι, Ζαχαρία, Δεν ήρθα για να σε τιμωρήσω. Δεν ήρθα για να σου αναγγείλω επερχόμενα δεινά. Αντίθετα ήρθα για να σου αναγγείλω κάτι το πολύ ευχάριστο. Ήρθα για να σου αποκαλύψω, ότι οι προσευχές, πού σεις οι άνθρωποι κάνετε εδώ στη γη, δεν πάνε χαμένες. Ο Θεός τις ακούει καί δίνει στον καθένα ότι τον συμφέρει και όταν Εκείνος κρίνει τον κατάλληλο καιρό. Κανείς δεν πρέπει να βιάζεται και να ανυπομονεί. Κανείς δεν πρέπει ν’ απελπίζεται, γιατί χρόνια ολόκληρα, ζωή ολόκληρη παρακαλεί και απάντηση δεν παίρνει. Η απάντηση θα έλθει την κατάλληλη ώρα. Αλλά και ποτέ να μην έλθει, είναι κι’ αυτό μια απάντηση. Γιατί ο Θεός έκρινε ότι αυτό πού του ζητούσανε δεν θα τους έβγαινε σε καλό. Θα τους έβλαπτε. Το ότι λοιπόν δεν το έδωσε είναι η καλύτερη απάντηση. Και συ, Ζαχαρία, συνεχίζει ο Άγγελος, παρακαλούσες το Θεό να σου δώσει παιδί. Βέβαια, τώρα τελευταία, που το γήρας ήλθε, απελπίστηκες πλέον. Το θεωρούσες αφύσικο και επομένως αδύνατο ένα τέτοιο γεγονός. Ωστόσο σου αναγγέλλω, ότι ο Θεός άκουσε τη δέησή σου, δεν τη ξέχασε και η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα γεννήσει παιδί. Το παιδί αυτό θα το ονομάσεις Ιωάννη. Το γεγονός αυτό θα σε γεμίσει χαρά και αγαλλίαση. Η γέννηση του παιδιού αυτού θα γεμίσει χαρά και πολλούς άλλους.
«Το παιδί αυτό θα αναδειχθεί πολύ μεγάλος άνθρωπος μπροστά στο Θεό. Θα είναι μια ολότελα ξεχωριστή προσωπικότητα. Στο στόμα του δεν θα βάλει ποτέ κρασί ούτε και κανένα άλλο οινοπνευματώδη ποτό. Το πλέον βαρυσήμαντο είναι ότι το παιδί αυτό ακόμα από την κοιλιά της μητέρας του θα γεμίσει με αγιασμό και χάριτες του Αγίου Πνεύματος. Αργότερα, με το παράδειγμά του, με την αγία ζωή του, το κήρυγμα του και το βάπτισμα θα επαναφέρει πολλούς ανθρώπους κοντά στο Θεό». Ακόμα, συνεχίζει ο Άγγελος, ο Ιωάννης θα προηγηθεί του Μεσσία, για να προλειάνει το έδαφος και έτσι ευκολότερα οι άνθρωποι να δεχθούν την σωτηρία, πού ο Μεσσίας θα προσφέρει. Έτσι, γίνεται ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ του Μεσσία. Η διδασκαλία του θα έχει το προφητικό πνεύμα και τη δύναμη του προφήτη Ηλία. Το ίδιο και η παρρησία του, το ατρόμητο και ο ζήλος του θα είναι σαν του προφήτη Ηλία. Θα ξαναγυρίσει και θα μαλακώσει τις σκληρυμένες καρδιές των πατέρων, πού καμιά στοργή δεν δείχνουν για τα παιδιά τους καί για την κατά Θεό ανατροφή τους. Θα επαναφέρει τους εμπαθείς και σκληροτράχηλους και άδικους στη σύνεση και τη δικαιοσύνη. Καί, τέλος, θα ετοιμάσει το λαό και θα τον προπαρασκευάσει για να δεχθεί τον Κύριο και Σωτήρα.Αυτά είπε ο Άγγελος στο Ζαχαρία. Του Ζαχαρία όμως όλα τούτα του φάνηκαν «ωσεί λήρος». Του φάνηκαν παράδοξα και ακατόρθωτα. Τ' άκουσε, βέβαια, με προσοχή, αλλά εκεί πού ιδιαίτερα σταμάτησε το μυαλό του ήταν η γέννηση. Τούτο δε μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό του. Του φαινόταν τόσο αφύσικο, έτσι πού άγγιζε τα όρια του ακατόρθωτου. Γι’ αυτό, παίρνει το θάρρος και το λόγο ταυτόχρονα και λέει στον Άγγελο: «Εγώ είμαι γέρος. Η σύζυγός μου είναι κι’ αυτή προχωρημένη πολύ στην ηλικία. Σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους είναι αδύνατο να γεννήσει παιδί σε τέτοια ηλικία. Πώς, λοιπόν, εγώ μπορώ να είμαι βέβαιος για όλα αυτά πού μου είπες; Πώς μπορώ να πιστέψω, ότι σε τέτοια ηλικία, πού φεύγω από τον κόσμο αυτό, θα φέρω άνθρωπο στον κόσμο;»…
