Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Ἡ Περιτοµὴ τοῦ Χριστοῦ

Ὁ Μωσαϊκὸς νόµος διέταζε τὴν περιτοµὴ τῶν ἀρσενικῶν παιδιῶν (Ἐξοδ. ΙΒ΄ 43-49), (Γεν. ΙΖ΄ 9-19), ἡ ὁποία γινόταν κατὰ τὴν ὀγδόη ἡµέρα ἀπὸ αὐτὴ τῆς γεννήσεως τοῦ παιδιοῦ (Λευϊτ. ΙΓ΄ 3). Ἡ τελετὴ αὐτὴ ἐλάµβανε χώρα µέσα σὲ κτίριο τῆς Συναγωγῆς, τὸ πρωί, παρουσία δέκα τουλάχιστον προσώπων.Ἔτσι καὶ ἡ περιτοµὴ τοῦ βρέφους Ἰησοῦ ἔγινε στὴ Συναγωγὴ τῆς Βηθλεέµ. Ἡ χειροποίητος αὐτὴ περιτοµὴ στὸ σῶµα ἦταν τύπος, ποὺ συµβόλιζε τὴν περιτοµὴ τῆς καρδιᾶς, ἐνεργούµενης ἀπ᾿ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Θεοῦ (Δευτ. Γ 16, Λ΄6). Γιὰ τὴν δεύτερη αὐτὴ περιτοµή, τὴν ἀχειροποίητο, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει: «Περιετµήθητε περιτοµῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδυθεῖ τοῦ σώµατος τῶν ἁµαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτοµῇ τοῦ Χριστοῦ, συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσµατι» (Κολ. Β΄ 11-12). Δηλαδή, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, περιτµηθήκατε καὶ µὲ περιτοµὴ πνευµατική, ποὺ ἐνεργεῖται ἀπ᾿ τὸ Ἅγιο Πνεῦµα. Καὶ συνίσταται στὸ γδύσιµο καὶ τὴν ἀποβολὴ τοῦ σώµατος, ποὺ δούλεψε στὶς ἁµαρτίες τῆς σάρκας. Τὸ γδύσιµο δὲ αὐτὸ εἶναι ἡ περιτοµή, ποὺ πήρατε ἀπὸ τὸν Χριστό, ὅταν θαφτήκατε µαζί Του, διὰ τοῦ Ἅγιου Βαπτίσµατος. Τὸ Βρέφος ὅµως τῆς φάτνης, ἀφοῦ γεννήθηκε µὲ τὸν Παλαιὸ Νόµο, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθεῖ καὶ Αὐτὸ στὸν τύπο, ὁ ὁποῖος εἶχε δικαίωµα νὰ ἰσχύει µέχρι τῆς καταργήσεώς του.

Ὁ Μέγας Βασίλειος

«... τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσµησας». - Μὲ τὴν φράση αὐτή, τὸ ἀπολυτίκιο, ἀπόλυτα ἐπιτυχηµένα, τονίζει τὴν κοινωνικὴ προσφορὰ τοῦ Ἅγιου Βασιλείου, ποὺ µὲ τὴν θεία διδασκαλία του στόλισε µὲ ἀρετὲς τὰ ἤθη καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Μέγας αὐτὸς πατέρας καὶ διδάσκαλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γεννήθηκε τὸ 329, κατ΄ ἄλλους τὸ 330 µ.Χ., στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου, σύµφωνα µὲ τὰ γραφόµενα τοῦ φίλου του, Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Τὰ δὲ ἐγκυκλοπαιδικὰ λεξικὰ ἀναφέρουν σὰν πατρίδα τοῦ Μ. Βασιλείου τὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας. Οἱ γονεῖς του Βασίλειος (καὶ αὐτός), ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου καὶ Ἐµµέλεια, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, ἂν καὶ κατὰ κόσµον εὐγενεῖς καὶ πλούσιοι, εἶχαν συγχρόνως καὶ ἀκµαιότατο χριστιανικὸ φρόνηµα. Αὐτοὶ µάλιστα ἔθεσαν καὶ τὶς πρῶτες -καθοριστικῆς σηµασίας- πνευµατικὲς βάσεις τοῦ Ἁγίου. Μὲ ἐφόδιο αὐτὴ τὴν χριστιανικὴ ἀνατροφή, ὁ Βασίλειος ἀρχίζει µία καταπληκτικὴ ἀνοδικὴ πνευµατικὴ πορεία. Ἔχοντας τὰ χαρίσµατα τῆς εὐστροφίας καὶ τῆς µνήµης, κατακτᾷ σχεδὸν ὅλες τὶς ἐπιστῆµες τῆς ἐποχῆς του. