Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 30

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος, ὁ Πρωτόκλητος
Ὁ Ἀνδρέας, ψαρὰς στὸ ἐπάγγελµα καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἦταν ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας. Ἐπειδὴ κλήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο πρῶτος στὴν ὁµάδα τῶν µαθητῶν, ὀνοµάστηκε πρωτόκλητος. Ἡ ἱστορία τῆς ζωῆς τοῦ Ἀνδρέα µέχρι τὴν Σταύρωση, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὑπῆρξε σχεδὸν ἴδια µὲ ἐκείνη τῶν ἄλλων µαθητῶν. Μετὰ τὸ σχηµατισµὸ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ὁ Ἀνδρέας κήρυξε στὴ Βιθυνία, Εὔξεινο Πόντο, Θρᾴκη, Μακεδονία καὶ Ἤπειρο. Τε-λικά, κατέληξε στὴν Ἀχαΐα. Ἐκεῖ ἡ διδασκαλία του καρποφόρησε καὶ µὲ τὶς προ-σευχές του θεράπευσε θαυµατουργικὰ πολλοὺς ἀσθενεῖς. Ἔτσι, ἡ χριστιανικὴ ἀλήθεια εἶχε µεγάλες κατακτήσεις στὸ λαὸ τῆς Πάτρας. Ἀκόµα καὶ ἡ Μαξιµίλλα, σύζυγος τοῦ ἀνθυπάτου Ἀχαΐας Αἰγεάτου, ἀφοῦ τὴν θεράπευσε ὁ Ἀπόστολος ἀπὸ τὴν βαρειὰ ἀῤῥώστια ποὺ εἶχε, πίστεψε στὸ Χριστό. Τὸ γεγονὸς ἐκνεύρισε τὸν ἀνθύπατο, καὶ µὲ τὴν παρότρυνση τῶν εἰδωλολατρῶν ἱερέων συνέλαβε τὸν Ἀνδρέα καὶ τὸν σταύρωσε σὲ σταυρὸ σχήµατος Χ. Ἔτσι, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας «παρέστησε τὸν ἑαυτό του στὸ Θεὸ δόκιµον ἐργάτην», δηλαδὴ δοκιµασµένο καὶ τέλειο ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ λείψανό του ἔθαψε µὲ εὐλάβεια ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος Πατρῶν Στρατοκλῆς.

Ὁ Ἅγιος Φρουµέντιος ἀρχιεπίσκοπος Ἀβησσυνίας (Αἰθιοπίας)
Στὰ χρόνια τοῦ µεγάλου Κωνσταντίνου (330), κάποιος φιλόσοφος ἀπὸ τὴν Τύρο, ποὺ ὀνοµαζόταν Φρουµέντιος, πῆγε στὴν Ἀβησσυνία (Αἰθιοπία) γιὰ νὰ συλλέξει ἱστορικὰ στοιχεῖα γι᾿ αὐτὴν τὴ χώρα. Ἔγινε γνωστὸς στὴ βασιλικὴ αὐλὴ γιὰ τὴν λογιότητά του καὶ διορίστηκε σὲ ἀνώτερη διοικητικὴ θέση. Τὴ θέση καὶ τὴν ἐπιῤῥοή του χρησιµοποίησε γιὰ τὴν ἔναρξη διάδοσης τοῦ χριστιανισµοῦ. Κατόπιν ἐπέστρεψε στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἀνακοίνωσε στὸν τότε ἀρχιεπίσκοπο Μέγα Ἀθανάσιο, ὅτι µία πιὸ συστηµατικὴ χριστιανικὴ ἐργασία σ΄ αὐτὴν τὴ χώρα θὰ εἶχε ἀποτελέσµατα καρποφόρα. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος συµφώνησε καὶ τοῦ ἀνέθεσε τὴν ἱεραποστολὴ ἐκείνη, ἀφοῦ τὸν χειροτόνησε ἐπίσκοπο (τὸ ἔτος 341) µὲ τὸν τίτλο «Ἀξώµης». Καὶ ἡ ἱεραποστολὴ ἐκείνη, µὲ βοηθὸ τοῦ Φρουµεντίου τὸν Αἰδέσιο, ἔφερε πράγµατι ἀρκετὴ καρποφορία.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος Μηθύµνης
Ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος, σύµφωνα µὲ τὴν παράδοση, ἦτο ἐπίσκοπος Μηθύµνης, ὁ πρῶτος ἴσως ἐπίσκοπος αὐτῆς τῆς Μητροπόλεως, καὶ µάλιστα ἔλαβε µέρος στὴν Α΄ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο τὸ ἔτος 325 µ.Χ. Ἐπίσης, λέγεται, ὅτι ἵδρυσε µοναστήρι στὴν περιφέρεια τῆς Κοινότητος Λαφιώνας, ὅπου πέρασε τὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του. Γιὰ τὸ ἔργο, ἐπίσης, τοῦ ἁγίου Ἀλεξάνδρου δὲν ἔχοµε ἄλλες πληροφορίες, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὲς ποὺ µᾶς δίνει ἡ ἀκολουθία ποὺ ψάλλεται τὴν ἡµέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου, στὶς 30 Νοεµβρίου. Ἐκεῖ ἐγκωµιάζεται ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος «φωστὴρ ἀκοίµητος, ποιµὴν ὁ πραότατος, ἐν εὐσεβείᾳ συγκρατήσας τὸ ποίµνιον, ὁδηγήσας τε καὶ ποιµάνας ἐν χάριτι, λύκους ὡς τροπωσάµενος δεινῶς αἱρετίζοντας» καὶ στὴ συνέχεια ὡς «πολύφωτος ἀστὴρ µοναζόντων» καὶ σὲ ἄλλο σηµεῖο ὅτι «ἰατρεῖον παθῶν ἀναδέδεικται ἡ σορὸς τῶν ἁγίων λειψάνων αὐτοῦ».

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 29

Ὁ Ἅγιος Παράµονος καὶ οἱ 370 Μάρτυρες ποὺ µαρτύρησαν µαζὶ µ᾿ αὐτόν
Μαρτύρησε µαζὶ µὲ ἄλλους 370 χριστιανοὺς στὰ µέσα τοῦ 3ου µ.Χ. αἰῶνα, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Δέκιος, ποὺ εἶχε κάνει πολλοὺς φόνους χριστιανῶν. Τότε λοιπόν, κοντὰ στὸν ποταµὸ Τίγρη ὑπῆρχαν ἰαµατικὰ λουτρά. Στὰ λουτρὰ αὐτὰ εἶχε πάει καὶ ἕνας φανατικὸς λάτρης τῶν εἰδώλων, ὁ ἄρχων Ἀκυλίνος. Ὅταν ἔκανε θυσίες στὸ ναὸ τῆς Ἴσιδος, ἔδωσε διαταγὴ νὰ συµµετέχουν σ᾿ αὐτὲς ὁ Παράµονος καὶ ἄλλοι 370 χριστιανοί, ποὺ εἶχαν συλληφθεῖ καὶ τοὺς κρατοῦσαν φυλακισµένους. Ὅλοι ὅµως ἀρνήθηκαν. Καὶ ἐνῷ γίνονταν οἱ εἰδωλολατρικὲς θυσίες, οἱ πιστοὶ τοῦ Χριστοῦ ἔψαλλαν «ψαλµοῖς καὶ ὕµνοις καὶ ὠδαῖς πνευµατικαῖς» στὸ Σωτῆρα τους. Ὁ Ἀκυλίνος, ἐξαγριωµένος ἀπὸ τὴν στάση τους, διέταξε νὰ τοὺς σκοτώσουν. Ὅρµησαν ἐναντίον τους οἱ στρατιῶτες, καὶ κτυπῶντας τους µὲ τὶς λόγχες, καταξέσχισαν τὰ σώµατά τους. Ἔτσι, µαρτυρικὰ καὶ ἔνδοξα παρέδωσαν ὅλοι τὴν γενναία ψυχή τους στὸ στεφανοδότη Χριστό.

Ὁ Ἅγιος Φιλούµενος
Ἦταν ἔµπορος σιτηρῶν καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Λυκαονία. Καταγγέλθηκε ὅτι ἦταν χριστιανὸς στὸν ἡγεµόνα τῆς Ἀγκύρας Φήλικα, τὸ ἔτος 270. Ὅταν τὸν συνέλαβαν, οὔτε τὴ ζωή του θέλησε νὰ προφυλάξει, οὔτε τὸ ἐµπόριό του νὰ προστατέψει καὶ νὰ διατηρήσει. Καταφρονῶντας τὰ πάντα γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν ψυχική του σωτηρία, ὁµολόγησε ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ ἀρνήθηκε νὰ προσφέρει θυσία στὰ εἴδωλα. Τὸν ὑπέβαλαν τότε σὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Τρύπησαν µὲ καρφιὰ τὰ χέρια, τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι του, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ τοῦ προκληθεῖ ἀκατάσχετη αἱµοῤῥαγία καὶ ἔτσι παρέδωσε στὸν Θεὸ τὴν ἁγία ψυχή του.

Ὁ Ὅσιος Νικόλαος Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἱεροµάρτυρας, «ὁ ἐν Περσίδι»
Σὲ πολλὰ Μηνολόγια ὁ Ἰωάννης αὐτὸς ἀναφέρεται ὅτι καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Δαµασκοῦ καὶ µαρτύρησε στὴν Περσία. (Ἴσως ὅµως νὰ εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο µ᾿ αὐτὸ τῆς 10ης Ἀπριλίου καὶ τῆς 1ης Νοεµβρίου).

Οἱ Ἅγιοι ἕξι Μάρτυρες
Ἄγνωστο ποὺ καὶ πότε µαρτύρησαν. Σύµφωνα µὲ τὴν παράδοση, ὅταν τοὺς καταδίωκαν, ἄνοιξε µία πέτρα καὶ µπῆκαν στὸ ἐσωτερικό της.

Ὁ Ἅγιος Οὐρβανός ἐπίσκοπος Μακεδονίας
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. (Ἴσως εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο µὲ τὸν Ἅγιο Ῥωµανὸ τῆς 28ης Νοεµβρίου).

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἐπίσκοπος Κορίνθου
Μᾶλλον πρόκειται γιὰ τὸν Διονύσιο ἐπίσκοπο Κορίνθου, ποὺ ἔζησε τὸν 2ο αἰῶνα µ.Χ. (160), ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Μᾶρκος Αὐρήλιος. Κατὰ τὸν Μελέτιο ὁ Διονύσιος αὐτὸς ἦταν ἄνδρας λόγιος, πολυµαθὴς καὶ ἔνθεος. Μεριµνοῦσε ὄχι µόνο γιὰ τὸ ποίµνιό του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ποίµνιο τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, µὲ τὶς ὁποῖες ἐπικοινωνοῦσε µὲ ἐπιστολές. Τὶς ἐπιστολὲς αὐτές, ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβειος τὶς χαρακτηρίζει σὰν θεῖες διδασκαλίες καὶ ἄξιες µεγάλης προσοχῆς. (Ἀναφέρεται ὅτι µαρτύρησε διὰ ξίφους).

Ὁ Ὅσιος Παγκόσµιος
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν
Ἔκανε µαθητὴς τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου καὶ πῆρε ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ χαρίσµατα ἐκείνου, ἡ δὲ ἐγκράτειά του εἰκονίζεται κατὰ τὸν αὐστηρότατο ἀσκητισµό. Πολλὲς φορὲς ἔµεινε νηστικὸς ἐντελῶς, χωρὶς καθόλου νὰ ζηµιωθεῖ ἡ ὑγεία του ἢ νὰ ἐλαττωθεῖ ἡ πνευµατικὴ ἀντοχή του καὶ ἡ προθυµία του. Συχνὰ ἔλεγαν οἱ µοναχοὶ γιὰ ὁράµατα, ποὺ ἐµφανίζονταν σ᾿ αὐτοὺς οἱ δαίµονες. Ἐκεῖνος τότε ἔλεγε: «ἐγὼ φοβᾶµαι περισσότερα τὰ δαιµόνια, ποὺ φωλιάζουν τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν φιλαργυρία, τὴν φιληδονία καὶ ἄλλα παρόµοια πάθη. Αὐτὰ εἶναι τὰ πιὸ ἐπικίνδυνα δαιµόνια καὶ πρέπει µεγάλη προσοχὴ πρὸς αὐτά». Ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Οὐαλερῖνος (ἢ Οὐαλεριανὸς)
Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Φαῖδρος
Θανατώθηκε µαρτυρικά, ἀφοῦ ἔχυσαν ἐπάνω του καυτὴ ῥητίνη.

Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος
Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸν Συναξαριστὴ Delehaye µὲ σύντοµο ὑπόµνηµα. Αὐτὸς ἐγκατέλειψε γυναῖκα, παιδιὰ καὶ συγγενεῖς, καὶ ἔγινε µοναχός. Γύριζε τὴν ἔρηµο, τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, γιὰ νὰ καταλήξει στὴν Αἴγυπτο, ὅπου βρέθηκε νεκρὸς σὲ κάποιο ναό, φέροντας ἐπάνω του βαρειὰ σίδερα. Ὅταν τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ κόσµος, θαύµασε τὴν ἀσκητικότητά του. Ἔτσι κατασκεύασαν ξύλινη θήκη, ὅπου ἔβαλαν µέσα τὸ σῶµα του, µαζὶ µὲ τὰ σίδερα ποὺ ἔφερε ὅταν ζοῦσε.

Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος «ἐπίσκοπος ἐν τῷ Σπηλαίῳ»
Ρῶσος

Ὁ Ἅγιος Φιλούµενος ὁ Νεοϊεροµάρτυρας
Ἦταν ἁγιοταφίτης Ἱεροµόναχος στὴν Ἱερουσαλὴµ καὶ τὸν ἔσφαξαν - µᾶλλον φανατικοὶ µουσουλµάνοι - στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ τὸ 1979.

Ὁ Ἅγιος Brendan (Ἰρλανδός)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Ἀνάµνησις Ἐγκαινίων Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Σεργίου καὶ Βάκχου

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 28

Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Ὁµολογητής, ὁ Νέος
Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του Ἰωάννης καὶ Ἄννα τὸν ἀνέθρεψαν κατὰ τὸν καλύτερο χριστιανικὸ τρόπο. Ὅταν µεγάλωσε, µορφώθηκε ἀρκετὰ καὶ ἀργότερα ἀναδείχθηκε ἡγούµενος στὸ περίφηµο ὄρος τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου. Ὅταν ξέσπασε ὁ πόλεµος ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὄχι µόνο δὲ συµµορφώθηκε µὲ τὶς αὐτοκρατορικὲς διαταγές, ἀλλὰ καὶ χαρακτήρισε αἱρετικούς τους εἰκονοµάχους βασιλεῖς. Καταγγέλθηκε στὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο τὸν Κοπρώνυµο, ὁ ὁποῖος ἤλπιζε µὲ τὴν προσωπική του ἐπιβολή, ὅταν τὸν ἔφερνε µπροστά του, νὰ δαµάσει τὸ φρόνηµα τοῦ Στεφάνου. Συνέβη ὅµως τὸ ἀντίθετο. Ὁ Στέφανος, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους µὲ «πολλὴν παῤῥησία ἐν πίστει τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ», δηλαδὴ µὲ πολλὴ παῤῥησία καὶ θάῤῥος στὸ νὰ διακηρύττει τὴν πίστη ποὺ ὁµολογοῦν ὅσοι εἶναι σὲ κοινωνία µὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἤλεγξε αὐστηρὰ κατὰ πρόσωπο τὸν Κοπρώνυµο. Αὐτὸς τότε τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακὴ καὶ µετὰ ἀπὸ µέρες διέταξε νὰ τὸν θανατώσουν. Ἀφοῦ, λοιπόν, τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακή, ἄρχισαν νὰ τὸν λιθοβολοῦν καὶ νὰ τὸν κτυποῦν µὲ βαρειὰ ῥόπαλα. Ἕνα ἰσχυρὸ κτύπηµα στὸ κεφάλι ἔδωσε τέλος στὴ ζωὴ τοῦ Στεφάνου (τὸ 767 µ. Χ.). Κατόπιν τὸ σῶµα του τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα, ἀλλὰ εὐλαβεῖς χριστιανοὶ ποὺ τὸ βρῆκαν ὅταν τὰ κύµατα τὸ ἔφεραν στὴν παραλία, τὸ ἔθαψαν µὲ τὴν ἁρµόζουσα τιµή.