  Ό Ζαχαρίας βρίσκεται ακόμα μέσα στο ναό. Μπροστά στο θυσιαστήριο. Αλλά και μπροστά στο υπερφυσικό ον, πού ακόμη δεν έφυγε. Βρίσκεται μπροστά στον Αρχάγγελο του Θεού. Ο Αρχάγγελος του είπε ορισμένα πράγματα. «Εγώ, Ζαχαρία, είμαι ο Γαβριήλ. Είμαι ο Αρχάγγελος, πού βρίσκομαι πάντα μπροστά στο Θεό, έτοιμος να εκτελέσω τα προστάγματά του. Εγώ δεν ήρθα από μόνος μου, για να σου αναγγείλω αυτά πού άκουσες και δεν τα πίστεψες. Μ' έστειλε ο Θεός, για να σου φανερώσω τις χαρμόσυνες αυτές ειδήσεις. Επειδή όμως συ δεν πίστεψες στα λόγια μου, πού οπωσδήποτε θα πραγματοποιηθούν όταν έλθει ο καιρός τους, για τούτο ως τότε πού θα πραγματοποιηθεί το χαρμόσυνο θαύμα της γεννήσεως του παιδιού από γερόντισσα και στείρα, θα προηγηθεί ένα άλλο θαύμα. Το θαύμα αυτό θα είναι όχι χαρμόσυνο, αλλά οδυνηρό για σένα. Απ’ αύτη τη στιγμή καί ως την ώρα πού θα γίνουν όλα αυτά σου αφαιρείται η λαλιά και η ακοή. Δεν θα μιλάς πλέον. Η γλώσσα σου έγινε όργανο να εκφραστεί η απιστία. Η γλώσσα τώρα θα υποστεί και την τιμωρία. Δεν θα αρθρώσει λέξη». Η ακοή δεν πίστεψε σ' αυτά πού άκουσε. Θα παύσει ν’ ακούει.Η σκηνή αυτή τελείωσε. Ο Ζαχαρίας γύρισε στο σπίτι του. Γύρισε με δυο αντίθετα αισθήματα στην καρδιά του. Το ένα είναι το μεγάλο καί χαρμόσυνο μήνυμα, ότι θ' αποκτήσει παιδί και θ' απαλλαγεί από την ντροπή της ατεκνίας. Αυτό γέμισε την καρδιά του με μια κρυφή χαρά. Το άλλο, το αντίθετο, πού πίεζε την καρδιά του, ήταν η ολιγοπιστία πού έδειξε στο μήνυμα του ουρανού και ο γυρισμός στο σπίτι του δίχως φωνή και ακοή. Ο άγιος Λουκάς συνεχίζει τη διήγησή του και μας πληροφορεί ότι έπειτα από τις ημέρες αυτές η Ελισάβετ έμεινε έγκυος. Αυτά, πού ο Αρχάγγελος είπε στο Ζαχαρία άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Πέντε ολόκληρους μήνες η Ελισάβετ δεν έλεγε σε κανένα τίποτα και κρυβόταν, όσο μπορούσε, να μη φανερωθεί η εγκυμοσύνη της. Αυτό όμως δεν μπορούσε να συνεχισθεί επ' άπειρον. Δεν μπορούσε συνεχώς να κρύβεται και να μη φανερώνει το θησαυρό πού έκρυβε στα σπλάχνα της. Η κοιλιά της έδειχνε πλέον φανερά την αλήθεια. Και η αγία αυτή γυναίκα έλεγε σε καθένα πού την ρωτούσε πως και τι συνέβη. «Τούτο, πού βλέπετε, είναι έργο της αγαθότητας του Θεού. Ηθέλησε ο Κύριος να μου κάμει το μεγάλο αυτό καλό, επιβλέποντας με καλοσύνη στην ταλαιπωρία μου, Ηθέλησε ο αγαθός Κύριος να με απαλλάξει από την ντροπή της ατεκνίας, πού αισθανόμουνα μπροστά στους ανθρώπους. Από το σαράκι αυτό πού μ’ έτρωγε σ' όλη μου τη ζωή. Ευλογημένο τ’ Όνομά του» Αυτά έλεγε η Ελισάβετ μέχρι την γέννηση του Ιωάννη.Την ογδόη ημέρα της γέννησης του Προδρόμου, όταν επρόκειτο να γίνει η περιτομή του, ρώτησαν οι συγγενείς πως θα ονομαστεί το παιδί και ο Ζαχαρίας έγραψε επάνω σε πλάκα: «Ἰωάννης ἐστὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ». Τότε ακριβώς ξαναβρήκε τη φωνή του δοξολόγησε το Θεό και απευθυνόμενος στο βρέφος είπε: «Και σύ, παιδίον, προφήτης Ὑψίστου κληθήση• προπορεύση γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἐτοιμᾶσαι ὀδούς Αὐτοῦ, τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαώ Αὐτοῦ, ἐν ἀφέσει ἁμαρτιῶν αὐτῶν διὰ σπλάγχνα ἐλέους Θεοῦ ἠμῶν, ἐν οἲς ἐπεσκέψατο ἠμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους, ἐπιφάναι τοὶς ἐν σκότει καὶ σκιὰ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθύναι τοὺς πόδας ἠμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης» (Λουκά 1, 76-79).