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, κατακτᾷ τὴν θεία θεωρία τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ τὴν κάνει ἀµέσως πράξη µὲ τὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή του. Ἂς ἀναφέρουµε ὅµως, περιληπτικά, τὴν πορεία τῶν δραστηριοτήτων του. Μετὰ τὶς πρῶτες του σπουδὲς στὴν Καισαρεία καὶ κατόπιν στὸ Βυζάντιο, ἐπισκέφθηκε, νεαρὸς ἀκόµα, τὴν Ἀθήνα, ὅπου ἐπὶ τέσσερα χρόνια συµπλήρωσε τὶς σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραµµατική, ἀστρονοµία καὶ ἰατρική, ἔχοντας συµφοιτητές του τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνὸ (τὸν θεολόγο) καὶ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη. Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἐπέστρεψε στὴν Καισαρεία καὶ δίδασκε τὴν ρητορικὴ τέχνη. Ἀποφάσισε ὅµως, νὰ ἀκολουθήσει τὴν µοναχικὴ ζωὴ καὶ γι᾿ αὐτὸ πῆγε στὰ κέντρα τοῦ ἀσκητισµοῦ, γιὰ νὰ διδαχθεῖ τὰ τῆς µοναχικῆς πολιτείας στὴν Αἴγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία καὶ Μεσοποταµία. Ὅταν ἐπέστρεψε, ἀποσύρθηκε σὲ µία Μονὴ τοῦ Πόντου, ἀφοῦ ἔγινε µοναχός, καὶ ἀσκήθηκε ἐκεῖ µὲ κάθε αὐστηρότητα γιὰ πέντε χρόνια (357-362). Ἤδη τέλεια καταρτισµένος στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος καὶ πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο. Ὁ ὑποδειγµατικὸς τρόπος τῆς πνευµατικῆς ἐργασίας του δὲν ἀργεῖ νὰ τὸν ἀνεβάσει στὸ θρόνο τῆς ἀρχιερωσύνης, διαδεχόµενος τὸν Εὐσέβιο στὴν ἐπισκοπὴ τῆς Καισαρείας (370). Μὲ σταθερότητα καὶ γενναῖο φρόνηµα, ὡς ἀρχιερέας ἔκανε πολλοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Μὲ τοὺς ὀρθόδοξους λόγους ποὺ συνέγραψε, κατακεραύνωσε τὰ φρονήµατα τῶν κακοδόξων. Στοὺς ἀγῶνες του κατὰ τοῦ Ἀρειανισµοῦ ἀναδείχτηκε ἀδαµάντινος, οὔτε κολακεῖες βασιλικὲς τοῦ Οὐάλεντα (364-378), ποὺ πῆγε αὐτοπροσώπως στὴν Καισαρεία γιὰ νὰ τὸν µετατρέψει στὸν Ἀρειανισµό, οὔτε οἱ ἀπειλὲς τοῦ Μόδεστου µπόρεσαν νὰ κάµψουν τὸ ὀρθόδοξο φρόνηµα τοῦ Ἁγίου. Ὑπεράσπισε µὲ θάῤῥος τὴν Ὀρθοδοξία, καταπλήσσοντας τὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς Ἀρειανούς. Ἀκόµα, ἀγωνίστηκε κατὰ τῆς ἠθικῆς σήψεως καὶ ἐπέφερε σοφὲς µεταῤῥυθµίσεις στὸ µοναχισµό. Ἡ δὲ ὑπόλοιπη ποιµαντορικὴ δράση του, ὑπῆρξε ἀπαράµιλλη, κτίζοντας τὴν περίφηµη «Βασιλειάδα», συγκρότηµα µὲ εὐαγῆ Ἱδρύµατα, ὅπως πτωχοκοµεῖο κ.ἄ., ὅπου βρῆκαν τροφὴ καὶ περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ἡλικίας, γένους καὶ φυλῆς. Νὰ ἀναφέρουµε ἐπίσης ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἔργων του, ἔγραψε καὶ Θεία Λειτουργία, πού, µετὰ τὴν ἐπικράτηση αὐτῆς τῆς συντοµότερης τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόµου, τελεῖται 10 φορὲς τὸ χρόνο: τὴν 1η Ἰανουαρίου (ὅπου γιορτάζεται καὶ ἡ µνήµη του), τὶς πρῶτες πέντε Κυριακὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὶς παραµονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων, τὴν Μ. Πέµπτη καὶ τὸ Μ. Σάββατο. Στὰ πενήντα του χρόνια ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐξαιτίας τῆς ἀσθενικῆς κράσεώς του καὶ τῆς αὐστηρῆς ἀσκητικῆς ζωῆς του (ὁρισµένες πηγὲς λένε ἀπὸ βαριὰ ἀῤῥώστια τοῦ ἥπατος ἢ τῶν νεφρῶν), τὴν 1η Ἰανουαρίου τοῦ 378 ἢ κατ΄ ἄλλους τὸ 379 µὲ 380, ἐγκαταλείπει τὸ φθαρτὸ καὶ µάταιο αὐτὸ κόσµο, ἀφήνοντας παρακαταθήκη καὶ Ἱερὴ κληρονοµιὰ στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα τεράστιο πνευµατικὸ ἔργο.