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας
Ἦταν ἀσκητὴς καὶ διέµενε σὲ κάποιο κελὶ κοντὰ στὶς Βλαχερνές. Ἐπίσης ἦταν συναγωνιστὴς τοῦ ὁσίου Στεφάνου τοῦ ὁµολογητῆ, ποὺ βιογραφικό του σηµείωµα ἀναφέραµε πιὸ πάνω. Ὁ Ἀνδρέας µαρτύρησε ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων, συρόµενος στὴ γῆ ἀπὸ τοὺς εἰκονοµάχους µέχρι θανάτου.

Ὁ Ἅγιος Πέτρος
Ἦταν καὶ αὐτὸς ἀσκητὴς στὸν Ὄλυµπο. Φυλακίστηκε ἀπὸ τὸν Κοπρώνυµο µαζὶ µὲ τὸν Στέφανο τὸν νέο, διότι προσκυνοῦσε τὶς ἅγιες εἰκόνες. Κατόπιν τὸν χτύπησαν µέχρι θανάτου καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.

Ἡ Ἁγία Ἄννα ἡ Ὁσιοµάρτυς
Συµµαρτύρησε µαζὶ µὲ τὸν Ἅγιο Στέφανο τὸν νέο, γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες, ἀφοῦ τὴν χτύπησαν µέχρι θανάτου.

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ποὺ συµµαρτύρησαν µὲ τὸν Ἅγιο Στέφανο τὸν νέο γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες Βασίλειος, Στέφανος, Ἰωάννης ὁ ἀπὸ Λεγαταρίων ἢ Λεγατοκρίων, δυὸ Γρηγόριοι καὶ ἄλλοι
Ἡ λύσσα τοῦ Κοπρωνύµου καὶ τῶν γύρω του δὲν περιορίστηκε µόνο σὲ ἕνα θῦµα. Μετὰ τὸν Στέφανο ὑπέστησαν βασανισµοὺς καὶ θανάτους καὶ ἄλλοι ὁµολογητὲς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Βασίλειος, τυφλώθηκε ἀπὸ τοὺς δήµιους, ἐξακολουθῶντας νὰ διακηρύττει τὴν Ὀρθόδοξη πίστη του, καὶ στὴ συνέχεια τὸν σκότωσαν µὲ κλωτσιές. Ἄλλος ἔπειτα, ὁ Ἰωάννης ὁ ἀπὸ Λεγαταρίων ἐξορίστηκε στὴ Δαφνούσια, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ συνεχεῖς δαρµούς. Ἄλλοι δὲ πάλι µὲ ἄλλο βάρβαρο τρόπο θανατώθηκαν ἢ ἐξορίστηκαν καὶ περνοῦσαν συνεχῆ µαρτυρικὴ ζωή.

Ὁ Ἅγιος Εἰρήναρχος καὶ οἱ Ἑπτὰ Ἅγιες Γυναῖκες ποὺ µαρτύρησαν µαζὶ µὲ τὸν ἅγιο Εἰρήναρχο
Ἀντιπαθοῦσε τοὺς χριστιανοὺς καὶ βοηθοῦσε τοὺς βασανιστὲς κατὰ τὸν διωγµὸ ποὺ ἔκαναν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Εἰρήναρχος γεννήθηκε εἰδωλολάτρης στὴν πόλη Σεβάστεια, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Διοκλητιανός. Ἀλλ᾿ ἡ προσέγγιση, ἔστω καὶ µ᾿ αὐτὴ τὴν µορφή, στοὺς µάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, φώτιζε σιγὰ-σιγὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Εἴρηναρχου. Ἔβλεπε ἐκεῖ ἥρωες πράους σὰν τ᾿ ἀρνιά, ἀλλὰ πιὸ ἀνδρείους καὶ ἀπὸ τὰ λιοντάρια. Ἔµενε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν ἀνέκφραστη καλοσύνη τῶν θυµάτων ἀκόµα καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δηµίους τους. Θαύµαζε ἐπίσης, ὅτι καὶ τρυφερὲς παρθένες συµµετεῖχαν στὸν µοναδικὸ ἐκεῖνο ἡρωισµὸ καὶ τὴν ὑπέροχη αὐταπάρνηση. Ἡ βαθµιαία αὐτὴ µεταβολὴ στὴν ψυχὴ τοῦ Εἰρήναρχου κατάληξε στὴν ὁµολογία τοῦ Χριστοῦ ἀπ᾿ αὐτόν, τὴν ὥρα ποὺ ἑπτὰ χριστιανὲς γυναῖκες ὑπέµεναν καρτερικότατα γιὰ τὴν πίστη τους, ὅλες τὶς τιµωρίες καὶ τὰ µαρτύρια. Ἡ ὁµολογία ἐκείνη τοῦ Εἰρήναρχου στοίχισε τὸ θάνατό του µὲ ἀποκεφαλισµό. Καὶ τὸν ὑπέστη ὁ Εἰρήναρχος γεµάτος ἀγαλλίαση, διότι ἔλαχε καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸ ἔνδοξο καὶ µακάριο αὐτὸ τέλος (303 µ.Χ.).

Οἱ Ἅγιοι Τιµόθεος καὶ Θεόδωρος οἱ ἐπίσκοποι, Πέτρος, Ἰωάννης, Σέργιος, Θεόδωρος καὶ Νικηφόρος, οἱ ἱερεῖς, Βασίλειος καὶ Θωµᾶς οἱ διάκονοι, Ἰερόθεος, Δανιὴλ, Χαρίτων, Σωκράτης, Κοµάσιος, Εὐσέβιος οἱ µοναχοὶ καὶ Ἐτιµάσιος
Ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ Βασιλιᾶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη καὶ κέρδισαν τὰ µαρτυρικὰ στεφάνια στὴν Τιθεριούπολη τῆς Μακεδονίας. Συνελήφθησαν καὶ διατάχθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Ἀλλὰ ὅλοι µαζὶ µὲ µία φωνή, διακήρυξαν ὅτι θὰ πεθάνουν πιστοὶ στὸν βασιλιὰ καὶ Σωτῆρα τους Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ ἔτσι ὅλους τοὺς ἀποκεφάλισαν (363 µ.Χ.).

Ὁ Ἅγιος Ῥωµανὸς ἐπίσκοπος Μακεδονίας
Ἡ µνήµη του δὲν ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδηµου, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπ᾿ αὐτὸν τοῦ Delehaye. Βρίσκεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 σὰν ἐπίσκοπος Μακεδονίας.

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 27

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης, ὁ Μεγαλοµάρτυρας
Ἔζησε τὸν 4ο µ.Χ. αἰῶνα, ὅταν βασιλιὰς ἦταν ὁ Ἀρκαδίας. Κατοικοῦσε στὴν περσικὴ πόλη Βηθλαβὰ καὶ ἀνῆκε σὲ γένος ἐπίσηµο. Ὁ Ἰάκωβος ἦταν πολὺ φίλος µε τὸ βασιλιὰ τῶν Περσῶν Ἰσδιγέργη. Ἡ φιλία αὐτὴ ὅµως, δυστυχῶς, τὸν πίεσε καὶ ἀρνήθηκε τὴ χριστιανικὴ πίστη ποὺ εἶχε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ λύπησε πολὺ τὴ µητέρα του καὶ τὴ σύζυγό του, ποὺ τοῦ δήλωσαν ὅτι µετὰ ἀπ΄ αὐτὸ δὲν ἤθελαν οὔτε κὰν νὰ τὸν γνωρίζουν. Ἡ στάση αὐτὴ τῶν ἀγαπηµένων του προσώπων ἄνοιξε τὰ µάτια τοῦ Ἰακώβου, συναισθάνθηκε τὸ µεγάλο του ὀλίσθηµα καὶ ἔχυσε δάκρυα µετανοίας πικρά, ἀλλὰ σωτήρια. Λυπήθηκε πολύ, ἀλλὰ µία λύπη γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ΄ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς µετάνοιαν ἐλυπήθητε γὰρ κατὰ Θεόν». Τώρα, δηλαδὴ χαίροµαι, ὄχι γιατί λυπηθήκατε, ἀλλὰ διότι ἡ λύπη ποὺ δοκιµάσατε σᾶς ὁδήγησε στὴ µετάνοια. Διότι λυπηθήκατε ὅπως θέλει ὁ Θεός. Κατόπιν ὁ Ἰάκωβος µὲ θάῤῥος πῆγε στὸ βασιλιά, καταδίκασε τὴν πρώτη του ἐνέργεια καὶ τοῦ δήλωσε ὅτι ὁµολογεῖ καὶ πάλι τὸ Χριστό. Ἔκπληκτος ὁ βασιλιάς, ἀφοῦ δὲν µπόρεσε πάλι νὰ τὸν µεταστρέψει, ἔκοψε σὲ τεµάχια τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια του, καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισε (τὸ 421 µ.Χ. στὴ Βηθλαβά).

Ὁ Ὅσιος Πινούφριος
Μέγας ἀσκητὴς στὴν Αἰγυπτιακὴ ἔρηµο, ἱερέας καὶ ἡγούµενος κοινοβίου κοντὰ στὴν πόλη Πανεφῶ. Ἐπειδὴ δὲν ἤθελε τιµές, ἐγκατέλειψε τὴν Μονή του καὶ µὲ λαϊκὴ ἐνδυµασία κατέφυγε στὴ Μονὴ Ταβεννησιωτῶν καὶ ὑπηρετοῦσε ὅπως ὁ τελευταῖος ὑπηρέτης. Μετὰ τρία χρόνια ὅµως, τὸν γνώρισε κάποιος µαθητής του καὶ ἐπανῆλθε στὴ Μονή του. Ἀλλὰ καὶ πάλι γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους τὴν ἐγκατέλειψε καὶ πῆγε στὴν Παλαιστίνη καὶ ἔπειτα ξαναγύρισε στὴ Μονή του, ὅπου µὲ πλήρη ταπεινοφροσύνη ἀφοῦ ἔζησε ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Λόγοι τοῦ ὁσίου αὐτοῦ, σῴζονται στὸν Εὐεργετινό.

Ὁ Ὅσιος Ναθαναήλ
Ἀσκητὴς µὲ τὸν ὁποῖο ἀσχολεῖται ὁ Παλλάδιος στὸ Λαυσαϊκό, ἀφηγούµενος τὰ παράδοξα τῆς ζωῆς του. Ἔζησε 37 χρόνια µέσα στὸ κελί του, χωρὶς νὰ βγεῖ καθόλου, παρὰ τὶς παγίδες τοῦ δαίµονα νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν καλύβα του. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Μωϋσῆς
Ἄγνωστος στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδηµου καὶ τὰ ἔντυπα Μηναῖα. Ἡ µνήµη του µὲ σύντοµο ὑπόµνηµα ἀναφέρεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1621, ὅπου λέγεται ὅτι ἦταν ἀπὸ τὴν πόλη Φαρά. Σὲ µικρὴ ἡλικία ἔγινε µοναχὸς καὶ ἔζησε 85 χρόνια ἀσκούµενος πάνω σ΄ ἕνα ὄρος, µέσα σὲ µία σπηλιά, µὲ αὐστηρὴ νηστεία καὶ προσευχή. Βάδισε µὲ θεοπρέπεια τὸν ἀσκητικὸ δρόµο καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ θαυµατουργὸς ἐπίσκοπος Ῥοστοβίας (Ρῶσος, + 1392 µ.Χ.)

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 26

Ὁ Ὅσιος Ἀλύπιος ὁ Κιονίτης
Ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη τῆς Παφλαγονίας καὶ ἔζησε τὸν 6ο αἰῶνα µ.Χ. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι, ὅταν θὰ γεννιόταν ὁ Ἀλύπιος, ἡ µητέρα του εἶδε σὲ ὄνειρο νὰ κρατάει ἕνα λευκὸ ἀρνὶ ποὺ στὰ κερατά του ἦταν τρεῖς ἀναµµένες λαµπάδες, ποὺ σήµαινε τὶς ἀρετὲς ποὺ θὰ εἶχε τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννιόταν. Οἱ γονεῖς του ἔδωσαν στὸν Ἀλύπιο χριστιανικὴ ἀνατροφή, ποὺ στὸ πρόσωπό του ἐπέφερε καρποὺς ἑκατονταπλασίονας. Εἶχε µεγάλη περιουσία, τὴν ὁποία δαπάνησε στοὺς φτωχοὺς καὶ πάσχοντες τῆς περιοχῆς του. Διότι εὐχαρίστησή του ἦταν νὰ ἐκπληρώνει τὸ νόµο τοῦ Θεοῦ, ποὺ προτρέπει τοὺς χριστιανοὺς νὰ εἶναι «συµπαθεῖς, φιλάδελφοι, εὔσπλαχνοι, φιλόφρονες». Δηλαδὴ νὰ συµπαθοῦν καὶ νὰ συµµετέχουν στὶς λῦπες τῶν ἀδελφῶν τους, νὰ ἀγαποῦν σὰν ἀδελφοὺς τοὺς συνανθρώπους τους, νὰ ἔχουν πονετικὴ καὶ τρυφερὴ καρδιὰ καὶ νὰ εἶναι περιποιητικοὶ καὶ εὐγενεῖς. Ὁ Ἀλύπιος, ἀφοῦ ἔµεινε πάµφτωχος, ἀποσύρθηκε στὴν ἔρηµο, ὅπου ἔκανε ἀσκητικὴ ζωή. Πληροφορίες ἀναφέρουν ὅτι ἔµεινε πάνω σ΄ ἕνα στῦλο 50 (κατ΄ ἄλλους 53 χρόνια) γιὰ λόγους ἄσκησης καὶ κάτω ἀπὸ διάφορες καιρικὲς συνθῆκες. Ἡ φήµη τῆς ἀρετῆς του ἔφερε κοντὰ στὸν Ἀλύπιο καὶ ἄλλες ψυχές, ποὺ ζητοῦσαν εἰρηνικὸ καταφύγιο. Στοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὑπῆρξε φιλόστοργος πνευµατικὸς πατέρας, καὶ τοὺς καθοδηγοῦσε µὲ τὶς συµβουλές του καὶ τοὺς στήριζε µὲ τὸ παράδειγµά του. Πέθανε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 608, ἀφοῦ ἔζησε 100 χρόνια, κατ΄ ἄλλους 120. (Τελεῖται δὲ ἡ Σύναξις αὐτοῦ ἐν τῇ µονῇ αὐτοῦ τῇ οὔσῃ πλησίον τοῦ Ἱπποδροµίου, κατὰ τὸν Παρισινὸ Κώδικα 1594).

Ὁ Ὅσιος Στυλιανός ὁ Παφλαγόνας
Γιὸς πλουσίων γονέων (ποὺ µᾶλλον γεννήθηκε στὴν Παφλαγονία, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι σίγουρο, διότι ἐκεῖ φυλασσόταν καὶ ἱερὸ λείψανό του), διδάχτηκε νωρὶς ἀπ΄ αὐτοὺς νὰ εἶναι ἐγκρατὴς καὶ νὰ θεωρεῖ τὸ χρῆµα µέσο γιὰ τὴν ἀνακούφιση καὶ περίθαλψη τῶν φτωχῶν καὶ τῶν ἀῤῥώστων. Ἀφοῦ ἔτσι ἀνατράφηκε καὶ οἱ γονεῖς του πέθαναν, διαµοίρασε ὅλη τὴν κληρονοµιά του καὶ πῆγε σὰν ἀσκητὴς στὴν ἔρηµο. Ἐκεῖ γνωρίστηκε µὲ ἄλλους ἀσκητές, ποὺ ζοῦσε µαζί τους µὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη, χριστιανικὴ συγκατάβαση καὶ ἐπιείκεια. Δὲν λύπησε ποτὲ κανένα, µεγάλη του χαρὰ µάλιστα, ἦταν νὰ ἐπαναφέρει τὴν γαλήνη στὶς ταραγµένες ψυχές. Ἡ φήµη τῆς θαυµαστῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς ἔφθασε µέχρι τὶς πόλεις, καὶ πολλοὶ ἔτρεχαν νὰ τὸν βροῦν γιὰ νὰ ζητήσουν ἀπ΄ αὐτὸν τὶς πνευµατικές του ὁδηγίες. Ὁ Ὅσιος Στυλιανός, παρὰ τὴν ἐρηµικὴ ζωή του, ἔτρεφε στοργὴ καὶ συµπάθεια πρὸς τὰ παιδιά, ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ ὁ Κύριος. Ἄν, ἔλεγε, ἡ ταπεινοφροσύνη ἀποτελεῖ θεµέλιο τῶν ἀρετῶν, ἡ παιδικὴ ἡλικία ἀπὸ τὴν φύση της εἶναι περισσότερο ἐνάρετη, ἀπ΄ ὅτι οἱ µεγαλύτεροι τῶν φιλοσόφων. Πολλὲς φορὲς οἱ γονεῖς ἔφεραν πρὸς αὐτὸν τὰ παιδιά τους, καὶ τότε ἡ ἀγαλλίαση τοῦ ὁσίου ἦταν πολὺ µεγάλη. Ὁ Θεὸς βραβεύοντας τὸ ἱερὸ αὐτὸ αἴσθηµά του, προίκισε τὸν ὅσιο µὲ τὸ χάρισµα νὰ θεραπεύει τὰ ἄῤῥωστα παιδιὰ καὶ νὰ καθιστᾶ εὔτεκνους ἄτεκνες γυναῖκες. Πέθανε πλήρης ἡµερῶν ἀλλὰ καὶ ἀρετῶν.

Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος «ὁ ἐν τῇ Κλίµακι»
Ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη, ποὺ συνέγραψε τὴν Κλίµακα. Μόνασε στὴ Μικρὰ Ἀσία (στὸ Μοναστήρι Κελλιβάρα τοῦ ὄρους Λάτρου) καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἀνεξάντλητη ὑποµονή του. Ἔλεγε µάλιστα: «πλανῶνται ὅσοι νοµίζουν ὅτι δὲν θυµώνω ποτέ. Θυµώνω, ἀλλὰ κατὰ τῶν δυὸ µεγαλυτέρων ἐχθρῶν. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Σατανᾶς, τὸν ἄλλο περιττὸ νὰ σᾶς τὸν πῶ» καὶ ἔδειχνε τὸν ἑαυτό του. Στὸ Μοναστήρι εἶχε πολὺ δύστροπο προϊστάµενο, ἀλλὰ ἀπέναντί του ὁ Ἀκάκιος δὲν ἔλεγε τὸ παραµικρό. Ὁ ἡγούµενος τὸν κακοποιοῦσε καὶ ὁ Ἀκάκιος τὸν ἀγαποῦσε, ὅµως τὸν ἔθλιβε τὸ γεγονὸς ὅτι κινδύνευε ἡ σωτηρία τοῦ ἡγουµένου του ἀπὸ τὴν ὅλη διαγωγή του. Ὁ Ἀκάκιος πέθανε νέος, ἔχοντας παροιµιώδη ὑποµονὴ καὶ ζωντανὴ ἐλπίδα στὸ Θεό.

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ὁ Ἀναχωρητής
Γι᾿ αὐτὸν ἀφηγεῖται ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ποὺ γνώρισε τὸν ὅσιο προσωπικὰ (Φιλόθεος Ἱστορία, ἀριθ. 21). Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Κύρου καὶ ἀσκήτευε στὴν ἀρχή, µέσα σ΄ ἕνα πολὺ στενὸ κελί. Κατόπιν ἀνέβηκε στὸ κοντινὸ βουνὸ τῆς πόλης Κύρου καὶ ἐκεῖ ἀσκήτευε χωρὶς νὰ κατασκευάσει καλύβα. Ἔφτασε σὲ τόσο µεγάλα ὕψη πνευµατικότητας, ποὺ κάποτε ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ ἀναστήσει τὸ παιδὶ µίας οἰκογένειας. Ἔτσι λοιπόν, αὐστηρὰ ἀσκητικὰ ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε»
Καταγόταν ἀπὸ τὸν Πολεµωνιακὸ Πόντο καὶ ἦταν γιὸς µεγιστᾶνα. Νέος ἀκόµα ἄφησε τὸ πατρικό του σπίτι καὶ µόνασε. Ἐπειδὴ δὲ τὸν διέκρινε ἱερὸς ζῆλος καὶ µεγάλο χάρισµα διδακτικότητας, γύρισε ὅλη τὴν Ἀνατολὴ σὰν ἀπεσταλµένος τῆς Μονῆς του κηρύττοντας τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἐπαναλάµβανε τὴν φωνή, ποὺ ἀντήχησε πρῶτα στὴν ἔρηµο τῆς Ἰουδαίας καὶ κοντὰ στὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη: «Μετανοεῖτε». Κατόπιν ὁ Ὅσιος Νίκων πῆγε στὴν Κρήτη, ὅπου παρέµεινε διδάσκοντας γιὰ 20 χρόνια. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὴν Πελοπόννησο, ὅπου κατέληξε στὴν πόλη τῶν Λακώνων. Ἐκεῖ κήρυξε, ἔκανε διάφορα θαύµατα καὶ ἔκτισε ναὸ στὸ ὄνοµα τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἠθικὴ ἐπιῤῥοή του στοὺς κατοίκους ὑπῆρξε µεγάλη. Καὶ στὴ χώρα αὐτή, ποὺ ἀγάπησε περισσότερο καὶ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ τὸ ἔτος 998.

Ὁ Ὅσιος Σίλος ἐπίσκοπος Κορίνθου τῆς Περσίας
Δὲν γνωρίζουµε κανένα στοιχεῖο γιὰ τὴ ζωή του.

Τὰ Ἐγκαίνια Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου «ἐν τῷ Κυπαρίσσῳ (ἢ Κυπαρισσίῳ)
(Κατὰ τὸν Πατµιακὸ Κώδικα 266 Ἀπριλίου 24).

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύµων
Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸ Ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο σ. 119, ἔκδοση Ἀρχιµανδρίτη Καλλίστου.

Ὁ Ὅσιος Χαιρέµων
Δὲν ἀναφέρεται ἀπὸ τὰ Μηναῖα καὶ τὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδηµου. Ἀναφέρεται ὅµως τὴν ἡµέρα αὐτὴ ἀπὸ τὸν Παρισινὸ Κώδικα 1621 µὲ σύντοµο ὑπόµνηµα, ποὺ λέει, ὅτι ἔζησε µὲ ἁγνότητα καὶ σωφροσύνη. Ἐπίσης ἡ ζωή του µέσα στὴν ἔρηµο ἦταν ἀσκητικότατη καὶ ἐκεῖ ἀπεβίωσε.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Χίο
Γεννήθηκε στὴ Χίο. Ὁ πατέρας του ὀνοµαζόταν Παρασκευᾶς, ἡ δὲ µητέρα του Ἀγγεροῦ. Σὲ ἡλικία 18 µηνῶν, ὀρφανὸς ἀπὸ µητέρα, παραδόθηκε ἀπὸ τὸν πατέρα του νὰ τὸν ἀναθρέψει ἡ µητριά του. Σὲ παιδικὴ ἡλικία οἱ γονεῖς παρέδωσαν τὸν Γεώργιο σὲ κάποιο λεπτουργό, Βισσετζὴ ὀνοµαζόµενο, γιὰ νὰ τοῦ µάθει τὴν τέχνη του. Ὅταν κάποτε µὲ τὸ ἀφεντικό του ἦλθε στὰ Ψαρά, γιὰ νὰ φιλοτεχνήσουν τὸ τέµπλο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὁ Γεώργιος ἔφυγε µὲ ὁρισµένους νέους στὴν Καβάλα. Ἐκεῖ συνελήφθη νὰ κλέβει ἀπὸ ἕναν κῆπο καὶ παραδόθηκε στὸν κριτή. Γιὰ ν΄ ἀποφύγει τὴν τιµωρία δέχτηκε τὸν Ἰσλαµισµό, περιτµήθηκε καὶ ὀνοµάστηκε Ἀχµέτ. Σὲ ἡλικία 10 χρονῶν, ἐπέστρεψε στὴ Χίο κλαίγοντας καὶ ὁµολογῶντας τὸν Χριστό. Ὁ πατέρας του γιὰ νὰ τὸν προφυλάξει τὸν µετέφερε σ΄ ἕνα κτῆµα του στὶς Κυδωνιές. Ἀργότερα, 22 χρονῶν ἀῤῥαβωνιάστηκε, καὶ ὁ ἀδελφὸς τῆς µνηστῆς του, ἐπειδὴ εἶχε µαζί του χρηµατικὲς διαφορές, τὸν πρόδωσε στὸν Τοῦρκο διοικητή, ὅτι ἐνῷ ἔγινε Μουσουλµάνος ἐπανῆλθε στὸν Χριστιανισµό. Βασανίστηκε σκληρὰ καὶ ἀφοῦ µέσα στὴ φυλακὴ κοινώνησε τῶν ἀχράντων µυστηρίων, τὸ πρωὶ τῆς 26ης Νοεµβρίου 1807 τοῦ ἔκοψαν -µὲ µαρτυρικὸ τρόπο - τὸ κεφάλι λίγο-λίγο. Ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου, ἀπὸ τὸν ἀθλοθέτη Χριστό.

Ὁ Ἅγιος Προκόπιος ὁ Πέρσης
Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία του στὸν Παρισινὸ Κώδικα 259φ. 229α, µαθαίνουµε ὅτι ἤλεγξε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ ὑπέστη µαρτυρικὸ θάνατο µετὰ ἀπὸ πολλὰ καὶ διάφορα βασανιστήρια.

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 25

Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνα ἡ Μεγαλοµάρτυς
Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη ἀποτελεῖ κόσµηµα στὸ χορὸ τῶν µαρτύρων τοῦ 4ου αἰῶνα µ.Χ. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἦταν θυγατέρα εὐγενῶν στὴν καταγωγὴ γονέων (τοῦ Βασιλίσκου Κώνστα). Ἦταν ὡραῖα στὸ σῶµα, ἀλλὰ καὶ στὴ χριστιανικὴ εὐσέβεια. Εἶχε ἔξοχη εὐφυΐα καὶ σὲ ἡλικία 18 χρονῶν εἶχε σπουδάσει ἄριστα ὅλες τὶς ἑλληνικὲς ἐπιστῆµες, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ δόγµατα τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας. Ὅταν, λοιπόν, ἐπὶ αὐτοκρατόρων Μαξιµιανοῦ καὶ Μαξεντίου οἱ χριστιανοὶ διώκονταν σκληρά, ἡ νεαρὴ Αἰκατερίνη δὲ δίστασε νὰ παρουσιαστεῖ καὶ νὰ ὁµολογήσει Θεὸ τὸ Σωτῆρα Χριστό. Ὁ ἔπαρχος πληροφορήθηκε ὅτι ἡ Αἰκατερίνη ἦταν πολυµαθέστατη καὶ φιλόσοφος, καὶ προσπάθησε νὰ τὴν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, φέρνοντας σὲ δηµόσια συζήτηση µαζί της τοὺς πιὸ σπουδαίους φιλοσόφους τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ἀλλὰ ἡ µόρφωση τῆς Αἰκατερίνης, µὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, ἦταν τόσο µεγάλη, ὥστε τοὺς «ἀντιλέγοντας ἐλέγχειν». Ὥστε, δηλαδή, νὰ ἀποστοµώνει ἐκείνους ποὺ ἀντιλέγουν στὴν ὀρθὴ διδασκαλία. Καὶ µάλιστα, πολλοὺς ἀπ΄ αὐτοὺς ἔκανε χριστιανούς. Μπροστὰ σ΄ αὐτὸν τὸν κίνδυνο, ὁ ἔπαρχος ἀφοῦ σκληρὰ τὴν βασάνισε, τελικὰ τὴν ἀποκεφάλισε. Ἀργότερα, στὸ ὄρος Σινᾶ ὁ Ἰουστινιανὸς ἔκτισε στὴ χάρη της µοναστήρι, ποὺ σῴζεται µέχρι σήµερα.

Οἱ Ἅγιοι 150 ρήτορες
Αὐτοὶ πίστεψαν στὸν Χριστὸ διὰ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης καὶ µαρτύρησαν διὰ πυρός.

Ἡ Ἁγία Βασίλισσα
Αὐτὴ ἦταν σύζυγος τοῦ βασιλιᾶ Μαξεντίου, ποὺ πίστεψε στὸν Χριστὸ διὰ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης καὶ µαρτύρησε διὰ ἀποκεφαλισµοῦ.

Ὁ Ἅγιος Πορφυρίων (ἢ Πορφύριος) ὁ Στρατηλάτης καὶ οἱ 200 Στρατιῶται του
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Μερκούριος ὁ Μεγαλοµάρτυς
Γενναῖος στρατιωτικός, ὄχι µόνο τοῦ στρατοῦ τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου, ποὺ ὑπηρετοῦσε, ἀλλὰ καὶ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Μερκούριος καταγόταν ἀπὸ τὴ Σκυθία. Διακρινόµενος σὲ κάποια µάχη, κατὰ τὴν ὁποία σκότωσε τὸν στρατηγὸ τῶν ἀντιπάλων, τιµήθηκε µὲ ἀνώτερο ἀξίωµα. Ἀλλ΄ ὅταν κλήθηκε νὰ συµµετέχει σὲ εἰδωλολατρικὲς θυσίες, ἀρνήθηκε. Καὶ δὲν δίστασε, ὅταν ῥωτήθηκε, νὰ ὁµολογήσει ὅτι ἦταν χριστιανός. Ὁ βασιλιὰς προσπάθησε στὴν ἀρχή, µὲ γλυκὰ λόγια νὰ τὸν µεταπείσει. Βλέποντας ὅµως, ὅτι ἀποτύγχανε, διέταξε τὸν βασανισµό του. Καὶ ἀφοῦ τὸν γέµισαν µὲ πληγές, καὶ ἐπέφεραν µεγάλα ἐγκαύµατα στὶς σάρκες του, τὸν ἀποκεφάλισαν τὸν γενναῖο ἀθλητὴ καὶ στεφανηφόρο ἀγωνιστὴ τοῦ Χριστοῦ (στὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας), περίπου τὸ 253 µὲ 259 µ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Ἡσυχαστής
Καταγόταν ἀπὸ τὰ µέρη τοῦ Εὐξείνου Πόντου καὶ ἀπὸ µικρὸς διακρινόταν γιὰ τὴν θερµὴ εὐσέβειά του καὶ τὴν τέλεια ἀφοσίωσή του στὰ πνευµατικὰ ἀγαθά. Πῆγε στὴ Γαλατία καὶ τὴν Παλαιστίνη, ὅπου ἡ πίστη του θερµάνθηκε ἀκόµα περισσότερο καὶ κατέληξε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἀσκήτευε στὰ βουνά της, δοξασµένα ἀπὸ τόσους µεγάλους ἀθλητὲς καὶ διδασκάλους τοῦ Χριστιανισµοῦ. Ἡ πνευµατική του καρποφορία δὲν ἄργησε νὰ διαδοθεῖ καὶ πλῆθος λαοῦ ἐρχόταν σ΄ αὐτόν, ἀποκοµίζοντας πολύτιµες συµβουλὲς καὶ παρηγοριὰ στὰ δυσκολοθεράπευτα τραύµατα τῆς ψυχῆς. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 95 χρονῶν.

Οἱ Ἅγιοι 670 Μάρτυρες
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Ἀπόδοσις τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 24

Ὁ Ἅγιος Κλήµης Ἱεροµάρτυρας, ἐπίσκοπος Ῥώµης
Ἦταν Ῥωµαῖος ἀριστοκράτης ἀπὸ βασιλικὸ γένος, γιὸς τοῦ Φαύστου καὶ τῆς Ματθιδίας. Ὁ Κλήµης σπούδασε ὅλες τὶς ἐπιστῆµες τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἀντάµωσε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο καὶ διδάχθηκε ἀπ΄ αὐτὸν τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ θεογνωσία, ὁπότε ἔγινε θερµὸς κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ συνέγραψε ἀρκετὰ συγγράµµατα. Ὁ Κλήµης ὑπῆρξε τρίτος ἐπίσκοπος Ῥώµης, ἀφοῦ διαδέχθηκε τὸν Ἀνέγκλητο, περίπου τὸ ἔτος 92 µ. Χ. Ποίµανε µὲ ὑπέρµετρο ζῆλο τὴν Ἐκκλησία τῆς Ῥώµης, στὰ βαρειὰ ἐκεῖνα χρόνια τῶν διωγµῶν. Συνελήφθη ἀπὸ τὸ Δοµετιανὸ καὶ ἐξορίστηκε σὲ πόλη- ἔρηµο κοντὰ στὴ Χερσώνα. Ἐκεῖ, ἔδεσαν στὸ λαιµό του µία σιδερένεια ἄγκυρα καὶ τὸν ἔριξαν στὴ θάλασσα, ὅπου παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του (101 µ.Χ). Ἀξίζει, ὅµως, νὰ σηµειώσουµε ὅτι ὁ Κλήµης δὲν ὑπῆρξε µόνο σοφὸς κατὰ τὴν γραµµατικὴ µόρφωση, ἀλλὰ ἀνῆκε σ΄ αὐτοὺς ποὺ ὁ θεῖος Παῦλος ὀνοµάζει «σοφοὺς εἰς τὸ ἀγαθόν, ἀκεραίους δὲ εἰς τὸ κακόν», συνετούς, δηλαδή, ὅταν κάνουν τὸ καλό, καὶ συγχρόνως ἀµέτοχους ἀπὸ κάθε κακό.