Απολυτίκιον
Ἡ πρώην οὐ τίκτουσα, στείρα εὐφράνθητι. Ἰδοὺ γὰρ συνέλαβες Ἡλίου λύχνου σαφῶς, φωτίζειν τὸν μέλλοντα, πάσαν τὴν οἰκουμένην, ἀβλεψία νοσοῦσαν. Χόρευε Ζαχαρία, ἐκβοῶν παρρησία. Προφήτης τοῦ Ὑψίστου, ἐστιν ὁ μέλλων τίκτεσθαι.

Ελεύθερη Μετάφραση απο Oxford.Orthodoxy./koe fon Yasma Dec.2007

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Βυζαντινή Εικονογραφία

Από την αρχή της ύπαρξής του ο άνθρωπος εκστασιάζεται από την εικόνα. Η εικόνα είναι ένα σημείο, ένα σύμβολο που πληροφορεί, κατατοπίζει, δηλώνει. Ένα σύμβολο είναι μια σχέση εξάρτησης και κοινωνίας ουσίας με το συμβολιζόμενο, το οποίο είναι παρόν μέσα στο σύμβολό του.
Η εικόνα, ως σημείο ή σύμβολο, αποτελεί για τους Ορθόδοξους χριστιανούς λατρευτικό μέσο του ενός και μοναδικού Θεού. Είναι αντικείμενο όχι λατρείας, αλλά σεβασμού, γιατί βεβαιώνει ότι το πρωτότυπο υπάρχει αληθινά. Έτσι οι εικόνες του Χριστού είναι απόδειξη αλλά και ομολογία της ενανθρώπησής Του. Με τον τρόπο αυτό φέρνουν τον πιστό σε άμεση σχέση με τη χάρη και την υπόσταση του εικονιζόμενου προσώπου.
Η εικόνα αποτελεί λατρευτικό μέσο. Αντικείμενο όχι λατρείας, αλλά σεβασμού. Οι εικόνες βρίσκονται σε πλήρη ταύτιση και συμφωνία με τα αναγραφόμενα στις άγιες Γραφές, έχουν στενή σχέση με την εκκλησιαστική υμνογραφία, αποτελούν εικονογραφικά συναξάρια και εικονιστικά υπομνήματα πατερικού λόγου, εκφράζουν πλήρως τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η οποία μας «μορφώνει» προβάλλοντάς μας ένα συγκεκριμένο και ενσαρκωμένο θεοπρεπές ήθος, οδηγούμενοι, με τον τρόπο αυτό, στην «εν Χριστώ» ζωή. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζεται (όσον αφορά τις εικόνες) ένα περιεχόμενο υπερβατικό, γιατί η Εκκλησία ενδιαφέρεται κυρίως για τα πνευματικά ιδεώδη και την εκτός του κόσμου τούτου πραγματικότητα. Έτσι, κάθε εικόνα συγκλίνει στην μόνη υπενθύμιση ότι δεν υπάρχει ζωή εκτός του Χριστού και της Εκκλησίας, αφού η Εκκλησία είναι η εικόνα της «εν Χριστώ Βασιλείας».
Η εικόνα δοξάζεται από το πρωτότυπο. Είναι στη φύση της εικόνας η ομοιότητα με το πρωτότυπο. Ο άνθρωπος, η ζωντανή εικόνα του Θεού, προέρχεται από το πρωτότυπο και ολοκληρώνεται στο πρωτότυπο, αφού η ύπαρξή μας στην ιστορία είναι εικόνα της αιώνιας ύπαρξης. Έτσι, η εικόνα καθαγιάζει την όραση και τη μετασχηματίζει ήδη σε οπτασία, διότι ο Θεός δε γίνεται μόνο ακουστός, γίνεται και ορατός, αφού η δόξα της Αγίας Τριάδας αποκαλύφθηκε μέσα από τη «σάρκα» του Υιού του Ανθρώπου. Γεννήθηκε από Πατέρα Απερίγραπτο και φυσικά δε θα μπορούσε να έχει μορφή. Όμως, από τη στιγμή που γεννήθηκε από μητέρα περιγραπτή, έχει φυσικά μορφή που μοιάζει με αυτή της μητέρας. Κι αν δεν ήταν δυνατό να απεικονιστεί μέσω της τέχνης, αυτό θα σήμαινε ότι γεννήθηκε μόνο από τον Πατέρα και δεν Ενσαρκώθηκε. Αυτό, όμως θα ήταν αντίθετο προς τη θεία Οικονομία της σωτηρίας μας, αφού η εικόνα είναι ένας τόπος συνάντησης και επικοινωνίας. Συνάντησης, επειδή η εικόνα φέρνει το πρότυπο στο παρόν του θεατή και επικοινωνίας γιατί, κατά τη γνωστή ρήση του Μεγάλου Βασιλείου «η της εικόνος η τιμή επί/προς το πρωτότυπον ανα/διαβαίνει». Έτσι, η απαγόρευση της Παλαιάς Διαθήκης άρθηκε από και για το Χριστό, όπως επίσης και για τη μητέρα Του και για τους φίλους Του (αγίους), και εν τέλει για όλους αυτούς, που, «εν Πνεύματι Αγίω», συμμετέχουν στη θεοποιημένη σάρκα Του.
Οι πρώτοι χριστιανοί, ακολουθώντας τη μη απεικονιστική παράδοση των Ισραηλιτών, δεν παρουσίασαν εικονογραφικές παραστάσεις του Κυρίου, παρά μόνο συμβολικές, λόγω και του κλίματος τρομοκρατίας και διωγμών, που είχε ξεκινήσει, αρχικά από τους Ιουδαίους και κατόπιν από τους Ρωμαίους.
Οι χριστιανοί Απολογητές, Αποστολικοί Πατέρες του 2ου και 3ου αιώνα μ.Χ, αυτοί δηλαδή που ανέλαβαν την υπεράσπιση και στήριξη του χριστιανισμού απέναντι στις κατηγορίες των εθνικών φιλοσόφων και των Εβραίων, ακολούθησαν, επηρεασμένοι από τη Γραφή και τους Έλληνες φιλοσόφους και ιδιαίτερα τον Πλάτωνα, την άποψη ότι δεν μπορείς να εικονίσεις τον άφατο και αόρατο Θεό, με αποτέλεσμα η χρησιμότητα των απεικονιστικών τεχνών να υποβαθμιστεί πλήρως, αν και στα Ευαγγέλια γίνεται συχνά αναφορά όχι μόνο στο Λόγο, ως κατεξοχήν μέσο γνώσης του Θεού, αλλά και σε αυτά που οι άνθρωποι βλέπουν και παρατηρούν με τα ίδια τους τα μάτια (θαύματα, θεραπείες). «Υμίν δέ μακάριοι οι οφθαλμοί ότι βλέπουσι, καί τά ώτα υμίν οτι ακούουσιν. Αμήν γάρ λέγω υμίν οτι πολλοί προφήται καί δίκαιοι επεθύμησαν ἰδεῖν ό βλέπετε, καί ούκ είδον, καί ακούσαι ό ακούετε, καί ούκ άκουσαν». Πολλοί είναι εκείνοι οι Αποστολικοί Πατέρες, που θεωρούν ειδωλολατρικό έθιμο το να υπάρχουν εικόνες (Ευσέβιος Καισαρείας). Αρκετά χρόνια αργότερα, στους Καππαδόκες Πατέρες και στα κείμενα, που αποδίδονται στον Διονύσιο, θα παρουσιαστεί η άποψη ότι η θεία πρόνοια, παρέχει στον άνθρωπο αισθητές εικόνες της θείας νοητής αλήθειας, ώστε να μπορεί, μέσω των αισθητών εικόνων και συμβόλων, να κατανοήσει και να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο, ανάμεσα στο αισθητό και το νοητό.
Έτσι οι εικόνες του Χριστού είναι απόδειξη αλλά και ομολογία της ενανθρώπησής Του. Αν δεν απεικονίσουμε τον Κύριο, χωρίζουμε τη σάρκα Του από τη θεότητά Του, αρνούμενοι έτσι την ανθρώπινη φύση του, γιατί η ενσάρκωση στηρίζει την εικόνα και η εικόνα αποδεικνύει την ενσάρκωση.
Η Ορθοδοξία, όμως, «ως αψευδής περί Θεού και κτίσεως υπόληψις», που δεν περιορίζεται στην ορθή θεώρηση του Θεού ή του πνευματικού κόσμου, αλλά περιλαμβάνει και την ορθή θεώρηση του κόσμου, επιβεβαίωσε τη χριστολογική βάση της εικόνας και την αυστηρά προσωπική της αξία, αφού οι εικόνες, φέρνουν τον πιστό σε άμεση σχέση με τη χάρη και την υπόσταση του εικονιζόμενου προσώπου. Δεν τιμούμε και προσκυνούμε την ύλη, αλλά το δημιουργό της ύλης, Αυτόν που καταδέχτηκε να κατοικήσει μέσα στην ύλη και πραγματοποίησε τη σωτηρία τη δική μας και της κτίσης ολόκληρης, μέσω της ύλης. Είναι ένα πέρασμα που πρέπει να το περάσουμε και να το υπερβούμε, ώστε να φτάσουμε στο θείο Πρωτότυπο της εικόνας. Σε αυτή την εικονογραφική σχέση με το Απόλυτο, ο κόσμος, ο άνθρωπος βρίσκει την ίδια πραγματικότητα, να είναι δηλαδή εικόνα πανόμοια και ομοίωση με τον Κτίστη του.
Η εικόνα, λοιπόν για την Εκκλησία, δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο, ούτε ακόμη και μια απλή εικονογράφηση της Γραφής. Είναι το μέσο για να γνωρίσουμε το Θεό και να ενωθούμε μαζί Του. Είναι η αντανάκλαση της θείας δόξας, η προ-θεωρία της Βασιλείας.
Βιβλιογραφία
Αλέξανδρος Γκίκας ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Byzantine Art Icons-J warm Kons