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Ο Λόγος σαρξ εγένετο

Oi υμνογράφοι της Ορθοδόξoυ  Εκκλησίας εξυμνούν το γεγονός της θείας Οικονομίας μέσα από τους ιερούς ύμνους της σημερινής γιορτής της ενσάρκωσης του Υιού και Λόγου του Θεού, του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.
Το γεγονός τούτο της θείας ενσάρκωσης του Θεού Λόγου αποτελεί μοναδικό και ανεπανάληπτο. Δι’ αυτού διασημαίνεται όχι μόνον η απαρχή της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, αλλά ταυτόχρονα εκφράζεται η άπειρη αγάπη του Τριαδικού Θεού προς το πλάσμα Του, δηλαδή τον άνθρωπο.
Οι άγγελοι στον ουρανό πανηγυρίζουν, συναγάλλονται, συνευφραίνονται και συνδοξολογούν μετά των ποιμένων της ταπεινής πόλης της Βηθλεέμ. Τα σύμπαντα σκιρτούν χαρμοσύνως και αγάλλονται. Η γη προσφέρει το σπήλαιο· η έρημος την φάτνη· οι ουρανοί τον αστέρα· οι μάγοι τα δώρα· εμείς δε όμως, τα λογικά δημιουργήματα του Πλάστη και Δημιουργού των όλων, που ως Βρέφος σήμερα τίκτεται, σπαργανώνεται και κατακλίνεται στη φάτνη των αλόγων, προσφέρομε τον εαυτό μας, την καρδιά μας και την ψυχή μας στο Θείο Βρέφος.
Ο άνθρωπος, από την αρχή της δημιουργίας του, προικίσθηκε με πολλά χαρίσματα και σοφία. Ο Θεός τον τίμησε ως βασιλέα της φύσεως. Αποτελούσε δε την κορωνίδα της όλης δημιουργίας, έως ότου ο Διάβολος φθόνησε τόσο πολύ την τιμή και δόξα με την οποία περιέβαλλε ο Δημιουργός τον άνθρωπος, ώστε διά δόλου κατόρθωσε να εξαπατήσει τους πρωτοπλάστους.
Η παρακοή της θείας εντολής αποτέλεσε την απαρχή όλων των οδεινηρών του ανθρωπίνου γένους. Μέσα στην απεγνωσμένη προσπάθειά τους ο Αδάμ και η Εύα προσπαθούν να καλύψουν την γύμνωσή τους. Η γύμνωση αυτή δεν είναι η γύμνωση του σώματος, αλλά η πνευματική γύμνωση της στέρησης της θείας Χάριτος του Θεού, η οποία εγκατέλειψε τον άνθρωπο την στιγμή που εκείνος εγκατέλειψε τον Θεό και εμπιστεύθηκε τον όφιν, τον αρχέκακο και μισάνθρωπο.
Ο νους και η συνείδηση του ανθρώπου σκοτίζονται και αμαυρώνονται. Οι πρωτόπλαστοι μένουν αμετανόητοι. Δεν εκμεταλλεύονται τις τρεις ευκαιρίες που τους προσφέρει ο Θεός για συγχώρηση. Ο ένας επιρρίπτει τις ευθύνες στον άλλον, και το χειρότερο απ’ όλα ήτο το γεγονός, ότι ο Αδάμ, που ευηγερτήθηκε περισσότερον απ’ όλα τα δημιουργήματα, επιρρίπτει την ευθύνη της δικής του πτώσεως στον ίδιο τον Θεό του.