Ὁ Ἅγιος Πέτρος Ἱεροµάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας
Συνδύαζε θερµότατο ζῆλο καὶ ἀνώτερη λαµπρὴ µόρφωση. Καὶ γρήγορα κατέλαβε σπουδαία θέση στὴν ἐκκλησία τῆς Αἰγύπτου, ἀφοῦ διαδέχτηκε τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας Θεωνά. Τὸ ἔτος 306 µ.Χ. προήδρευσε σὲ Σύνοδο ποὺ καταδίκασε καὶ καθήρεσε τὸν ἐπίσκοπο Λυκοπόλεως Μελέτιο. Ἀλλ΄ αὐτὸς γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τὸν Πέτρο τὸν κατάγγειλε στὸν αὐτοκράτορα Μαξιµιανὸ Γαλέριο, ὅταν αὐτὸς κήρυξε διωγµὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν. Τότε ὁ εὐσεβὴς ἀρχιεπίσκοπος, ἔδειξε τὴ µεγάλη καὶ λαµπρὴ διαγωγή του. Προκειµένου νὰ συλληφθεῖ ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Ἀλεξανδρείας, κάλεσε τοὺς πιὸ ἄξιους πρεσβυτέρους τῆς ἀρχιεπισκοπῆς του, τὸν Ἀχιλλᾶ καὶ τὸν Ἀλέξανδρο. Τοὺς ἀνήγγειλε ὅτι ἔφτασε τὸ τέλος του καὶ ὅρισε διαδόχους του. Κατόπιν, γιὰ νὰ µὴ ἀντιληφθεῖ τὴν σύλληψή του ὁ χριστιανικὸς λαός, ποὺ ἦταν συγκεντρωµένος µπροστὰ στὴν πόρτα του, βγῆκε καὶ παραδόθηκε στοὺς στρατιῶτες ἀπὸ µία τρῦπα, ποὺ ἀνοίχτηκε στὸ πίσω µέρος τοῦ σπιτιοῦ του. Ἔπειτα τὸν πῆγαν κρυφὰ στὸν τόπο τῆς θανατικῆς ἐκτέλεσης, ὅπου τὸν ἀποκεφάλισαν τὸν Νοέµβριο τοῦ 311, ἀφοῦ ποίµανε τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξάνδρειας 12 χρόνια. Ἀπὸ κάποιο σύγγραµµά τοῦ «περὶ θεότητας» διασώθηκαν µερικὰ κοµµάτια. Σῴζονται ἐπίσης Κανόνες ἀπὸ τὴν συγγραφή του «περὶ Μετανοίας», ποὺ ἔγραψε ὅταν ὁδηγοῦσε στὴν ἐπιστροφὴ χριστιανούς, ποὺ κατὰ τοὺς διωγµοὺς δὲν µπόρεσαν νὰ µείνουν σταθεροὶ στὴν πίστη. Ἐπίσης ἡ εὐσεβὴς ὀξυδέρκεια τοῦ Πέτρου εἶχε διακρίνει τὶς αἱρετικὲς τάσεις τοῦ νεαροῦ τότε διακόνου Ἀρείου καὶ τὸν ἀφόρισε. Ἀλλ΄ ὕστερα τὸν δέχτηκε πάλι, ἀφοῦ δήλωσε µετάνοια καὶ ζήτησε δηµόσια συγνώµη.

Ὁ Ὅσιος Μάλχος
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Καρίων
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Ἑρµογένης ἐπίσκοπος Ἀκραγαντινῶν
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Οἱ Ἅγιοι Φιλούµενος καὶ Χριστοφόρος
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Εὐγένιος
Μαρτύρησε, ἀφοῦ τὸν ἔκτισαν ζωντανό, µέσα στὴν τρῦπα ἑνὸς τείχους.

Οἱ Ἅγιοι Προκόπιος καὶ Χριστοφόρος
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους (τὸ 274 µ.Χ.).

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος
Μαρτύρησε στὴν Κόρινθο (τὸ 360 µ.Χ.).

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος
Αὐτὸς ἦταν ἀπὸ τὰ µέρη τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἦλθε καὶ ἀσκήτευσε στὴ Χρυσὴ Πέτρα.

Ὁ Ἅγιος Χρυσόγονος
Καταγγέλθηκε σὰν θερµὸς κήρυκας τοῦ ὀνόµατος τοῦ Χριστοῦ, συνελήφθη µὲ διαταγὴ τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ φυλακίστηκε στὴ Ῥώµη. Ἀπὸ τὴ φυλακὴ στήριζε καὶ καθοδηγοῦσε πολλοὺς πιστούς. Ἀργότερα ὁ Διοκλητιανὸς τοῦ ἔταξε τιµὲς καὶ ἀξιώµατα, διότι ὁ Χρυσόγονος ἦταν ἀνώτερης παιδείας καὶ ἀπὸ εὐγενικὴ καταγωγή. Αὐτὸς ὅµως παρέµεινε στὴν ὁµολογία τῆς χριστιανικῆς πίστης. Ἐξοργισµένος ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε καὶ τὸν ἔσφαξαν µὲ τσεκοῦρι. Τὸ δὲ λείψανό του τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα, ὅπου τὸ βρῆκε κάποιος ἱερέας Ζώιλος, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τὸ παράλαβε κρυφὰ τὸ ἔθαψε µὲ εὐλάβεια µέσα στὸ σπίτι του.

Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος ὁ Τριγλινός
Μᾶλλον ἦταν ἀπὸ τὴν Τρίγλια τῆς Βυθινίας καὶ ἀσκήτευε σὲ µία ἀπὸ τὶς ἐκεῖ τέσσερις µεγάλες Μονές.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ποὺ µαρτύρησε στὴν Ἀντιόχεια
Μαρτύρησε στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη (361) καὶ ἔπαρχου Σαλουστίου. Ὁ Θεόδωρος λοιπόν, κατὰ τὴν µετακοµιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Βαβύλα ἐπισκόπου Ἀντιοχείας, ἀπὸ τὸ προάστιο Δάφνη στὴν Ἀντιόχεια, ἔψαλλε τὸν ὕµνο τοῦ Δαβὶδ καὶ τόνιζε ἰδιαίτερα τὸ «αἰσχυνθήτωσαν πάντες οἱ προσκυνοῦντες τοῖς γλυπτοῖς». Συνελήφθη γι᾿ αὐτὸ καὶ µαστιγώθηκε µὲ µαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν, ἔσχισαν τὶς πλευρές του καὶ στὴ συνέχεια τὸν ἄφησαν νὰ φύγει. Ἀλλὰ καταγγέλθηκε καὶ πάλι, ὅτι ἐξακολουθοῦσε νὰ κοροϊδεύει τὰ εἴδωλα, συνελήφθη γιὰ δεύτερη φορα καὶ ἀποκεφαλίστηκε.

Ὁ Ἅγιος Μερκούριος «ὁ ἐν Σµολένσκῃ»
Ρῶσος, + 238 µ.Χ.

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 23

Ὁ Ἅγιος Ἀµφιλόχιος ἐπίσκοπος Ἰκονίου
Ἦταν Καππαδόκης, σύγχρονος τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ φίλος του. Διακεκριµένος γιὰ τὴ µεγάλη του µόρφωση καὶ εὐσέβεια, ἀναδείχθηκε ἐπίσκοπος Ἰκονίου τὸ ἔτος 344. Ὑπῆρξε ἄριστος ἐπίσκοπος καὶ µετεῖχε στὴ Β´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ διέπρεψε. Ὁ Ἀµφιλόχιας δὲν εἶχε κῦρος µόνο στὴ δική του Ἐκκλησία, ἀλλὰ τὸ ἠθικὸ κῦρος του εἶχε ἐπεκταθεῖ καὶ σὲ ἄλλες περιοχές. Ἔτσι, παρενέβαινε καὶ σὲ Ἐκκλησίες κοντινές, ὅπου διασφάλιζε τὴν εἰρήνη καὶ ὀρθοτοµοῦσε τὸ λόγο τῆς ἀληθείας. Διότι στὸ ἔργο του εἶχε ὁδηγὸ τὰ θεόπνευστα λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Σπούδασον σεαυτὸν δόκιµον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτοµοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας». Δηλαδή, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, προσπάθησε νὰ παραστήσεις τὸν ἑαυτό σου στὸ Θεὸ δοκιµασµένο καὶ τέλειο ἐργάτη, ποὺ δὲν τὸν ντροπιάζει τὸ καλοφτιαγµένο ἔργο του, καὶ διδάσκει ὀρθὰ τὸ λόγο τῆς ἀληθείας. Στὴν πρὸς Ἀµφιλόχιον ἐπιστολὴ ὁ Μέγας Βασίλειος φανερώνει τὴν λαµπρὴ ἠθικὴ φυσιογνωµία τοῦ Ἀµφιλοχίου. Τὸν παρακαλεῖ νὰ παραστεῖ στὴν τιµητικὴ γιορτὴ ὑπὲρ τῶν µαρτύρων τῆς Καισαρείας, γιὰ νὰ ἀποβεῖ αὐτὴ σεµνότερη, διότι ὁ λαὸς τῆς Καισαρείας τὸν ἀγαπᾷ, ὅσο κανένα ἄλλο ἐπίσκοπο. Ὁ Ἀµφιλόχιος συνέταξε ἀρκετοὺς λόγους γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία µας, καὶ πέθανε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 394.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Ἀκραγαντινῶν
Γεννήθηκε στὸν Ἀκράγαντα τῆς Σικελίας ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους γονεῖς, τὸ Χαρίτωνα καὶ τὴν Θεοδότη. Βαπτίστηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ποταµίωνα, ὁ ὁποῖος τὸν ἀνέθρεψε, τὸν µόρφωσε καὶ τὸν κατάταξε στὶς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου, στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἰουστινιανοῦ τοῦ Ῥινότµητου (685-695). Δεκαοκτὼ χρονῶν πῆγε γιὰ προσκύνηµα στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐκεῖ χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ἱεροσολύµων Μακάριο. Κατόπιν ἐπανῆλθε στὸ Βυζάντιο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Ῥώµη, ὅπου γιὰ τὶς µεγάλες του ἀρετὲς καὶ τὴν µεγάλη του µόρφωση προήχθηκε στὴν ἐπισκοπὴ τῶν Ἀκραγαντινῶν. Στὴν ἐπισκοπὴ αὐτή, βρῆκε σφοδροὺς κατηγόρους δυὸ κληρικούς, τὸν Σαβίνο καὶ τὸν Κρισκέντιο, ποὺ τὸν συκοφάντησαν γιὰ µοιχεία. Ἀλλὰ µὲ θαυµατουργικὸ τρόπο ὁ Γρηγόριος τοὺς ντρόπιασε καὶ παρέλαβε πάλι τὴν Ἐκκλησία µετὰ ἀπὸ διετῆ φυλάκιση καὶ ἀργία. Στὴ συνέχεια ἔκανε καὶ ἄλλα θαύµατα. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ βαθιὰ γεράµατα τὸ 690 µ.Χ. Σῴζονται 10 ἐξηγηµατικοὶ λόγοι του στὸν Ἐκκλησιαστῆ.

Ὁ Ὅσιος Σισίνιος ὁ Ὁµολογητής
Διέπρεψε κατὰ τὸν διωγµὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Διοκλητιανὸς (300 µ.Χ.). Ὁ Ὅσιος Σισίνιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύζικο καὶ κήρυττε µὲ θάῤῥος καὶ τόλµη τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια. Γιὰ τὸ ἔργο του αὐτό, ὑπέστη πολλὲς φυλακίσεις καὶ ἀνελέητους δαρµούς. Ὅταν αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Μεγάλος Κωνσταντῖνος, ὁ Ὅσιος Σισίνιος ἀφέθηκε ἐλεύθερος καὶ ἐξακολούθησε τὸν εὐσεβῆ καὶ θεάρεστο ἀγῶνα του. Ἀλλ΄ ὅταν ξέσπασε ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου, συµµετεῖχε στὴν πάλη ὑπέρµαχος τοῦ ὀρθοδόξου δόγµατος. Καὶ ἔτσι γενναία ἀγωνιζόµενος ὁ Ὅσιος Σισίνιος, τελείωσε τὴν ὁλόψυχα ἀφιερωµένη στὸ Χριστὸ ζωή του.

Ὁ Ὅσιος Ἰσχυρίων ὁ Ἐπίσκοπος
Ἴσως ἦταν ἐπίσκοπος Ταρσοῦ. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Ἐλενός ἐπίσκοπος Ταρσοῦ
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Στοὺς Συναξαριστὲς ἀγνοεῖται ἡ µνήµη του. Πρόκειται γιὰ τὸν Διονύσιο Α΄ τὸν Πελοποννήσιο, ποὺ ἀπὸ ἐπίσκοπος Φιλιππουπόλεως, ἐκλέχτηκε οἰκουµενικὸς Πατριάρχης (α΄ τὸ 1467-1472 καὶ τὸ β΄ τὸ 1489-1491). Μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸν θρόνο, ἔζησε στὴ Μονὴ Εἰκοσιφοινίσσης στὴ Δρᾶµα, ὅπου καὶ πέθανε εἰρηνικά.

Διήγηση ὀπτασίας (κάποιου) Ἰωάννου
Λεπτοµέρειες βλέπε στὸν «Μέγα Συναξαριστή» τοῦ Ματθαίου Λαγγῆ, τόµος 11ος, σελίδα 595, ἔκδοση 1993.

Ἡ Κοίµησις τοῦ Ἁγίου Μητροφάνη
Ἱεράρχη ποὺ µετονοµάστηκε Μακάριος καὶ ὑπῆρξε πρῶτος ἐπίσκοπος Βορονεζίας τὸ 1703.

Κοίµησις τοῦ Ἁγίου µεγάλου δούκα Ἀλεξάνδρου τοῦ Νέβσκη

Ἡ Ἁγία Μερόπη (ἢ Μυρώπη)
Εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο µ΄ αὐτὸ τῆς 2ας Δεκεµβρίου, ὅπου καὶ τὸ σχετικὸ ὑπόµνηµα. Ἄγνωστο γιατί ἐδῶ ἐπαναλαµβάνεται. Κάποια Συναξαριακὴ πηγὴ ἀναφέρει: «Σύναξις αὐτῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης τὴν οὔση πρὸς θάλασσαν».