Ορθοδοξία και Ισλάμ

Η ιστορική μοίρα οδήγησε τους ορθόδοξους λαούς σε μακραίωνη γειτνίαση και συμβίωση με λαούς η θρησκεία των οποίων ήταν το Ισλάμ. Ο διάλογος της Ορθοδοξίας με το Ισλάμ μας πάει τόσο πίσω στο παρελθόν, που συναντάει τις μορφές του αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού και του αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Οι μνήμες του παρελθόντος όμως περιλαμβάνουν δεινά αλλά και θετικά εκατέρωθεν. Το φαινόμενο, άλλωστε, της κινητικότητας και μετανάστευσης των πληθυσμών στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας επιφέρει έντονη θρησκευτική πολυχρωμία αλλά και σημαντική μουσουλμανική παρουσία τόσο στην ελληνική όσο και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, όπου το Ισλάμ έπαψε προ πολλού να είναι ο μακρινός «άλλος», ο ξένος, και έγινε ο γείτονας και ο σύνοικος.
Σ’ έναν κόσμο όπου η κλαγγή του πολέμου, της τρομοκρατίας και των διενέξεων καλύπτεται συνήθως με την επίκληση της θρησκευτικής πίστης, ορθώνοντας έτσι μεταφυσικά τείχη, αναδύεται ταυτόχρονα από την κριτικά τοποθετημένη συνείδηση του πιστού η ανάγκη οικοδόμησης διαύλων διαθρησκειακής επικοινωνίας και συνεννόησης, ιδίως μεταξύ των αυτών που δηλώνουν, και θέλουν να είναι, «παιδιά του Αβραάμ». Απέναντι σε όσους θεματοποίησαν ιδεολογικά την Σύγκρουση των θρησκειών και των πολιτισμών και στους μιλιταριστές πολιτικούς που κηρύσσουν νέες σταυροφορίες, η θεολογία οφείλει να επιμείνει στον αγαπητικό διάλογο, το σεβασμό και τη δεξίωση της θρησκευτικής και πολιτισμικής ετερότητας, μέσω της σοβαρής και έντιμης θεολογικής συζήτησης.
Το Ισλάμ, όπως άλλωστε και κάθε ιστορικό, κοινωνικό, πολιτισμικό ή θρησκευτικό μόρφωμα —όπως εξ άλλου και η ίδια η Ορθοδοξία— δεν είναι στατικό, μονολιθικό, αδιαφοροποίητο και συμπαγές μέγεθος. Στην ιστορική του πορεία έχει γνωρίσει σχίσματα, διαιρέσεις και εσωτερικές εντάσεις, επηρεάστηκε από πολιτισμικές συνθήκες και πρακτικές, οι οποίες ενίοτε δεν έχουν καμία σχέση με το Κοράνι και τη διδασκαλία του Μωάμεθ, ενώ παρουσιάζει αξιοσημείωτη ερμηνευτική ποικιλομορφία, καθώς αναδεικνύονται εντός του διάφορα μεταρρυθμιστικά ρεύματα και εκσυγχρονιστικές τάσεις.
Η γνώση του Ισλάμ οδηγεί στην αλληλοκατανόηση και στο σεβασμό της ετερότητας, εντός της οποίας καλείται η Εκκλησία να επιτελέσει το έργο της και την αποστολή της. Αποτελεί χρέος μας λοιπόν να υπερβούμε τις κακοήθειες του παρελθόντος ώστε να οικοδομήσουμε την αγαθοτοπία του μέλλοντος. Τα παραπάνω βέβαια προϋποθέτουν σοβαρή και νηφάλια, επιστημονική συζήτηση, δίχως αμυντικά ή απολογητικά σύνδρομα και συμπλέγματα.
Οι σχέσεις των μουσουλμάνων με την Ορθοδοξία είναι αρκετά παλαιές: Το Ισλάμ θεωρεί τον εαυτό του ως τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας των θεϊκών αποκαλύψεων που κάλεσαν τον κόσμο στον μονοθεϊσμό, αφού προηγήθηκαν ο Ιουδαϊσμός και ο Χριστιανισμός. Υπάρχουν αρκετές αναφορές για τους χριστιανούς στο Κοράνι, όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται: «οι καλούμενοι χριστιανοί είναι οι μάλλον διατεθειμένοι να αγαπούν τους πιστούς, επειδή έχουν ιερείς αφοσιωμένους στην μάθηση και μοναχούς, και επειδή δεν είναι υπερήφανοι». Το Κοράνι περιγράφει την κατάσταση μετά την ήττα των Βυζαντινών από τους Πέρσες. Οι μουσουλμάνοι ένιωσαν άσχημα για το γεγονός, επειδή οι Βυζαντινοί ανήκαν σε θρησκεία του μονοθεϊσμού. Ενώ αντίθετα οι ειδωλολάτρες (Κουραϊσίτες) χάρηκαν γιατί οι Πέρσες είχαν παρόμοια θρησκεία με αυτούς. «ηττήθηκαν οι Ρωμαίοι. Σε μια κοντινή περιοχή. Αυτοί όμως θα ξανανικήσουν σε μερικά χρόνια» . Oi αναφορές του Κορανίου στους Χριστιανούς είναι πολλές και διαφορετικές, καθώς συζητούν διάφορα θέματα της πίστης και της ιστορίας.