Αυτή η αγνωμοσύνη του Αδάμ και η προσβολή του Θεού είναι η λεγομένη προπατορική αμαρτία. Έκτοτε, η αμαρτία αυτή κληρονομείται από τον κάθε άνθρωπο, ως καταγόμενοι από τον Αδάμ, και διά του μυστηρίου του Ιερού Βαπτίσματος συγχωρείται και αποπλένεται.
Η πτώση των Πρωτοπλάστων υπήρξε μεγάλη, όση μεγάλη ήτο και η ευεργεσία που δέχθηκαν από τον Θεό. Εκείνος, τους χάρισε όλη την φύση και έθεσε μία εντολή να τηρήσουν. Εκείνοι, είχαν τα πάντα και θέλησαν να σφετερισθούν την θεότητα· από εγωκεντρισμό και εγωπάθεια επιδιώκουν παρανόμως να γίνουν θεοί όμοιοι με τον Δημιουργό τους. Ο Θεός θέλησε να τους τελειοποιήσει με την εξάσκηση της υπακοής στο θείο Θέλημά Του, αλλά εκείνοι θέλησαν άκοπα να αρπάξουν τα ύψη της τελειότητας. Τα αποτελέσματα υπήρξαν οικτρά όχι μόνον γιά τον Αδάμ, αλλά και για όλους τους απογόνους του. Φόβος, δειλία, αλληκατηγορία, ψεύδος, συγκοφαντία, μίσος, φθόνος, φόνος, έχθρα, φθορά και τέλος αυτός ο θάνατος διαδέχθηκαν την παραδείσια ζωή των Πρωτοπλάστων.
Ο άνθρωπος από βασιλέας της κτίσεως, βρέθηκε σκλάβος της αμαρτίας και του θανάτου. Ό,τι κι’ αν έκαμνε δεν μπορούσε να αποκαταστήσει την σχέση του με τον Θεό. Η διάνοιά του σκοτίσθηκε τόσο πολύ, που αντί να λατρεύει τον Αληθινό Θεό, στράφηκε στη λατρεία των στοιχείων της φύσεως. Τα είδωλα αντικατέστησαν τον Τριαδικό Θεό και ο άνθρωπος οδηγείτο από πλάνη σε πλάνη.
Η αγάπη του Θεού όμως δεν άφησε το πλάσμα των χειρών Του έρημο και απροστάτευτο. Ως στοργικός Πατέρας προετοιμάζει τον δρόμο για την σωτηρία. Ο Θεός διά μέσου των Προφητών διαγγέλλει τα χαρμόσυνα μηνύματα περί της αποστολής του εκλεκτού Υιού και Λογου του Θεού. Ο Μεσσίας, ο Σωτήρας του κόσμου, θα προέλθει από Παρθένο Αγνή Κόρη, η οποία διά της αγιότητάς Της ευηρέστησε τον Θεό και απέδειξε, ότι ο άνθρωπος είναι δυνατόν να κατανικήσει την αμαρτία και να γίνει σκεύος εκλογής. Ο Θεός Λόγος θα γεννηθεί εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και θα γίνει άνθρωπος όμοιος με εμάς, χωρίς αμαρτία. Η αποστολή Του θα είναι μία, να σώσει τον λαό Του από την σκλαβιά της αμαρτίας και την τυραννίδα του θανάτου.
Ο Μωϋσής, εν Πνεύματι Αγίω, βλέπει την φλεγομένη και μη καιομένη Βάτο. Ο Ιακώβ την Κλίμακα που ενώνει γη και ουρανό. Ο Ιεζεκιήλ την Ανατολική Πύλη του αγιαστηρίου διά της οποίας μόνον Κύριος ο Θεός θα διέλθει δι’ αυτής. Ο Αββακούμ την Δρόσο. Ο Ησαϊας την Παρθένον Μαρία, εκ της οποίας εγεννήθη ο Ιησούς, ο λεγόμενος Χριστός, που στην Ελληνική μεταφράζεται Εμμανουήλ και σημαίνει ο Θεός είναι μαζί μας.