Ὁ Ἅγιος Deiniol (Οὐαλλός)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 22

Οἱ Ἅγιοι Φιλήµων ὁ Ἀπόστολος, Ἄρχιππος, Ὀνήσιµος καὶ Ἀπφία
Καὶ γιὰ τοὺς τέσσερις Ἁγίους ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Φιλήµονα ἐπιστολή του. Ὁ Φιλήµων καὶ ἡ σύζυγός του Ἀπφία ἦταν χριστιανοὶ στὴν πόλη τῶν Κολοσσῶν, µὲ ἀνεπτυγµένο αἴσθηµα φιλανθρωπίας. Χρησιµοποιοῦσαν δὲ τὰ πλούτη τους µὲ προθυµία γιὰ τὴν ἀνακούφιση φτωχῶν, ἀσθενῶν καὶ γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Στὸ χριστιανισµὸ προσῆλθαν διὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅταν αὐτὸς εἶχε ἔλθει στὴν πόλη τους. Μάλιστα, γιὰ τὶς ἀγαθοεργίες τοῦ Φιλήµονα γράφει συγκεκριµένα: «Χάριν ἔχοµεν πολλὴν καὶ παράκλησιν ἐπὶ τὴν ἀγάπη σου ὅτι τὰ σπλάγχνα τῶν ἁγίων ἀναπέπαυται διὰ σοῦ, ἀδελφέ». Δηλαδή, ἔχουµε πολλὴ χαρὰ καὶ παρηγοριὰ γιὰ τὴν ἀγάπη σου, διότι οἱ καρδιὲς τῶν ἀδελφῶν χριστιανῶν ἔχουν βρεῖ ἀνάπαυση µὲ τὶς εὐεργεσίες καὶ ἀγαθοεργίες σου, ἀδελφέ. Γιὰ τὸν Ἄρχιππο λέγεται ὅτι ἦταν συγγενής, ἴσως καὶ γιὸς τοῦ Φιλήµονα καὶ τῆς Ἀπφίας. Ὁ Παῦλος, ἐπειδὴ ὁ Ἄρχιππος εἶχε µεγάλη ἀφοσίωση στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, στὴν πρὸς Φιλήµονα ἐπιστολή του τὸν ὀνοµάζει στρατιώτη. Ὁ Ὀνήσιµος ἦταν ὑπηρέτης τοῦ Φιλήµονα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀπέδρασε καὶ πῆγε στὴ Ῥώµη. Ἐκεῖ ἔπεσε στὰ δίχτυα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ τὸν ἔστειλε πίσω στὸ Φιλήµονα, χριστιανὸ πλέον. Καὶ παρακαλεῖ τὸν Φιλήµονα νὰ δεχθεῖ τὸν Ὀνήσιµο, ὄχι σὰν ὑπηρέτη, ἀλλὰ σὰν ἀδελφό. Κατὰ τὴν παράδοση, ὅλοι µαρτύρησαν γιὰ τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου.

Οἱ Ἅγιοι Κικιλία, Βαλεριανός καὶ Τιβούρτιος
Ἔζησαν τὸν 3ο αἰῶνα µετὰ Χριστόν. Οἱ γονεῖς τῆς Κικιλίας ἦταν εἰδωλολάτρες, ἀπὸ τοὺς πιὸ εὐγενεῖς καὶ ἐπισήµους. Ἀλλ΄ ἡ κόρη τους ἄκουσε τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀγάπησε καὶ βαπτίστηκε. Μετὰ ἀπὸ λίγο τὴν πάντρεψαν µὲ τὸν Βαλεριανό, νέο µε εὐγενικὰ αἰσθήµατα ποὺ µὲ τὴν ἐπίδραση τῆς ἐκλεκτῆς συζύγου, ἀσπάσθηκε καὶ αὐτὸς τὴ χριστιανικὴ θρησκεία. Κατόπιν µάλιστα, καὶ οἱ δυὸ µαζί, ἔφεραν στὸ χριστιανισµὸ καὶ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Βαλεριανοῦ Τιβούρτιο. Κατὰ τὸν διωγµὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ, ἀπειράριθµοι ὑπῆρξαν αὐτοὶ ποὺ ἀκολούθησαν τὸ δρόµο τοῦ µαρτυρίου. Ἔτσι καὶ ἡ Κικιλία, ὁ Βαλεριανὸς καὶ ὁ Τιβούρτιος δὲν φρόντισαν νὰ κρυφτοῦν. Φανερὰ παρηγοροῦσαν τὶς χῆρες καὶ συντηροῦσαν τὰ ὀρφανὰ τῶν µαρτύρων, ἀκόµα καὶ περισυνέλεγαν τὰ λείψανά τους καὶ τὰ ἔθαβαν µὲ εὐλάβεια. Ὅταν τοὺς ἔπιασαν γιὰ τὸ ἔργο ποὺ ἔκαναν, ὁµολόγησαν µὲ θάῤῥος τὴν πίστη τους καὶ θανατώθηκαν µὲ ἀποκεφαλισµό. Ἡ ἐκκλησία τῆς Ῥώµης θρήνησε τὴν µεγάλη ἀπώλεια, καὶ ἔθαψε τὰ λείψανά τους µὲ µεγάλη εὐλάβεια.

Ὁ Ἅγιος Μάξιµος ὁ Καπιτουλάριος
Ἦταν δεσµοφύλακας κάποιας φυλακῆς τῆς Ῥώµης, πίστεψε στὸν Χριστὸ διὰ τῶν Ἅγιων Βαλεριανοῦ καὶ Κικιλίας (βλέπε πιὸ πάνω), ὁµολόγησε τὴν πίστη του καὶ ὑπέστη µαρτυρικὸ θάνατο (αἰκισθεὶς τελειοῦται).

Οἱ Ἅγιοι Μᾶρκος, Στέφανος καὶ Μᾶρκος
Μαρτύρησαν στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ καὶ ἡγεµόνα Μάγου τὸ ἔτος 290 µ.Χ. Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας καὶ ἐπειδὴ ὁµολόγησαν τὸν Χριστὸ σὰν ἀληθινὸ Θεό, ἀποκεφαλίστηκαν.

Ὁ Ἅγιος Προκόπιος ὁ Παλαιστίνιος
Ὑπῆρξε ἀσκητὴς διάσηµος, ἀλλὰ καὶ πολυµαθὴς θεολόγος καὶ φιλόσοφος. Ἐγκαταστάθηκε στὴ Σκυθόπολη τῆς Παλαιστίνης καὶ ἐπιτελοῦσε τὰ καθήκοντα τοῦ ἀναγνώστη καὶ κήρυκα. Καταγγέλθηκε ὅµως ὅτι εἵλκυε πλήθη εἰδωλολατρῶν στὴ Χριστιανικὴ θρησκεία, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε δέσµιος στὴν Καισαρεία τῆς Παλαιστίνης. Ἐκεῖ προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν ὅτι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται στὸ πολυθεϊκὸ θρήσκευµα. Ἐκεῖνος, ἀνατρέποντας τὰ ἐπιχειρήµατα τῶν ἀντιπάλων του, παρέθεσε µεταξὺ ἄλλων καὶ τὴν Ὁµηρικὴ φράση: «Οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη, εἷς κοίρανος ἔστω». Ἐπιµένοντας ἔτσι στὴν ἀληθινὴ πίστη του, καταδικάστηκε σὲ θάνατο διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Μένιγνος ὁ κναφέας
Μαρτύρησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Δεκίου (251) καὶ γεννήθηκε στὴν πόλη Πάριο τῆς Κολωνίας στὸν Ἑλλήσποντο, µεταξὺ Κυζίκου καὶ Λαµψάκου. Ὅταν σηκώθηκε ὁ διωγµός, ὁ Μένιγνος, ἀψηφῶντας τὶς σκληρὲς τιµωρίες, ὁµολόγησε στὴ µέση της ἀγορᾶς τὸν Ἰησοῦ καὶ προέτρεψε τοὺς χριστιανοὺς νὰ σταθοῦν ἰσχυροὶ ἀπέναντι τῶν ἀσεβῶν αὐτοκρατορικῶν διαταγµάτων καὶ νὰ µείνουν ἀσάλευτοι στὴ χριστιανικὴ πίστη. Συνελήφθη καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλησε νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα, ὁδηγήθηκε στὸν τόπο τοῦ ἀποκεφαλισµοῦ. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ἡ σύζυγός του ἔτρεξε κοντά του καὶ τὸν παρακολουθοῦσε κλαίγοντας. Ἐκεῖνος, παρηγορώντας την, τῆς ἔλεγε ὅτι ὁ θάνατός του θὰ ἐξασφάλιζε τὴν παντοτινή τους ἕνωση. Διότι, µόνο ὅσοι µένουν µὲ τὸν Θεὸ ἑνωµένοι, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ χωριστοῦν ποτέ. Μετὰ ἀπὸ λίγο τὸ κεφάλι του ἔπεφτε καὶ τάφηκε ἐκεῖ στὸν τόπο τοῦ µαρτυρίου του.

Ὁ Ὅσιος Ἄββας
Αὐτὸς προηγουµένως ἦταν Ἀγαρηνὸς καὶ πίστεψε στὸν Χριστὸ µέσῳ ἑνὸς µοναχοῦ, γιὰ νὰ γίνει στὴ συνέχεια καὶ ὁ ἴδιος µοναχός. Μὲ τὴν συνοδεία τοῦ µοναχοῦ λοιπόν, ποὺ τὸν ἔκανε χριστιανό, πῆγε στὸν µεγάλο ἀσκητὴ Εὐσέβειο (15  Φεβρουαρίου), ποὺ ἀσκήτευε πάνω σ΄ ἕνα βουνὸ κοντὰ στὸ χωριὸ Ἄσιχα καὶ ἔµεινε κοντά του. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Εὐσεβείου, ὁ Ἄββας τὸν διαδέχτηκε στὴν ἐπιστασία τῆς δηµιουργηθείσας Μονῆς καὶ ὑπῆρξε τύπος αὐστηροῦ ἀσκητῆ στοὺς ὑφισταµένους του. Ἔζησε µὲ µεγάλη σκληραγωγία, πολλὴ ἐγκράτεια καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Κάλλιστος ὁ Β΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Ἀνέβηκε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸ ἔτος 1397. Διακρίθηκε γιὰ τὴν ζωντανὴ εὐσέβεια καὶ φιλανθρωπία του. Ἄφησε ὅµως τὴν πατριαρχεία, ἐπειδὴ τὰ χρόνια ἐκεῖνα ἦταν πολὺ ταραγµένα καὶ ἀποσύρθηκε σὲ Μονή, ὅπου καὶ ἀσκητεύοντας ἀπεβίωσε.

Οἱ Ἅγιοι Χριστοφόρος καὶ Εὐφηµία
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. (Μᾶλλον οἱ ἴδιοι µε αὐτοὺς τῆς 19ης Νοεµβρίου).

Οἱ Ἅγιοι Θαλλελαῖος καὶ Ἄνθιµος
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. (Μᾶλλον οἱ ἴδιοι µὲ αὐτοὺς τῆς 19ης Νοεµβρίου).

Ὁ Ἅγιος Θαδδαῖος
«Ἐν τροχῷ δεθεὶς καὶ κατὰ πρανοῦς ἀφεθεὶς τελειοῦται».

Ὁ Ἅγιος Ἀγαπίων (ὁ Ῥωµαῖος)
Ἐπειδὴ ὁµολόγησε τὸν Χριστό, τὸν ἔριξαν γιὰ τροφὴ στὰ ἄγρια θηρία. Θαυµατουργικὰ ὅµως βγῆκε ἀβλαβὴς καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Ἀγάπιος
Μαρτύρησε διὰ ξίφους. (Στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 σηµειώνεται, ὅτι ἦταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία).

Ὁ Ἅγιος Σισίνιος ὁ Ἱεροµάρτυρας
Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Κλήµης ὁ Θαυµατουργὸς ἐπίσκοπος Ἀχρίδας τῆς Βουλγαρίας
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Βουλγαρία καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μιχαὴλ (842-867), γιοῦ τοῦ βασιλιᾶ Θεοφίλου τοῦ εἰκονοµάχου. Ἀπὸ µικρὸς εἶχε τὴν µοναχικὴ κλίση καὶ ἔτσι κατέφυγε σὲ µοναστήρι, ὅπου ἀσκήτευε στὴν πνευµατικὴ ζωὴ καὶ µελετοῦσε συστηµατικὰ τὴν Ἁγία Γραφή. Γιὰ τὶς εὐαγγελικές του ἀρετὲς χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Μεθόδιο ἐπίσκοπος Βουλγαρίας, ποὺ µέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀποστολικὰ ποίµανε. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Τὸ δὲ ἱερὸ λείψανό του, κατατέθηκε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήµονα, ποὺ ὁ ἴδιος ἔκτισε, στὴν Ἀχρίδα τῆς Βουλγαρίας.

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 21

Τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου
Ἡ Ἄννα, µητέρα τῆς Θεοτόκου, ἐπειδὴ πέρασε ὅλη σχεδὸν τὴ ζωὴ της στείρα, χωρὶς νὰ γεννήσει παιδί, παρακάλεσε προσευχόµενη τὸ Θεό, µαζὶ µὲ τὸν ἄνδρα της Ἰωακείµ, νὰ τοὺς χαρίσει παιδί. Καὶ ἂν γινόταν αὐτό, ἀµέσως θὰ τὸ ἀφιέρωναν στὸ Θεό. Καὶ πράγµατι, ὁ Θεὸς εὐδόκησε καὶ ἡ Ἄννα γέννησε τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο Μαρία. Ὅταν αὐτὴ ἔγινε τριῶν χρονῶν, τὴν πῆραν οἱ γονεῖς της καὶ ἀφιέρωσαν τὴν θυγατέρα τους στὸ Θεό, ἀφοῦ τὴν πῆγαν στὸ Ναό. Τὴν παρέδωσαν στὸν ἀρχιερέα Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τὴν παρέλαβε, τὴν εἰσήγαγε στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅπου µόνο ὁ ἀρχιερέας ἔµπαινε µία φορὰ τὸ χρόνο. Ἀλλὰ ὁ Ζαχαρίας γνώριζε δι᾿ ἀποκαλύψεως τί ἔµελλε νὰ συµβεῖ διὰ τῆς κόρης αὐτῆς. Ἐκεῖ ἡ Παρθένος ἔµεινε δώδεκα χρόνια. Βγῆκε τότε, ὅταν ἦλθε ἡ στιγµὴ νὰ συµβάλει στὴ σάρκωση τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ, ποὺ εἶναι «ὁ ἀγαπήσας ἡµᾶς καὶ δοὺς παράκλησιν αἰωνίαν καὶ ἐλπίδα ἀγαθὴν ἐν χάριτι». Ὁ ὁποῖος, δηλαδή, µᾶς ἀγάπησε καὶ µᾶς ἔδωσε παρηγοριὰ ποὺ δὲ θὰ ἔχει τέλος, ἀλλὰ θὰ εἶναι αἰώνια, καὶ µᾶς χάρισε ἐλπίδα ἀγαθῶν οὐρανίων.

Ὁ Ὅσιος Σωζοµενός
Ἡ µνήµη αὐτοῦ τοῦ ὁσίου Σωζοµενοῦ ἀναφέρεται ἐπιγραµµατικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασµατάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ µνήµη του αὐτὴν τὴν ἡµέρα. Πιθανὸν νὰ εἶναι ἀπὸ τοὺς 300 Ἁγίους Ἀλαµανοὺς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου (βλέπε καὶ Α.Χ.Ε. Χ.). Ἀναφέρεται καὶ σὰν ἐπίσκοπος Καρπασίας ὁ θαυµατουργὸς καὶ τοποθετεῖται ἀπὸ ὁρισµένους Συναξαριστὲς τὴν 20ή Νοεµβρίου.

Ὁ Ἅγιος Προκόπιος τῆς Βιάτκα (Ρῶσος)
Διὰ Χριστὸν σαλός.