Βιβλιογραφία
Islam 101, by Gregory Davis, an Orthodox Christian, author and filmmaker.

St. John of Damascuss Critique of Islam, from his monumental book Fount of Knowledge (early 8th century).

Φωκά ιερομάρτυρος & Κηπουρού

ΦΩΚΑΣ: (από την λέξη φωκή)= ο στοργικός προς την πατρίδα και τους οικείους του όπως η φώκη.
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη δυο αγίων της Σινώπης του Πόντου, πού φέρουν το ίδιο όνομα.
Ο  άγιος Φωκάς ο Ιερομάρτυρας και ο άγιος μάρτυς Φωκάς ο κηπουρός.
Ο άγιος Φωκάς ο Ιερομάρτυρας έζησε ατά τέλη του πρώτου αιώνα στη Σινώπη του Πόντου, περίφημη και αρχαία πόλη της Μαύρης θάλασσας. Οι γονείς του, ευσεβέστατοι χριστιανοί ο Πάμφιλος και η Μαρία τον δίδαξαν την πίστη και την ευσέβεια.
«Εξ απαλών ονύχων» έλαβε το υπερφυσικό χάρισμα να ενεργή θαύματα. Πολλούς θεράπευσε και με του λόγου τη διδασκαλία αλλά και με τη δύναμη της θαυματουργίας. Γι' αυτό και σε νέα ηλικία αναδείχτηκε επίσκοπος «και πολλούς απίστους επέστρεψεν εις το φως της θεογνωσίας».
Όλη του τη ζωή την πέρασε «ευεργετών και ιώμενος» και σε ώριμη ηλικία κατά τρόπο θαυμαστό πληροφορήθηκε την εκ του κόσμου εκδημία και το τέλος του το μαρτυρικό.
Ένα περιστέρι ήλθε και κάθισε στην κεφαλή του και με ανθρώπινη ομιλία του αποκάλυψε το θέλημα του Θεού: «ποτήριον κεκέρασταί σοι, ο και δει σε πιείν», δηλαδή ήδη γέμισε το ποτήρι της ζωής και αναμίχτηκε με το δηλητήριο των φρικτών βασάνων τα όποια και πρέπει να γευθείς.
Και πραγματικά καταγγέλθηκε στον έπαρχο Αφρικανό για τη δράση του τη θεοφιλή και τη ζωή του την αγία και οδηγήθηκε μπροστά του και στη σχετική ανάκριση ο άγιος απάντησε θεολογώντας το Χριστό και κηρύττοντας την δι' αυτού Σωτηρία.
Άλλα ο Αφρικανός τόλμησε να βλασφημήσει το Χριστό και να ξυλοκοπήσει τον άγιο, και αμέσως έγινε σεισμός και νεκρώθηκαν και ο Αφρικανός και οι στρατιώτες του. Και βέβαια ο άγιος τους ανέστησε υπείκοντας στα παρακάλια της γυναίκας του Έπαρχου.
Ύστερα από αυτό οδήγησαν τον άγιο στον αυτοκράτορα Τραϊανό ο όποιος διέταξε και κρέμασαν τον άγιο και τον καταξέσχισαν υστέρα δε και σε λάκκο με ασβέστη τον έριξαν επειδή κήρυττε με θάρρος το Χριστό. Άλλα μη υποκύπτοντας στα μαρτύρια τον έκλεισαν τον άγιο σ' ένα λουτρό το οποίο θέρμαναν σε υψηλότατο βαθμό και εκεί μέσα ο ένδοξος Φωκάς παρέδωσε το πνεύμα στο Χριστό.
Και πάλι μετά θάνατον ο άγιος θαυματουργεί και σαν τον άγιο Νικόλαο έγινε και παρουσιάζεται προστάτης των ναυτικών.
Ο άγιος τώρα μάρτυς Φωκάς ο κηπουρός, καταγόταν και αυτός από την ως άνω πόλι του Πόντου την Σινώπη, μα ήταν στο βίο και στους τρόπους απλός. Ένα πολύ μικρό κήπον είχε τον όποιον ολημερίς καλλιεργούσε και με τα προϊόντα του ζούσε εκείνος και επρόσφερε και σε κάθε άλλο φτωχό.
Καλλιεργούσε μάλιστα παράλληλα με τον κήπο του και τον κήπο της ψυχής του και τον στόλιζε με τα άνθη των αρετών.
Αυτός ο απλός στους τρόπους και φιλάνθρωπος κηπουρός με τις ελεημοσύνες του και τον υποδειγματικό του βίο, πολλούς προσήλκυε κοντά ατό Χριστό, γι' αυτό και η δράσι του και η παρουσία του αισθητή και πολύ ενοχλητική έγινε για τον έπαρχο της πόλεως και τον άπιστο λαό.
Και ο Έπαρχος διέταξε τους στρατιώτες του να τον βρουν και να τον αποκεφαλίσουν.