Και πράγματι, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου έστειλε ο Θεός τον Υιό Του, ο Οποίος γεννάται εκ της Παρθένου Μαρίας και ως βρέφος σπαργανούται και περιτέμνεται. Ως νήπιον, καταδιώκεται από τον παράφρονα Ηρώδη. Ως άνδρας τέλειος, συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και διδάσκει τα πλήθη. Ως πλάνος, από τους Ιουδαίους συκοφαντείται. Ως ληστής, συλλαμβάνεται και αδίκως καταδικάζεται. Ως κακούργος, σταυρώνεται και την τρίτη ημέρα ως Θεός Παντοδύναμος αναστήνεται. Και όλα αυτά τα υπέστη γιά να αποκαταστήσει τον Αδάμ και τους εξ Αδάμ.
Η Γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού υπήρξε η εκπλήρωση της θεϊκής υποσχέσεως περί της σωτηρίας των ανθρώπων, και η οποία αρχίζει με την γέννηση στην Βηθλεέμ και καταλήγει στην επί του Γολγοθά Σταύρωση, την ένδοξη τριήμερη Ανάσταση και την Ανάληψη του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού στα δεξιά του Θεού. Διά της Θείας Οικονομίας ο Υιός και Λόγος του Θεού κατήργησε εκείνον, που κατείχε την εξουσία του θανάτου, δηλαδή, τον Διάβολο, και χαρίζει σ’ όλους που πιστεύσουν στο Όνομά Του ζωήν αιώνιο.
Η Γέννηση του Χριστού ανέτειλλε στην ανθρωπότητα το Φως της αληθινής Θεογνωσίας. Ο άνθρωπος, ελεύθερος πλέον από το σκοτάδι της περί Θεού αγνωσίας, μπορεί να γνωρίσει τον αληθινό Θεό και Πλάστη του μέσα από το Φως του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας. Απελευθερομένος από το ψευδοκράτος και την πλάνη της ειδολωλατρείας, μπορεί και προσκυνεί τον Ένα Τριαδικό Θεό. Γνωρίζει τον δρόμο, που θα τον οδηγήσει στην κατάκτηση των αρετών και της αγιότητας. Ελεύθερος μπορεί να βαδίσει τον δρόμο προς την σωτηρία.
Ο Θεός αφήνει τους ουρανούς και κατέρχεται στη γη. Γίνεται άνθρωπος, για να ανεβάσει στα ύψη της θεότητας τον άνθρωπο. Ο Άσαρκος, λαμβάνει σάρκα. Ο Ασώματος, δέχεται σώμα. Εκείνος, που δεν Τον χωρούν τα σύμπαντα, περιορίζεται στα όρια της ανθρώπινης φύσεως, και ταυτόχρονα πληρεί τα πάντα με την θεϊκή Του παρουσία.
Θεός και άνθρωπος. Δύο φύσεις και δύο θελήσεις, που παραμένουν ασυγχύτως ενωμένες υποστατικά στο ένα Θεανδρικό Πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
«Ο Λόγος σαρξ εγένετο», όχι ότι ο άνθρωπος έγινε θεός, ούτε ότι ο άνθρωπος ανέβηκε στον ουρανό, αλλά ότι ο Θεός Λόγος από αγάπη προς τον άνθρωπο ανέλαβε όλη την ανθρώπινη φύση για να την αγιάσει και να την σώσει. Ο Θεός Λόγος, με την γέννησή Του, κατανίκησε την αμαρτία και λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από τη φθορά και τον θάνατο. Και χωρίς αυτή τη Θεία Οικονομία, κανείς δεν θα μπορούσε να κληρονομήσει την αιώνια Βασιλεία του Θεού.
Ο Θεός Λόγος αυτό-αποκαλύπτεται στον άνθρωπο και τον καλεί να γίνει μέτοχος της Βασιλείας Του. Καλεί όλους τους ανθρώπους να εισέλθουν διά της στενής και τεθλιμμένης οδού. Δεν θέλει κανένα να χαθεί. Όλοι αξιώνονται να γίνουν υιοί, κατά χάριν, και συγκληρονόμοι Χριστού.
Η Γέννηση του Σωτήρα και Λυτρωτή μας Ιησού Χριστού, του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, μας απευθύνει, σήμερα, ένα μήνυμα και μία πρόσκληση.