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 20

Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Δεκαπολίτης
Ἔζησε τὸν 9ο αἰῶνα µ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Εἰρηνόπολη τῆς Δεκαπόλεως. Τὴ χριστιανικὴ ἀνατροφή του ὄφειλε πρῶτα στὴ µητέρα του Μαρία, ἡ ὁποία, µὲ τὴν ζωντανή της πίστη στὸ Χριστό, ἀνέθρεψε τὸ γιό της σύµφωνα µὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Γρηγόριος ἔγινε µοναχὸς καὶ ἀγωνιζόταν ἔντονα γιὰ ἠθικὴ τελειοποίηση. Ἐκεῖνο ποὺ ἰδιαίτερα τὸν διέκρινε ἦταν ἡ καλλιέργεια τῆς ἐγκράτειας στὸν ἑαυτό του. Τὴ θεωροῦσε ἀπαραίτητη γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ τὴν ἠθικὴ κυριαρχία στὴ σάρκα. Καὶ σὲ ὅσους τὸν ῥωτοῦσαν γιατί δίνει ἱδιαίτερη βαρύτητα σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀρετή, ἀπαντοῦσε µὲ τὸν αἰώνιο λόγο τῆς ἁγίας Γραφῆς: «Πᾷς ὁ ἀγωνιζόµενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι µὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν, ἡµεῖς δὲ ἄφθαρτον». Καθένας, δηλαδή, ποὺ ἀγωνίζεται, ἐγκρατεύεται σὲ ὅλα, ἀκόµα καὶ στὴν τροφὴ καὶ στὸ ποτό. Καὶ ἐκεῖνοι µέν, οἱ ἀθλητὲς τοῦ κόσµου, ἀγωνίζονται καὶ ἐγκρατεύονται γιὰ νὰ πάρουν στεφάνι ποὺ φθείρεται. Ἐµεῖς ὅµως, oι ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀγωνιζόµαστε γιὰ ἄφθαρτο στεφάνι. Ὁ Γρηγόριος ὅµως δὲν ἀρκέσθηκε µόνο στὴ µοναχικὴ ζωή. Μετεῖχε ἀπὸ κοντὰ στοὺς σκληροὺς ἀγῶνες κατὰ τῶν εἰκονοµάχων βασιλέων. Ἔκανε πολλὰ ταξίδια καὶ τελικὰ ἐγκαταστάθηκε στὴ Θεσσαλονίκη, στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μηνᾷ. Ἐπιδόθηκε σὲ συγγραφὲς καὶ πέθανε ἀπὸ βαρειὰ ἀῤῥώστια στὴν Κωνσταντινούπολη (τὸ 816 µ.Χ.).

Ὁ Ἅγιος Πρόκλος ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
Μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόµου. Ὑπῆρξε ἄξιος µαθητὴς τοῦ µεγάλου διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας µας, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόµου. Ὁ Πατριάρχης Ἀττικὸς (406-425) τὸν ἔκανε διάκονο καὶ κατόπιν πρεσβύτερο. Ἐπειδὴ διακρινόταν γιὰ τὴν παιδεία, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν διδακτική του ἱκανότητα, ἀγαπήθηκε θερµὰ ἀπ᾿ ὅλους τοὺς θαυµαστὲς τοῦ ἀξέχαστου διδασκάλου του καὶ ὑποστηριζόταν ἀπ᾿ αὐτοὺς γιὰ τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλ᾿ ἡ ἀντίδραση τοῦ διεφθαρµένου κατεστηµένου ναυάγισε τὴν ὑποψηφιότητά του. Ἀργότερα ὁ Πατρ. Σισίνιος, τὸ ἔτος 425, χειροτόνησε τὸν Πρόκλο ἐπίσκοπο Κυζίκου. Λόγω ὅµως τῶν ἀνωµαλιῶν τῆς ἐπαρχίας, τὴν ἐπισκοπὴ κατέλαβε κάποιος Δαλµάτιος. Ἀλλ᾿ ὁ Πρόκλος, χωρὶς νὰ στεναχωρηθεῖ, ἐξακολούθησε τὸ κήρυγµα τοῦ θείου λόγου στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν πέθανε ὁ Πατριάρχης Μαξιµιανὸς (434) καὶ αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Θεοδόσιος ὁ Β´, στὸ θρόνο ἀνέβηκε πανηγυρικὰ ὁ Πρόκλος καὶ µάλιστα πρὶν ἀκόµα θάψουν τὸν Μαξιµιανό. Ἡ πρώτη φροντίδα τοῦ Πρόκλου ἦταν ἡ ἀνακοµιδὴ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Χρυσοστόµου ἀπὸ τὰ Κόµανα στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐπίσης, ἐπὶ τοῦ Πατριάρχου αὐτοῦ καθιερώθηκε καὶ ὁ τρισάγιος ὕµνος στὶς ἐκκλησίες. Πατριάρχευσε δώδεκα χρόνια καὶ τρεῖς µῆνες. Πέθανε τό 447.

Ὁ Ἅγιος Δάσιος ποὺ µαρτύρησε στὸ Δορύστολο
Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα µετὰ Χριστὸν (298) καὶ µαρτύρησε στὴν πόλη Δορύστολο, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὸν Ἴστρο (Δούναβη) ποταµό. Ὁ Δάσιος ἀνῆκε στὶς στρατιωτικὲς τάξεις καὶ τὸν διέκρινε θερµότατη πίστη στὸ Χριστό. Καταγγέλθηκε γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν δέχτηκε καµία δελεαστικὴ ὑπόσχεση οὔτε φοβήθηκε καµιὰ ἀπειλή. Μετὰ ἀπὸ διαταγὴ τοῦ διοικητῆ του, βασανίστηκε σκληρά. Στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν.

Οἱ Ἅγιοι Νιρσᾶς ὁ Ἐπίσκοπος, Ἰωσὴφ ὁ µαθητής του καὶ Ἐπίσκοπος καὶ ἄλλοι Μάρτυρες ποὺ µαρτύρησαν στὴν Περσία
Ὅλοι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου στὴν Περσία. Ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ Νιρσᾶς ἦταν Ἐπίσκοπος, γέροντας σχεδὸν 80 χρονῶν. Ὁ δὲ µαθητής του καὶ Ἐπίσκοπος Ἰωσήφ, ἔφτασε τὰ 89 χρόνια. Μαζὶ µ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ἄλλοι Ἐπίσκοποι, Ἱερεῖς, λαϊκοί, γυναῖκες παρθένες καὶ ἀσκήτριες. Αὐτοὶ λοιπόν, κατὰ τῶν διωγµὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ποὺ κίνησε ὁ βασιλιὰς Σαπὼρ ὁ Β´, βασανίστηκαν ἀπὸ τοὺς Πέρσες µὲ διάφορα σκληρὰ βασανιστήρια. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν ἀρνήθηκαν τὴν πίστη τους, ὅλοι ἀποκεφαλίστηκαν.

Οἱ Ἅγιοι Ἰσαάκιος, Ἰωάννης, Σαβώριος, Ὠνάµ, Παππίας καὶ (ἄλλος) Ἰσαάκιος
Οἱ τρεῖς πρῶτοι µαρτύρησαν διὰ λιθοβολισµοῦ (τὸ 343 µ.Χ.), µαζὶ µὲ τὸν ἀσκητὴ Ὠνάµ, ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῶν Περσῶν. Οἱ δὲ ἑπόµενοι δυό µε ἀποκεφαλισµό. Στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 καὶ 1624 λέγονται ἐπίσκοποι.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης
Ἦταν ἀσκητὴς στὸ ὄρος τῆς Νιτρίας. Μὲ ὁσιότητα βίου ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Τὰ περὶ τῆς ζωῆς του, ποὺ ἀναφέρονται στὸ Λαυσαϊκό, ἀνήκουν στὴ σφαῖρα τῆς φαντασίας καὶ δὲν ἀνταποκρίνονται στὴν πραγµατικότητα.

Οἱ Ἅγιοι Γεϊδαζέτ (ἢ Γαϊσαδὲτ ἢ Βοηθαζάτ) ὁ εὐνοῦχος, Σασάνης (ἢ Σωσάννης), Νοηλµάρης καὶ Ζαρουαντίνης
Οἱ µάρτυρες αὐτοί, ἐπειδὴ δὲν θυσίασαν στὸν Θεὸ Ἥλιο τῶν Περσῶν, θανατώθηκαν ὅλοι διὰ λογχισµοῦ.

Οἱ Ἁγίες παρθένες Θέκλα, Βαουθᾶ, Δεναχίς (ἢ Δινάχ), Τεντοῦς, Μάµα, Μαλοχία, Ἄννα, Νανά, Ἀστή καὶ Μαλάχ
Αὐτὲς ἦταν ἀσκήτριες χριστιανὲς γυναῖκες ἀπὸ τὴν Περσία. Διατάχθηκαν ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῶν Περσῶν νὰ προσκυνήσουν τὴν φωτιὰ καὶ ἐπειδὴ δὲν δέχτηκαν, τεµαχίστηκαν ὅλες µε τὰ ξίφη τῶν στρατιωτῶν.

Οἱ Ἅγιοι Εὐστάθιος, Θεσπέσιος καὶ Ἀνατόλιος
Ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαξιµιανοῦ τὸ ἔτος 300 µ.Χ. Αὐτοὶ ἦταν ἀδέλφια µεταξύ τους καὶ πατρίδα εἶχαν τὴν Γάγγρα τῆς Μ. Ἀσίας. Οἱ γονεῖς τους ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ ὀνοµαζόταν Φιλόθεος καὶ Εὐσεβία. Ἀπὸ τοὺς τρεῖς, ὁ µὲν Εὐστάθιος ἀσχολεῖτο µὲ τὰ γράµµατα, οἱ δὲ δυὸ ἄλλοι ἀδελφοὶ µὲ τὸ ἐπάγγελµα τοῦ πατέρα τους (πώληση φορεµάτων). Στὴ χριστιανικὴ πίστη τοὺς ἔφερε ὁ πρεσβύτερος Ἀντιοχείας Λουκιανός, ἀφοῦ εἶχε συναντήσει τὸν Φιλόθεο καὶ τὸν Ἀνατόλιο σ᾿ ἕνα ταξίδι στὴν Ἀνατολή. Τοὺς κατήχησε καὶ ὅταν ἔφτασαν στὴ Νικοµήδεια βαπτίστηκαν ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Νικοµήδειας Ἄνθιµο, ὁ ὁποῖος τὸν µὲν Φιλόθεο χειροτόνησε πρεσβύτερο, τὸ δὲ Εὐστάθιο διάκονο. Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων τους, καταγγέλθηκαν στὸν Μαξιµιανὸ καὶ ἀφοῦ ὑπέστησαν φρικτὰ βασανιστήρια, τελικὰ ἀποκεφαλίστηκαν.

Ὁ Ἅγιος Θεόκτιστος ὁ Ὁµολογητής
Ἔζησε τὸν 9ο αἰῶνα µ.Χ. Ὑπέστη πολλὰ ἀπὸ τοὺς εἰκονοµάχους γιὰ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλ᾿ ἐπὶ βασιλίσσης Θεοδώρας ἀναδείχτηκε Πατρίκιος καὶ τιµήθηκε µὲ πολλὲς ἄλλες διακρίσεις.

Ὁ Ἅγιος Edmund (Βρετανός)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 19

Ὁ Προφήτης Ὀβδιοῦ ἢ Ἀβδιοῦ
Τὸ ὄνοµά του σηµαίνει «δοῦλος Κυρίου». Ἔζησε στὸ δεύτερο µισὸ τοῦ 6ου αἰῶνα π.Χ., (κατ΄ ἄλλη ἐκδοχὴ τὸ 800 π.Χ.), καὶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα µικροὺς λεγόµενους προφῆτες. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Συχὲµ (ἐκ τοῦ ἀγροῦ Βηθοχαρὰµ ἢ Βαθαχαράµ), καὶ µὲ τὴν σύντοµη προφητεία του αὐστηρὰ παρατηρεῖ µὲ ἰσχυρὲς ποιητικὲς ἐκφράσεις τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν πτώση τοῦ Ἰσραήλ. Νὰ τί λέει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια: «Ὑπερηφάνια τῆς καρδίας σου ἐπῆρε σε κατασκηνοῦντα ἐν ταῖς ὀπαῖς τῶν πετρῶν, ὑψῶν κατοικίαν αὐτοῦ, λέγων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ- τὶς κατάξει µε ἐπὶ τὴν γῆν; ἐὰν µετεωρισθῆς ὡς ἀετὸς καὶ ἐὰν ἀνὰ µέσον τῶν ἄστρων θῇς νοσσιᾶν σου, ἐκεῖθεν κατάξω σε, λέγει Κύριος» Δηλαδή: ἡ ὑπερηφάνεια τῆς καρδιᾶς σου σὲ ἔκανε νὰ φρονεῖς πολὺ ὑψηλὰ γιὰ τὸν ἑαυτό σου, ὅτι τάχα κατοικεῖς σὲ φαράγγια καὶ σπηλιὲς τῶν ὀρέων καὶ γενικὰ ἀπόρθητες περιοχές. Ἔχεις κτίσει τὴν κατοικία σου σὲ πολὺ ὕψος, πιστεύεις ὅτι εἶσαι ἰσχυρὸς καὶ ἀνίκητος καὶ λὲς ἀπὸ µέσα σου: Ποιὸς θὰ µπορέσει νὰ µὲ κατεβάσει στὴ γῆ; Καὶ ἂν ἀκόµα πετάξεις σὲ µεγάλα ὕψη σὰν τὸν ἀετό, καὶ ἂν στήσεις τὴν φωλιά σου ψηλὰ ἀνάµεσα στ΄ ἀστέρια, ἀπὸ ἐκεῖ θὰ σὲ καταῤῥίψω καὶ θὰ σὲ κατεβάσω, λέγει ὁ Κύριος. Ἂς προσέξουµε, λοιπόν, τὰ λόγια του προφήτη καὶ ἂς καλλιεργοῦµε τὸ θεµέλιο τῶν ἀρετῶν, ποὺ εἶναι ἡ ταπείνωση. Νὰ ἀναφέρουµε ἐπίσης, ὅτι ὁ Ὁβδιοῦ ἦταν µαθητὴς τοῦ προφήτου Ἡλίου, ἐπὶ τῆς βασιλείας Ὀχοζία, ὁ ὁποῖος ἔστειλε τὸν Ὀβδιοῦ στὸν Ἠλία γιὰ νὰ τὸν πείσει νὰ κατέβει ἀπὸ τὸ βουνὸ πρὸς τὸν βασιλιά. Μετὰ τὴν µετάβαση τοῦ Ἠλία στὸν Ὀχοζία, ὁ Ὀβδιοῦ παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν θέση τοῦ πεντηκοντάρχου, ἀκολούθησε τὸν προφήτη Ἠλία καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε. Ὅταν πέθανε ἐτάφη στὸν τάφο τῶν πατέρων του.

Ὁ Ἅγιος Βαρλαάµ
Ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστοµος θεώρησαν χρέος τους νὰ ἀσχοληθοῦν στὸ δίκαιο ἐγκώµιο τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ ἀθλητῆ τῆς πίστης. Παρὰ τὰ βαθιὰ γεράµατά του, ὅταν τὸν ἔφεραν µπροστὰ στὸν ἔπαρχο Ἀντιοχείας, τὸν ἀντιµετώπισε µὲ θαυµαστὴ εὐψυχία. Ἔτσι τὸν µαστίγωσαν µὲ νεῦρα βοδιοῦ καὶ τοῦ ξερίζωσαν τὰ νύχια. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν ὑποχωροῦσε ἄναψαν κάρβουνα καὶ ἑτοιµάστηκαν νὰ βάλουν τὰ χέρια του ἐπάνω σ΄ αὐτά. Ἀλλὰ ἐκεῖνος τοὺς πρόλαβε. Βάδισε µόνος του καὶ ἔβαλε τὸ δεξί του χέρι στὴ φωτιά. Καὶ ἐνῷ καίγονταν οἱ σάρκες καὶ τὰ κόκκαλά του, ὁ γέροντας Βαρλαάµ, ὑµνοῦσε καὶ εὐλογοῦσε τὸν Κύριο. Μετὰ ἀπὸ λίγο παρέδιδε καὶ τὴν τελευταία του πνοή, ἀλλὰ κράτησε καὶ ἀµετακίνητη τὴν πίστη του (304 µ.Χ.).

Ὁ Ἅγιος Ἄζης ὁ Θαυµατουργός
Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ (289 µ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν χώρα τῶν Ἰσαύρων. Ἦταν στρατιωτικὸς στὸ ἐπάγγελµα, ἀλλὰ ἄφησε τὴν στρατιωτικὴ ζωὴ καὶ ζοῦσε στὴν ἔρηµο, ὅπου ἔκανε πολλὰ θαύµατα. Τὸν κατάγγειλαν ὅµως κάποιοι κυνηγοί, ποὺ τὸν εἶχαν δεῖ, καὶ στάλθηκε στρατιωτικὸ ἀπόσπασµα γιὰ νὰ τὸν συλλάβει. Ὅταν τὸν συνέλαβαν βαθιὰ µέσα στὴν ἔρηµο, οἱ στρατιῶτες δίψασαν καὶ δὲν ἔβρισκαν πουθενὰ νερό. Τότε ὁ Ἄζης, διὰ τῆς προσευχῆς, ἔκανε νὰ πεταχθεῖ µπροστά τους νερὸ καὶ ἔτσι ξεδίψασαν. Τὸ θαῦµα αὐτὸ ἔκανε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό. Ὅταν τελικὰ ὁ Ἄζης ὁδηγήθηκε στὸν ἔπαρχο Ἀκυλίνο, ὁµολόγησε µὲ θάῤῥος τὸν Χριστό. Τότε τὸν ἔδεσαν σ΄ ἕνα τροχὸ καὶ ἀπὸ κάτω ἄναψαν φωτιά. Ἀλλὰ ἐνῷ ἡ φλόγα ὑψώθηκε, µὲ µιᾶς ἀµέσως ἔσβησε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ προσείλκυσε στὸν χριστιανισµὸ τὴν σύζυγο καὶ τὴν θυγατέρα τοῦ ἔπαρχου. Ὁ Ἀκυλίνος γιὰ νὰ ξεφορτωθεῖ ὁριστικὰ τὸν Ἄζη, διέταξε καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν.