Πράγματι, έτρεξαν οι στρατιώτες και μπαίνοντας στη Σινώπη τους υποδέχθηκε ο φιλόξενος κηπουρός. Έμειναν στο σπίτι του έφαγαν και αναπαύτηκαν θαυμάσια. Και ο ευγενής κηπουρός Φωκάς τους ερώτησε, πόθεν έρχονται και για ποιο σκοπό. Να, —του είπαν— αναζητούμε στην πόλη τούτη το Φωκά τον κηπουρό, έχομε εντολή να τον αποκεφαλίσουμε γιατί παρά τις απαγορεύσεις του αυτοκράτορα εξακολουθεί να διαδίδει το λόγο το χριστιανικό. Τί δίλημμα ήταν εκείνο! Ποιος από εμάς, αγαπητοί μου αδελφοί, δεν θα κρυβόταν χρησιμοποιώντας το ψέμα, ή και εάν ανακαλυπτόταν δεν θα υπενθύμιζε την υποχρέωση για τη φιλοξενία; Και όμως ο άγιος Φωκάς απερίφραστα, χωρίς να κιτρινίσει από το φόβο του, χωρίς να ανέβη το αίμα στο κεφάλι του, με απλότητα και αυθορμητισμό αποκάλυψε στους στρατιώτες ότι αυτός ήταν ο Φωκάς ο κηπουρός.
Οι στρατιώτες πάγωσαν, βαθύτατοι βέλος θλίψεως διαπέρασε τις καρδιές τους. Όχι —είπαν— δεν ημπορεί, δεν είναι δυνατό να φονέψουμε ένα τέτοιο τέλειο άνθρωπο φιλάνθρωπο και φιλόξενο χριστιανό. Μην ανήσυχης —του είπαν— εμείς θα πείσουμε τον άρχοντα ότι παντού ψάξαμε και πουθενά δεν βρήκαμε τον αναζητούμενο κηπουρό.
Όχι αδελφοί μου, τους είπε. Τί θα κερδίσω εγώ; Ποθώ «αναλύσαι και συν Χριστώ είναι», ίσως - ίσως δε θα κινδυνέψετε εσείς να χάσετε τη ζωή σας από τον ηγεμονικό θυμό. Και οι στρατιώτες υπάκουσαν και με πόνο και φρίκη και καϋμό την αγία του κηπουρού Φωκά κεφαλήν απέκοψαν και εκτέλεσαν το χρέος τους και απέναντι στο νόμο και απέναντι στο Θεό.
Απολυτίκιον:
''Eκ βρέφους του Πνεύματος, όφθεις δοχείον λαμπρόν, θαυμάτων επλούτησας, την παρ'αυτού δωρεάν, Φωκά Ιερώτατε, όθεν ιερουργήσας, τω Σωτήρι οσίως, έπιες εν αθλήσει, το ποτήριον τούτου, ω πρέσβευε δεόμεθα, υπέρ των ψυχών ημών.''

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Ἁγίου Προφήτου Ἰωνᾶ.

    Τῇ ΚΑ' τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου , μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ἰωνᾶ.
ΙΩΝΑΣ (εβραϊκά ) το περιστέρι - αγγελιοφόρο , ο απεσταλμένος του Θεού.
 Ο Άγιος Ιωνάς, ήταν Προφήτης του Ισραήλ της Παλαιάς Διαθήκης. Έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ., επί των βασιλέων Αμασίου και Ιεροβοάμ. Ήταν γιος του Αμαθί και είχε πατρίδα την Γεχθοφέρ, της φυλής Ζαβουλών. Ο Ιωνάς αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη ως πέμπτος μεταξύ των μικρών λεγόμενων προφητών. Ο Κύριος τον είχε διατάξει να πάει στη Νινευή, πόλη πλάνης και οργίων, για να κηρύξει σ'αυτή και να προφητέψει την καταστροφή της. Ο Ιωνάς όμως, δεν υπάκουσε στο θέλημα του Θεού, και έκρινε καλό να πάει σε μια άλλη πόλη στους Θαρσείς. Ξεκίνησε λοιπόν το ταξίδι του με πλοίο, αλλά στ'ανοιχτά έπιασε μεγάλη τρικυμία. Τότε έριξαν κλήρο, για να δουν ποιός είναι υπεύθυνος του κακού που τους βρήκε.
Και ο κλήρος έπεσε στον Ιωνά, που είχε παρακούσει το θέλημα του Θεού. Τότε τον έριξαν στη θάλασσα και η τρικυμία σταμάτησε. Τον Ιωνά, τον κατάπιε ένα μεγάλο κήτος χωρίς να τον φάει και μετά τρεις μέρες και τρεις νύχτες τον έβγαλε στην ξηρά σώο και αβλαβή. Τότε ο Ιωνάς πήγε στη Νινευή, προφήτεψε ότι του είπε ο Θεός και οι Νινευίτες μετάνιωσαν, νήστεψαν 40 μέρες και έτσι η πόλη τους σώθηκε απ'την καταστροφή. H τριήμερη παραμονή του Ιωανά στην κοιλιά του κήτους, υποδεικνύει την Σταύρωση, και την μετά απο τρείς μέρες την Ανάσταση του Χριστού. Ο Ιωνάς πέθανε στη γη Σαραάρ, κοντά στη βελανιδιά της Δεβόρας και τάφηκε μέσα σε σπηλιά.

Απολυτίκιον : ''Σάλπιγξ εύηχος, θείων κριμάτων, κόσμω πέφηνας, αναφωνούσα, Ιωνά τοις Νινευίταις μετάνοιαν και συσχεθείς εν τω κήτει προέγραψας, την του Σωτήρος τριήμερον έγερσιν όθεν πρέσβευε, δοθήναι τοις σε γεραίρουσι, πταισμάτων ιλασμόν και μέγα έλεος.''


Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Αγίου Μεγαλομάρτυρος Ευσταθίου

Ο Άγιος Ευστάθιος έζησε επί των αυτοκρατόρων Τραϊανού και Αδριανού, Ονομαζόταν Πλακίδας (ως ειδωλολάτρης) , και ήταν αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού. Ενώ κυνηγούσε κατά το συναξάρι, είδε ένα ελάφι που κρατούσε με τα κέρατά του έναν Σταυρό ενώ μία φωνή, τον καλούσε στην αληθινή πίστη, στην πίστη του Χριστού. Ο Άγιος πίστεψε και βαπτίστηκε με το όνομα Ευστάθιος και τον ακολούθησε η γυναίκα του Τατιανή, που πήρε το χριστιανικό όνομα Θεοπίστη, καθώς και οι δύο γιοι τους,Αγάπιος..και..Θεόπιστος.
Μόλις πληροφορήθηκε ο αυτοκράτορας ότι ο αξιωματικός του έγινε χριστιανός, τον έδιωξε από το στρατό και τον εξόρισε μαζί με την οικογένειά του. Στον δρόμο για την εξορία ο Ευστάθιος χωρίστηκε από τη σύζυγό και τα παιδιά του, έφτασε σε σημείο να ζητιανεύει ώστε να μπορέσει να ζήσει. Έπειτα από κάποια χρόνια, ο Τραϊανός χρειάστηκε την πολύτιμη προσφορά του Ευσταθίου και τον ανακάλεσε στο στράτευμά του. Οι στρατιωτικές και πολεμικές ικανότητες του Ευσταθίου χάρισαν στον αυτοκράτορα μεγάλες νίκες. Μάλιστα ο Ευστάθιος σε μια από τις εκστρατείες του βρήκε ξανά την οικογένειά του, η οποία όλα αυτά τα χρόνια είχε περάσει πολλές κακουχίες. Μετά από λίγο καιρό ο Αδριανός, διάδοχος του Τραϊανού, ζήτησε από τον Ευστάθιο να παραστεί σε θυσία που θα γινόταν σε ειδωλολατρικούς θεούς όπου αυτός αρνήθηκε.
Τότε ο αυτοκράτορας διέταξε να φτιάξουν ένα χάλκινο βασανιστήριο, να το πυρώσουν καλά και να κλείσουν μέσα σ’αυτό τον Ευστάθιο και την οικογένειά του. Καθώς όμως ετοιμάζονταν να τους βάλουν μέσα, οι ίδιοι ζήτησαν να προσευχηθούν. Τότε άκουσαν τον Κύριο να λέει ότι αφού πέρασαν μεγάλους πειρασμούς με μεγάλη υπομονή και γενναιότητα θα απολαύσουν στην ουράνια πατρίδα την αιώνια χαρά. Τότε ο Άγιος και η οικογένειά του παραδόθηκαν στους στρατιώτες με μεγάλη προθυμία, κλείστηκαν μέσα στον χάλκινο θάλαμο και παρέδωσαν την ψυχή τους στον Κύριο το 126 μ.Χ. Μετά από κάποιες ημέρες ο Αδριανός διέταξε ν’ανοίξουν το χάλκινο κατασκεύασμα. Όταν το άνοιξαν, είδαν ότι ούτε μία τρίχα από το κεφάλι τους δεν είχε καεί. Στην αρχή νόμισαν ότι ήταν ακόμη ζωντανοί και διέταξε να τους βγάλουν έξω. Ο κόσμος μόλις είδε τα σώματά τους σώα κι αβλαβή, άρχισε να φωνάζει με μία φωνή «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών. Αυτός μόνο είναι ο Θεός ο αληθινός και κανείς άλλος». Ο Αδριανός φοβήθηκε και έφυγε. Τότε κάποιοι Χριστιανοί πήραν τα νεκρά σώματα των Αγίων κρυφά και τα έθαψαν με ιδιαίτερη ευλάβεια.
Ο Άγιος Ευστάθιος θεωρείται ο προστάτης των κυνηγών.
Απολυτίκιον
"Αγρευθείς ουρανόθεν προς ευσέβειαν ένδοξε, τη του σοι οφθέντος δυνάμει, δι’ελάφου Ευστάθιε, ποικίλους καθυπέστης πειρασμούς, και ήστραψας εν άθλοις ιεροίς, συν τη θεία σου συμβίω και τοις υιοίς, φαιδρύνων τους βοώντας σοι. Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω δείξαντί σε εν παντί, Ιώβ παμμάκαρ δεύτερον."