Οἱ Ἅγιοι 150 Μάρτυρες Στρατιῶται
Αὐτοὶ πίστεψαν διὰ τοῦ Ἁγίου Ἄζη στὸν Χριστὸ καὶ µαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Οἱ Ἁγίες µάνα καὶ θυγατέρα
Ἦταν σύζυγος καὶ κόρη τοῦ ἔπαρχου Ἀκυλίνου, ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστὸ διὰ τοῦ Ἁγίου Ἄζη καὶ µαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Οἱ Ἅγιοι 12 Μάρτυρες Στρατιῶται
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους, ἴσως τὴν ἐποχὴ τῶν πιὸ πάνω 150 Ἁγίων µαρτύρων στρατιωτῶν.

Ὁ Ἅγιος Ἀγάπιος
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισαρεία τῆς Παλαιστίνης καὶ διέπρεψε γιὰ τὴν σεµνότητα τῆς ζωῆς του. Συνελήφθη ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Μαξιµίνο (311-313), ἐπὶ δούκα Οὐρβανοῦ, γιὰ τὸ λόγο ὅτι ἦταν χριστιανός. Τότε τὸν διαπόµπευσαν µέσα στὸ στάδιο καὶ στὴ συνέχεια τὸν ἄφησαν γιὰ τροφὴ στὰ ἄγρια θηρία. Αὐτὰ τὸν κατασπάραξαν, ἀλλὰ τὸν ἄφησαν µισοπεθαµένο. Σ΄ αὐτὴ τὴν κατάσταση τὸν ἔριξαν στὴ φυλακὴ καὶ τὴν ἑπόµενη µέρα τὸν ἔπνιξαν στὴ θάλασσα.

Ὁ Ἅγιος Ἡλιόδωρος ἀπὸ τὴν Μαγιδὼ τῆς Παµφιλίας
Μαρτύρησε στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Αὐρηλιανοῦ (272) στὴ Μαγιδὼ τῆς Παµφυλίας, καὶ ὅταν ἡγεµόνευε στὴν πόλη αὐτὴ ὁ Ἀέτιος. Ὁ Ἠλιόδωρος λοιπόν, συνελήφθη καὶ ἐπειδὴ δὲν πείστηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, στὴν ἀρχὴ ξέσχισαν τὶς πλευρές του µὲ σιδερένια νύχια καὶ ἔπειτα ἔκαψαν τὶς πληγές του µὲ ἀναµµένες ἀπὸ ῥητίνη λαµπάδες. Παρὰ λίγο ὁ Ἅγιος νὰ λιποψυχήσει. Ἀλλὰ διὰ τῆς προσευχῆς πρὸς τὸν Κύριο, ἡ ψύχή τουστερεώθηκε. Ἀκολούθησε σειρὰ σκληρῶν καὶ φρικτῶν βασανιστηρίων, ἀλλ΄ ἡ σταθερότητα τῆς πίστης τοῦ Ἠλιόδωρου δὲν κάµφθηκε. Τελικὰ ὁδηγήθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ ἐκεῖ ὑπέστη τὸν δι᾿ ἀποκεφαλισµοῦ θάνατο.

Οἱ Ἅγιοι Ἄνθιµος, Θαλλελαῖος, Χριστοφόρος, Εὐφηµία καὶ τὰ παιδιά τους καὶ Παγχάριος
Δὲν βρίσκουµε κανένα στοιχεῖο γιὰ τὴ ζωή τους καὶ τὸ µαρτύριό τους.

Ὁ Ὅσιος Σίµων
Ἡ τοῦ ὁσίου Σίµωνος µνήµη δὲν ἀπαντᾷ οὔτε εἰς τὰ ἔντυπα Μηναῖα οὔτε εἰς τὸν Συναξαριστὴν Νικόδηµου· ἀπαντᾷ εἰς τὸν Παρισινὸν Κώδ. 1621 (αἰών. ιγ΄), ἔνθα περὶ αὐτοῦ ἀναγινώσκοµεν ταῦτα: Οὗτος ἦν ἐκ Καλαβρίας µοναχὸς µονῆς µεγάλης καὶ θαυµαστῆς· ὅτε ποτὲ ἐστάλησαν εἰς διακονίαν µοναχοί τινες ἐκ τῆς µονῆς παρὰ τὴν θάλασσαν συνελήφθησαν ὑπὸ πειρατῶν Τούρκων καὶ ὡδηγήθησαν εἰς τὴν Ἀφρικήν· πρὸς ἐξαγορὰν τῶν αἰχµαλώτων ἀδελφῶν ἐλθὼν οὗτος καὶ εὑρὼν αὐτοὺς διηρώτα ἐν συγκινήσει τὰ κατ΄ αὐτούς, ὅτε πλησιάσας Ἀγαρηνὸς ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ νὰ
ῥαπίση τὸν ὅσιον, ἀλλ΄ ἐξηράνθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ· τὸ αὐτὸ ἐπανελήφθη καὶ εἰς τὸν δεύτερον ἐλθόντα, ὅτε οἱ ἄλλοι οἱ µέτ΄ αὐτοῦ ἀπήγαγαν αὐτὸν εἰς τὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου καὶ διηγήθησαν τὰ διατρέξαντα· ἐκ τούτων ὁ ἄρχων κατεπλάγη καὶ παρεκάλεσε τὸν ὅσιον δι᾿ εὐχῆς ν΄ ἀποκαταστήσῃ τὰς ἐξηραµένας τῶν στρατιωτῶν χεῖρας· καὶ τούτου γενοµένου, διέταξε νὰ µεταφέρωσιν ἐν τιµῇ τοὺς αἰχµαλώτους µοναχοὺς εἰς τὸν τόπον αὐτῶν. Κατὰ δὲ τὸ ταξίδιον, ἀπολιπόντος τοῦ ὕδατος διὰ προσευχῆς τὸ τῆς θαλάσσης ὕδωρ µετέβαλεν εἰς γλυκύτητα ὅπερ ἐκίνησεν εἰς θαυµασµὸν τοὺς ἀπίστους· ἐγένετο αὐτουργὸς καὶ ἄλλων θαυµάτων καὶ ἐκοιµήθη ἐν εἰρήνῃ (Ἁγιολόγιο Σ. Εὐστρατιάδη, σελ. 425).

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ὁ Ἴβηρ, ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ
Ἔζησε τὸν 9ο αἰῶνα. Ἔπαιξε σπουδαῖο ῥόλο στὴ θρησκευτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου του (Γεωργία). Ταξίδευσε στοὺς Ἁγίους Τόπους, στὴ Κωνσταντινούπολη καὶ στὴ Βιθυνία, ὅπου γνωρίστηκε µὲ ἄλλους πνευµατικοὺς πατέρες. Κατόπιν ταξίδευσε στὴ Ῥώµη διὰ Θεσσαλονίκης, ὅπου ἔκανε θαύµατα. Ἐπανερχόµενος ἔµεινε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου ἔκτισε καὶ ἱερὸ ναὸ τὸ 870. Τὸ ἔργο του, ποὺ ἦταν κυρίως διδακτικό, ὑπῆρξε ἐξαιρετικὸ γιὰ τοὺς Θεσσαλονικεῖς. Πέθανε τὸ 875.

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 18

Ὁ Ἅγιος Πλάτων
Ἦταν ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα καὶ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα µ.Χ. Ἀγαθὴ ψυχὴ ὁ Πλάτων, ἐργαζόταν ἀδιάκοπα γιὰ τὴν διάδοση τῆς χριστιανικῆς πίστης. Ἀνακούφιζε τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀσθενεῖς µε γενναῖες ἀγαθοεργίες, διότι ἦταν πολὺ πλούσιος. Καταγγέλθηκε στὸν ἔπαρχο Ἀγριππίνο καὶ ὁµολόγησε ὅτι πράγµατι πιστεύει στὸ Χριστὸ καὶ ὅτι γι᾿ Αὐτὸν ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ὁ Ἀγριππίνος, βλέποντας ὅτι ὁ Πλάτων ἦταν ὡραῖος καὶ πλούσιος, θέλησε νὰ τὸν παρασύρει µὲ διάφορα δελεαστικὰ τεχνάσµατα. Τοῦ παρουσίασε, µάλιστα, καὶ τὴν ὄµορφη ἀνεψιά του, καὶ τοῦ εἶπε ὅτι, ἂν ἐγκατέλειπε τὴ χριστιανικὴ πίστη, θὰ τοῦ τὴν ἔδινε σύζυγο. Ὁ Πλάτων ἀµέσως ἀρνήθηκε, διότι δὲν ἀγαποῦσε τὶς πρόσκαιρες ἀπολαύσεις καὶ στὸ µυαλό του κυριαρχοῦσε ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ἑαυτοὺς ἐν ἀγάπῃ Θεοῦ τηρήσατε, προσδεχόµενοι τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἡµῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς ζωὴν αἰώνιον», ποὺ σηµαίνει, φυλάξτε καὶ διατηρῆστε τοὺς ἑαυτούς σας στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, περιµένοντας µὲ ἐµπιστοσύνη τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου µας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ πετύχουµε δι᾿ Αὐτοῦ τὴν αἰώνια ζωή. Τότε ὁ Ἀγριππίνος µαστίγωσε ἀνελέητα τὸν Πλάτωνα. Ἔπειτα, µὲ πυρωµένα ῥαβδιὰ ἔκαψε τὶς σάρκες του καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισε (306 µ.Χ.).

Ὁ Ἅγιος Ῥωµανός
Ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα µ.Χ. Ἐπειδὴ ὁ ἔπαρχος Ἀντιοχείας Ἀσκληπιάδης φώναζε καὶ βλασφηµοῦσε κατὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ πιστὴ καρδιὰ τοῦ Ῥωµανοῦ πῆρε φωτιὰ ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση ἐναντίον του. Καὶ κάποια µέρα, καιροφυλάκτησε τὴν στιγµὴ ποὺ ὁ ἔπαρχος θὰ ἔµπαινε στὸ ναὸ τῶν εἰδώλων, καὶ τοῦ εἶπε κατὰ πρόσωπο: «τὰ εἴδωλα δὲν εἶναι θεοί». Ὀργισµένος ὁ εἰδωλολάτρης ἄρχοντας, διέταξε καὶ ἔκοψαν τὴν γλῶσσα τοῦ Ῥωµανοῦ. Ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς µὲ θαῦµα, διατήρησε τὴν λαλιὰ στὸ Ῥωµανὸ καὶ χωρὶς τὴν γλῶσσα του. Ἔτσι ὅταν τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακὴ κήρυττε τὸν Χριστὸ στοὺς δεσµοφύλακες. Οἱ εἰδωλολάτρες, ἐπειδὴ δὲν µποροῦσαν νὰ ἀντέξουν σ᾿ αὐτὰ τὰ θαύµατα, ἔπνιξαν τὸν γενναῖο µάρτυρα (τὸ 304 µ.Χ.). Ἀλλ᾿ ἡ ἀλήθεια δὲν πνίγεται. Ἀντίθετα οἱ διωγµοὶ ἐπιταχύνουν τὸν θρίαµβό της. Καὶ δὲν πέρασαν πολλοὶ αἰῶνες καὶ τὰ εἴδωλα ἔπεσαν σ᾿ ὅλην τὴ ρωµαϊκὴ αὐτοκρατορία, κατὰ τὸν ἀληθινὸ λόγο τοῦ Ῥωµανοῦ, ποὺ φωνάζει καὶ στὴν ἐποχὴ τῶν σύγχρονων εἰδώλων, ὅτι «τὰ εἴδωλα δὲν εἶναι θεοί».

Τὸ ἅγιο νήπιο
Τὸ ἅγιο αὐτὸ νήπιο, ῥωτήθηκε ἀπὸ τὸν ἔπαρχο ποιὸ Θεὸ πιστεύει καὶ ἀπάντησε θαυµατουργικὰ µὲ καθαρὴ φωνητικὴ ἄρθρωση, τὸν Χριστό. Τότε ἀµέσως ἀποκεφαλίστηκε. (Αὐτὸ συνέβη ὅταν ὁ Ἅγιος Ῥωµανὸς εἶπε στὸν ἡγεµόνα Ἀσκληπιάδη, ὅτι καὶ τὰ παιδιὰ ἀκόµα γνωρίζουν ὅτι τὰ εἴδωλα δὲν εἶναι θεοί).

Ὁ Ἅγιος Ῥωµανὸς ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη
Ἦταν Διάκονος τῆς Ἐκκλησίας στὴν Καισαρεία τῆς Παλαιστίνης καὶ µαρτύρησε στὰ χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ τὸ 298 στὴν Ἀντιόχεια. Αὐτὸς λοιπὸν ἐνθάῤῥυνε τοὺς Χριστιανούς, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ µαρτυρίου νὰ ὁµολογοῦν τὸν Χριστό. Τότε ἀµέσως συνελήφθη καὶ καταδικάστηκε νὰ καεῖ ζωντανός. Ὁ Διοκλητιανὸς ὅµως, διέταξε νὰ τοῦ κόψουν τὴ γλῶσσα. Ἀλλ᾿ ὁ Ἅγιος, διὰ θαύµατος µιλοῦσε καὶ ἐνθάῤῥυνε τοὺς χριστιανοὺς ἀκόµα ἐντονότερα. Μπροστὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν κατάσταση, τὸν φυλάκισαν καὶ µέσα στὴ φυλακὴ τὸν ἔπνιξαν, τυλίγοντας σφιχτὰ στὸν λαιµό του ἕνα σχοινὶ καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου. (Διαπιστώνουµε ἐδῶ, ὅτι τὸ µαρτύριο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ συγχέεται µὲ αὐτὸ τοῦ προηγουµένου, κατὰ τὴν ἡµέρα αὐτὴ Ἁγ. Ῥωµανοῦ καὶ πολὺ πιθανὸν νὰ πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο πρόσωπο).

Οἱ Ἅγιοι Ζακχαῖος ὁ Διάκονος καὶ Ἀλφαῖος
Ὁ Ζακχαῖος, ποὺ ἦταν Διάκονος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γαδείρων (µικρὸ νησὶ τῆς Ἱσπανίας, ποὺ βρίσκεται στὸν Ἀτλαντικὸ καὶ πολὺ κοντὰ στὴ στεριὰ τῆς Ἱσπανίας), σύρθηκε ἁλυσοδεµένος στὸ κριτήριο τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ ὁµολόγησε µὲ θάῤῥος τὸν Χριστό. Τότε βασανίστηκε σκληρὰ καὶ ῥίχτηκε στὴ φυλακή, τοποθετηµένος γιὰ τέσσερα ἡµερονύκτια πάνω σὲ εἰδικὸ βασανιστικὸ ξύλο. Κατόπιν ἔφεραν στὸ κριτήριο τὸν Ἀλφαίο, ποὺ ἦταν γεµάτος Πνεύµατος Ἁγίου καὶ τοῦ ξέσχισαν τὶς πλευρές. Ἔπειτα ἔκαψαν τὶς πληγές του καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, ὅπως καὶ τὸν συναγωνιστή του Ζακχαῖο. Τὴν ἑποµένη τοὺς ἀποκεφάλισαν (307 µ.Χ.) καὶ ἔτσι οἱ ἅγιες ψυχές τους πέταξαν στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ὅσιος Βασίλειος
Τὴ µνήµη του βρίσκουµε µόνο στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 χωρὶς κάποια ἄλλη προσθήκη.

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Παραµυθιὰ τῆς Ἠπείρου
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Παραµυθιὰ τῆς Ἠπείρου. Κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ θέρους, βρισκόταν µαζὶ µὲ τὴν ἀδελφή του καθὼς καὶ µὲ ἄλλους χριστιανοὺς στοὺς ἀγρούς. Ἐκεῖ λοιπόν, ἦλθε σὲ συµπλοκὴ µὲ κάποιους Τούρκους, ποὺ ἐπιτέθηκαν µὲ κακὸ σκοπὸ στὴν ἀδελφή του. Τότε οἱ Τοῦρκοι, προσβληθέντες ἀπὸ τὴ συµπλοκὴ αὐτή, συκοφάντησαν τὸν Ἀναστάσιο στὸν πασά, ὅτι δῆθεν ἔδωσε λόγο νὰ ἀλλάξει τὴν πίστη του. Ὁ πασὰς τὸν συνέλαβε καὶ τὸν πίεζε νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Στὶς προτάσεις τοῦ πασᾶ ὁ Ἀναστάσιος ἀπάντησε: «Ποτὲ δὲν ἔδωσα τέτοιο λόγο. Χριστιανὸς γεννήθηκα, χριστιανὸς καὶ θὰ πεθάνω µὲ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ µου. Ὅσο γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ µοῦ ὑπόσχεσαι, δὲν ἐνδιαφέροµαι καθόλου, διότι ἔχω πολλὰ ἀγαθὰ αἰώνια, ποὺ βρίσκονται στοὺς οὐρανοὺς καὶ δὲν ἔχουν καµιὰ σύγκριση µὲ τὰ παρόντα». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ἀναστάσιος, κατόρθωσε καὶ ἔκανε χριστιανὸ τὸν γιὸ τοῦ πασᾶ, Μοῦσα ὀνοµαζόµενο (κάποιες πληροφορίες ἀναφέρουν ὅτι µετονοµάστηκε Δηµήτριος καὶ µάλιστα µαρτύρησε γιὰ τὸν Χριστό). Ὁ δὲ Ἅγιος, ἀφοῦ βασανίστηκε µέσα στὴ φυλακὴ µὲ τὸν πιὸ φρικτὸ τρόπο, τελικὰ ἀποκεφαλίστηκε ἔξω ἀπὸ τὴν Παραµυθιὰ κοντὰ σ᾿ ἕνα Μοναστήρι στὶς 18 Νοεµβρίου 1750. Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφίασαν µὲ τιµὲς οἱ µοναχοί του Μοναστηριοῦ αὐτοῦ.

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 17

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας, ὁ Θαυµατουργός
Γεννήθηκε περίπου τὸ 210 µὲ 215 µ.Χ. Οἱ γονεῖς του ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ εἶχαν µεγάλη κοινωνικὴ θέση στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου. Μετὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσή του, ὁ Γρηγόριος µαζὶ µὲ τὸν ἀδελφό του Ἀθηνόδωρο πῆγαν στὴ Βηρυττὸ γιὰ νὰ σπουδάσουν νοµικά. Ὁ Θεὸς ὅµως εἶχε ἄλλα σχέδια γιὰ τὸ Γρηγόριο. Ὅταν περνοῦσε ἀπὸ τὴν Καισαρεία, ἄκουσε τὸ δεινὸ ἑρµηνευτῆ τῶν Γραφῶν, Ὠριγένη. Ὁ Γρηγόριος τόσο πολὺ ἐνθουσιάστηκε µαζί του, ὥστε ἄφησε τὰ νοµικὰ καὶ διετέλεσε ἐπὶ χρόνια µαθητής του. Κατόπιν πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπέστρεψε στὴ Νεοκαισάρεια µὲ πλήρη θεολογικὴ µόρφωση καὶ ἅγιο ζῆλο. Τότε ὁ Μητροπολίτης Ἀµάσειας Φαίδηµος διέκρινε τὰ χαρίσµατά του καὶ τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο Νεοκαισαρείας. Ἡ ἐπισκοπὴ αὐτὴ εἶχε µόνο 17 χριστιανούς! Ὁ Γρηγόριος, ὅµως, δὲν τὸ θεώρησε ὑποτιµητικό. Βασιζόταν πολὺ στὴ δύναµη τῆς θείας χάριτος καὶ πάντα εἶχε στὸ µυαλό του τὰ ἐνθαῤῥυντικὰ λόγια του θείου Παύλου: «Ἐνδυναµοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Νὰ ἐνδυναµώνεσαι µὲ τὴ χάρη ποὺ µᾶς δίνεται ἀπὸ τὴν σχέση καὶ τὴν ἕνωσή µας µὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Πράγµατι, µὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ Γρηγόριος ἔκανε καταπληκτικὸ ἀγῶνα καὶ ἐκχριστιάνισε σχεδὸν ὅλη τὴν πόλη. Καὶ ἐνῷ εἶχε παραλάβει 17 χριστιανούς, ὅταν πέθανε εἰρηνικὰ στὰ τέλη τοῦ 270 µ.Χ. εἶχαν ἀποµείνει στὴν ἐπισκοπική του περιφέρεια µόνο 17 εἰδωλολάτρες! Ὑπῆρξε δὲ τόσο ἐγκρατὴς στὴ γλῶσσα του, ὥστε δὲν βγῆκε ἀπ᾿ αὐτὴν κανένας κακός, περιττὸς ἢ ἀργὸς λόγος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν κόσµησε καὶ µὲ τὸ χάρισµα τῆς θαυµατουργίας.

Ὁ Ἅγιος Λάζαρος ὁ ζωγράφος
Ἁγιογράφος στὸ ἐπάγγελµα, ποὺ κατόπιν δέχτηκε τὴν ἱερωσύνη, µὲ τὴν πανοπλία τῆς ὁποίας ἀγωνίστηκε συνέχεια καὶ ἔντιµα στὸ στάδιο τῆς πίστης. Ὄχι µόνο ζηλωτής, ἀλλὰ καὶ γραµµατισµένος, ἔλεγχε τὶς πλάνες τῶν ὀπαδῶν τοῦ Νεστορίου, τοῦ  Εὐτυχοῦς, τοῦ Διοσκόρου, καὶ δυὸ φορὲς πῆγε σὰν ἀπεσταλµένος στὴ Ῥώµη γιὰ συνεννόηση, χάριν τοῦ κοινοῦ ἀγῶνα τῆς Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν Εἰκονοµάχων. σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ δροµολόγιά του ὅµως, λόγω ἀντίξοων καιρικῶν συνθηκῶν, ἀῤῥώστησε καὶ ἀπεβίωσε (τὸ 867 µ.Χ.). Τὸ τίµιο σῶµα του, ἀργότερα κατατέθηκε στὸ Μοναστήρι τοῦ Εὐάνδρου.

Οἱ Ἅγιοι Ζαχαρίας ὁ Σκυτοτόµος καὶ Ἰωάννης
Οἱ δυὸ αὐτοὶ Ὅσιοι ἀναφέρονται σὲ κάποια διήγηση, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἰωάννης εἶδε τὸν Ζαχαρία νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸν Ναὸ τῆς ἁγίας Σοφίας συνοδευµένο ἀπὸ θεῖο φῶς. Τὸν ἀκολούθησε στὸ σπίτι του καὶ ἔµαθε ὅτι, ἂν καὶ ἦταν παντρεµένος, ζοῦσε µὲ παρθενία καὶ σωφροσύνη, ὅσα κέρδιζε ἀπὸ τὴν τέχνη του τὰ µισὰ τὰ ἔδινε στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅτι ἔζησε ζωὴ θεοφιλῆ (7ος αἰ. µ.Χ.). Γιὰ τὸν Ἰωάννη λέγεται, ὅτι ἦταν πλούσιος καὶ ἀξιωµατοῦχος. Περιφρόνησε ὅµως τὰ ἐγκόσµια καὶ ζοῦσε ζωὴ ἁπλὴ καὶ ἀσκητική, συχνάζοντας κάθε µέρα στοὺς ναούς, ὅπου ἔτυχε νὰ συναντήσει καὶ τὸν πιὸ πάνω σκυτοτόµο Ζαχαρία.( Σκυτοτόµος: σανδαλοποιός, ῥάπτῃς δερµάτων, κάτι παρόµοιο καὶ µεταξὺ σηµερινοῦ τσαγκάρη καὶ τεχνίτη κατεργασίας καὶ µεταποίησης δερµατίνων εἰδῶν.)

Ὁ Ὅσιος Λογγῖνος
Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγιους καὶ σοφοὺς τῆς ἐρήµου ἀσκητές. Κάποια σοφὰ ἀποφθέγµατά του, περιλαµβάνονται στὸν Εὐεργετινό, ὅπου ὁ Λογγίνος ῥωτᾷ τὸν Ἀββᾶ Λούκια γιὰ διάφορα ζητήµατα. Ὁ Ὅσιος Λογγίνος ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Οἱ Ἅγιοι Γεννάδιος καὶ Μάξιµος Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως
Ἄξιοι κατὰ πάντα καὶ οἱ δυὸ ποιµενάρχες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Γεννάδιος Α´, διαδέχτηκε τὸ ἔτος 458 τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιο. Προηγούµενα ἦταν πρεσβύτερος στὴν ἴδια Ἐκκλησία. Ὁ Πατριάρχης αὐτός, ἐργάστηκε καρποφόρα γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ πολλῶν αἱρετικῶν στὴν Ὀρθοδοξία. Μεταξὺ αὐτῶν, ἐπέστρεψε µέσῳ τοῦ Γενναδίου καὶ ὁ ἀσπαζόµενος τὶς πλάνες τῶν Ναβατιανῶν Μαρκιανός, τὸν ὁποῖο καὶ ἔκανε οἰκονόµο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Ἐπίσης ὁ Γεννάδιος Α´, ἔπεισε τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα τὸν Θράκα, νὰ ἐξορίσει τὸν αἱρετικὸ Πέτρο τὸν Κναφέα, ὅταν αὐτὸς ἅρπαξε τὸ θρόνο τῆς Ἀντιοχείας ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο Πατριάρχη Μαρτύριο. Ἀλλὰ ἐπὶ Γενναδίου ὁ αὐτοκράτορας Λέων ὁ Μακέλλης, νοµοθέτησε τὸν ἁγιασµὸ τῆς Κυριακῆς. Ὁ Γεννάδιος κανένα δὲν χειροτονοῦσε ἱερέα, ἂν αὐτὸς δὲν γνώριζε καλὰ τὴν ἑρµηνεία τῶν Ψαλµῶν. Ἐπίσης συγκάλεσε Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐκδόθηκε ἐγκύκλιος «κατὰ τῆς χρηµατολογίας πρὸς χειροτονίαν». Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν εὐσυνείδητη καὶ ἱεροπρεπῆ πολιτεία, ὁ Γεννάδιος Α´ πέθανε τὸ 471. Τώρα ὡς πρὸς τὸν Πατριάρχη Μάξιµο, δὲν εἶναι ἐπαρκῶς καθορισµένο ποιὸς ἀπὸ τοὺς Πατριάρχες
Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ φέρουν τὸ ὄνοµα αὐτὸ εἶναι ὁ Ἅγιος. Κατὰ πᾶσα πιθανότητα ὅµως, πρόκειται γιὰ τὸν Μάξιµο Γ (1476 -1482). Αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ ἐργάστηκε µὲ πολλοὺς τρόπους γιὰ τὴν βελτίωση τῶν ἠθῶν. Ὁ ἴδιος µάλιστα, ἀκούραστα κάθε Κυριακὴ δίδασκε στὸ λαὸ τὸν θεῖο λόγο. (Ἡ µνήµη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ, περιττῶς ἐπαναλαµβάνεται σ᾿ ὁρισµένους Συναξαριστὲς καὶ τὴν 20ή Νοεµβρίου).

Ὁ Ὅσιος Γεννάδιος ὁ Βατοπαιδινός
Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἦταν δοχειάρης (ὑπεύθυνος γιὰ τὴν πλήρωση τῶν δοχείων τῆς Μονῆς µὲ λάδι) τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Αὐτὸς λοιπόν, ἀξιώθηκε νὰ δεῖ πιθάρι ἄδειο νὰ ἀναβλύζει λάδι, διὰ θαύµατος τῆς Θεοτόκου. Ὁ Ὅσιος Γεννάδιος ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Ἰουστίνος
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Σάκ ὁ Πέρσης
Ὁ Ἅγιος αὐτός, ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές, βρίσκεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 χωρὶς ὑπόµνηµα. Ἴσως νὰ εἶναι ὁ ἴδιος µε τὸν µάρτυρα Σάκτο ποὺ γιορτάζεται τὴν 25η Ἰουλίου.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δερµοκαΐτης
Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸν Συναξαριστὴ Delehaye µὲ τὴν σηµείωση ὅτι ἀσκήτευσε στὸν Ὄλυµπο τῆς Βιθυνίας. Πρόκειται γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν µοναχὸ ποὺ ὑπῆρξε (919-944) γνωστὸς γιὰ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του ἐπὶ Ῥωµανοῦ τοῦ Λεκαπηνοῦ, ποὺ ὁ αὐτοκράτορας αὐτός, µετὰ τὴν πτώση του, ἔστειλε σφραγισµένη ἐπιστολὴ σ᾿ αὐτὸν τὸν Ἰωάννη καὶ ἐξοµολογεῖτο τὶς ἁµαρτίες του.

Ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ θαυµατουργὸς µαθητὴς τοῦ Ἁγίου Σεργίου
Ρῶσος (+ 1427 µ.Χ.)

Ἡ Ἁγία Hilda (Βρεταννίδα)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτῆς τῆς ἁγίας τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Ἁγιολόγιον - Νοέµβριος 16

Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστής Ματθαῖος
Ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος, πρὶν γίνει µαθητὴς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὀνοµαζόταν Λευίς. Ὁ πατέρας του λεγόταν Ἀλφαίος καὶ ἦταν ἀπὸ τὴν Γαλιλαία. Ὁ Ματθαῖος ἔκανε τὸ ἐπάγγελµα τοῦ τελώνη, καὶ ὁ Ἰησοῦς τὸν βρῆκε νὰ κάθεται στὸ τελωνεῖο ἔξω ἀπὸ τὴν Καπερναούµ. Καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Ἀκολούθει µοι». Ὁ Ματθαῖος, χωρὶς καµιὰ καθυστέρηση, ἀµέσως τὸν ἀκολούθησε. Καὶ ὄχι µόνο ἐγκατέλειψε τὸ ἁµαρτωλὸ - γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη - ἐπάγγελµα τοῦ τελώνη, ἀλλὰ καὶ µὲ χαρὰ φιλοξένησε τὸν Κύριο στὸ σπίτι του. Ἐκεῖ, µάλιστα, ἦλθαν καὶ πολλοὶ τελῶνες καὶ ἄλλοι ἁµαρτωλοὶ ἄνθρωποι, µὲ τοὺς ὁποίους ὁ Ἰησοῦς συνέφαγε καὶ συζήτησε. Οἱ φαρισαῖοι, ὅµως, ποὺ εἶχαν πωρωµένη συνείδηση, ὅταν εἶδαν αὐτὴ τὴν ἐνέργεια τοῦ Κυρίου, ἀµέσως τὸν κατηγόρησαν ὅτι συντρώγει µὲ τελῶνες καὶ ἁµαρτωλούς. Ὁ Ἰησοῦς τὸ ἄκουσε καὶ εἶπε ἐκεῖνα τὰ θαυµάσια λόγια: «Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁµαρτωλοὺς εἰς µετάνοιαν». Δηλαδή, λέει ὁ Κύριος, δὲν ἦλθα γιὰ νὰ καλέσω ἐκείνους ποὺ νοµίζουν τοὺς ἑαυτοὺς τοὺς δίκαιους, ἀλλὰ ἦλθα νὰ καλέσω τοὺς ἁµαρτωλούς, γιὰ νὰ µετανοήσουν καὶ νὰ σωθοῦν. Στὸ Ματθαῖο ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία µας τὸ πρῶτο κατὰ σειρὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη Εὐαγγέλιο, ποὺ γράφτηκε τὸ 64 µ.Χ. Ὁ Ματθαῖος κατὰ τὴν παράδοση κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Αἰθιοπία, ὅπου καὶ πέθανε µαρτυρικά.

Ἡ Ἁγία Ἰφιγένεια
Ἡ µνήµη της ἀναφέρεται ἐπιγραµµατικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασµατάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ µνήµη της.