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού

    Η ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού από την Μητέρα Μ. Κωνσταντίνου Ελένη,αναφέρεται από πολλούς ιστορικούς της πρωτοβυζαντινής περιόδου (Σωκράτης, Σωζόμενος Θεοδώρητος, Ρουφίνος και Αμβρόσιος). Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, ο αυτοκράτωρ Αδριανός είχε οικοδομήσει επί του τάφου του Ιησού Χριστού ειδωλολατρικό ναό αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Η Αγία Ελένη γνωρίζοντας αυτήν την παράδοση κατεδάφισε τον ναό και κάτω από τα θεμέλιά του βρήκε τρεις σταυρούς. Προκειμένου να διαπιστωθεί ποιός σταυρός ήταν εκείνος του Ιησού Χριστού ο επίσκοπος Ιεροσολύμων ακούμπησε το σώμα μίας ευσεβέστατης νεκρής γυναίκας διαδοχικά και με τους τρεις σταυρούς. Μόλις το νεκρό σώμα της γυναίκας ακούμπησε τον Τίμιο Σταυρό αναστήθηκε. Την επομένη, την 14η Σεπτεμβρίου του 335 έγινε η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού εντός του ναού και σε περιφανές μέρος για να μπορούν να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι οι περιχαρείς πιστοί. Τρεις αιώνες μετά, ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος ύψωσε για δεύτερη φορά τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο επανέφερε στα χέρια των Ορθοδόξων μετά από 14 χρόνια κατοχής του από τους Πέρσες.
    H τιμή και η προσκύνηση του Σταυρού είναι προσκύνηση του Ίδιου του Εσταυρωμένου Λυτρωτή, Χριστού.Το Ιερότερο σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο Τίμιος Σταυρός, η σημαία και το λάβαρο της Εκκλησίας. Μία φορά ήταν όργανο θανατικής εκτελέσεως των κακούργων και των ατίμων, ξύλο καταισχύνης και κατάρας.Από τότε όμως που επάνω σ' αυτόν πέθανε ο αναμάρτητος Σωτήρας του κόσμου, ο Σταυρός έγινε «τίμιον ξύλον». Από τότε το σχήμα του χαράσσεται πάνω στους τάφους των χριστιανών στις κατα¬κόμβες και, μετά τους διωγμούς, στολίζει τα στέμματα των χριστιανών βασιλέων, υψώνεται επάνω στις εκκλησίες και παντού είναι το φυλακτό και το στολίδι των χριστιανών.
   Γι' αυτό κάθε 14η Σεπτεμβρίου, που εορτάζουμε την εύρεση του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα από την Αγία Ελένη και την ύψωση του, ψάλλει η Εκκλησία:
«Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης. Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας...»
   Την θεολογικη σημασία της εορτής την βρίσκουμε στα τροπάρια της ημέρας. Από αυτά εκείνα του Εσπερινού και των αίνων είναι τα πιο μεστά σε νοήματα και πλουσιώτερα σε ποιητικές εξάρσεις Τα θεολογικά αυτά νοήματα συμπυκνώνει στους στίχους του το πρώτο απόστιχο του Εσπερινού του πλ. α’ ήχου: "Χαίροις ο ζωηφόρος Σταυρός, της ευσέβειας το αήττητον τρόπαιον,η θύρα του Παραδείσου, ο των πιστών στηριγμός,το της Εκκλησίας περιτείχισμα, δι' ου εξηφάνισται,η φθορά και κατήργηται, και κατεπόθη του θανάτου η δύναμις,και υψώθημεν, από γης προς ουράνια.Όπλον ακαταμάχητον, δαιμόνων αντίπαλε, δόξα Μαρτύρων Οσίων,ως αληθώς εγκαλλώπισμα, λιμήν σωτηρίας, ο δωρούμενος τω κόσμω το μέγα έλεος".
    Το απολυτίκιο της ημέρας :"Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων, δια του Σταυρού Σου, πολίτευμα".
    Στο τροπάριο αυτό γίνεται λόγος για το ότι ο λαός ανήκει στον Θεό: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου». Επομένως, ο λαός δεν ανήκει στους άρχοντας, οι οποίοι δεν έχουν το δικαίωμα να τον διευθύνουν ως δικό τους κτήμα, ανεξάρτητα από τον Θεό.
Κληρονομία είναι η Εκκλησία, η μία, αγία, καθολική και αποστολική, που κρατά αμετάβλητα και αδιάλειπτα την διαδοχή, την διδασκαλία και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
    Η φράση “νίκας τοις βασιλεύσιν” εννοιολογικά αναφέρεται στους άρχοντας που ηγούνται του λαού. Επειτα, γίνεται λόγος για το πολίτευμα του Κράτους που προστατεύεται από τον Σταυρό: «και το σον φυλάττων διά του σταυρού Σου πολίτευμα». Πρόκειται για ένα πολίτευμα που στηρίζεται στον αποκαλυπτικό λόγο του Θεού, στο πολίτευμα του Σταυρού, δηλαδή στην αγάπη ως υπέρβαση της φιλαυτίας. Και το ερώτημα τίθεται καυτό: Το σύγχρονο πολίτευμα εμπνέεται από τον Σταυρό του Χριστού, δηλαδή από τον αγώνα υπερβάσεως του ατομικισμού και της ατομοκρατίας, ή είναι ένα πολίτευμα ατομικής ευδαιμονίας και ηδονοκρατίας με τις ποικίλες μορφές της;
   Ακόμη στο τροπάριο αυτό γίνεται λόγος για βαρβάρους: «κατά βαρβάρων δωρούμενος». Ποιοι είναι αυτοί οι βάρβαροι; Το τροπάριο αυτό θέτει έναν βαθύ πολιτειακό προβληματισμό που δεν συνδέεται με την εξωτερική μορφή του πολιτεύματος, αλλά με τον τρόπο ζωής και πολιτείας τόσο των αρχόντων όσο και των αρχομένων.