Να ακολουθήσουμε όλοι το αστέρι, που θα μας οδηγήσει στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Μας προσκαλεί να γονατίσουμε μαζί με τους ταπεινούς ποιμένες μπροστά στο Δημιουργό του παντός. Μας προσκαλεί να γίνουμε συνοδοιπόροι με τους τρεις Μάγους και να προσφέρουμε ως πολύτιμα δώρα τα δάκρυα της μετανοίας. Μας προσκαλεί να ανοίξουμε την πόρτα της ψυχής μας και να δεχθούμε μέσα στη φάτνη της καρδιάς μας το Βρέφος της Αειπαρθένου Μαρίας. Μας προσκαλεί να αφήσουμε τη χλυδή, τη ματαιοδοξία, το μίσος και την κακία, που οδήγησαν τον Ηρώδη στη κατάκρισή του. Μας καλεί να δεχθούμε με την απλότητα της καρδιάς μας το αγγελικό μήνυμα, ότι «σήμερον εγεννήθη υμίν Σωτήρ, ος εστιν Χριστός Κυρίου» και να ψάλλουμε γηθοσύνως το «Δόξα εν υψίστοις θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».

Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεημονος

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Tα δώρα και οι μάγοι της γέννησης



Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ: Tα δώρα και οι μάγοι της γέννησης  εμφανίζονται στο Κατά Ματθαίον. Ο Ματθαίος απευθυνόταν στους εξ Ιουδαίων προσήλυτους πιστούς και είχε στόχο να εξαλείψει κάθε αμφιβολία περί του Ιησού ως αναμενόμενου Μεσσία και να επιβεβαιώσει ότι ήταν σταλμένος από τον Θεό να εκπληρώσει τις προφητείες των Γραφών. Η προσκύνηση των μάγων, σοφών ανδρών που δεν ανήκαν στο πολιτισμικό περιβάλλον του Ιησού, αποδείκνυε, λοιπόν, τη θεϊκή του ιδιότητα και τον ξεχωριστό προορισμό του: οι μάγοι ήταν ουσιαστικά οι πρώτοι εθνικοί που αναγνώρισαν και λάτρεψαν τον Ιησού. Mάλιστα κατά τον Mεσαίωνα λατρεύονταν και οι ίδιοι ως άγιοι.  Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου, που επικεντρώνεται στη Θεοτόκο (γέννηση, παιδική ηλικία, μνηστεία με τον Ιωσήφ και τη γέννηση του Ιησού) αναφέρεται στην προσκύνηση των μάγων, με μια μικρή διαφορά σε σχέση με τον Ματθαίο. Δεν κάνει λόγο για οικία όπου βρισκόταν το θείο βρέφος, αλλά για σπήλαιο, καθώς και ότι εκεί τον προσκύνησαν οι μάγοι. Εκτός από σμύρνα, λίβανο και χρυσάφι, ο κάθε μάγος δώρισε και από ένα κομμάτι χρυσάφι, τονίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη βασιλική πτυχή της γέννησης. Από τα παραπάνω ευαγγέλια άντλησε πολλά το αραβικό Ευαγγέλιο της Παιδικής Ηλικίας του Ιησού, που ανάγεται σε συριακό πρωτότυπο του 5ου ή 6ου αι. Οι μάγοι οδηγήθηκαν στον Ιησού από έναν άγγελο και όχι από ένα αστέρι. Δίνεται μάλιστα μια επιπλέον λεπτομέρεια. Η Θεοτόκος, για να ανταποδώσει τα δώρα των μάγων τους χάρισε, επειδή δεν διέθετε κάτι άλλο, ένα κομμάτι από το σπάργανο του Ιησού, που οι μάγοι μετέφεραν στον τόπο τους και εκεί διαφυλάχθηκε ως κειμήλιο.

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ: Ο απολογητής Ιουστίνος (┼165), θεωρούσε ότι οι μάγοι κατάγονταν από την Αραβία, όπως και ο Τερτυλλιανός (τέλη 2ου αι.), ο οποίος τους απέδιδε και βασιλική ιδιότητα. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος, πίστευε ότι οι μάγοι ήταν Πέρσες. Ο σύγχρονός του Αθανάσιος, επίσκοπος Αλεξανδρείας, θεωρούσε ότι ήταν Αιγύπτιοι. Ο θεολόγος και μάρτυρας Ωριγένης, από την Αλεξάνδρεια, ήταν αυτός που για πρώτη φορά (αρχές 3ου αι.) δήλωσε τον αριθμό των μάγων: ήταν τρεις, όσα και τα δώρα τους. Σχετικά καθυστερημένα, τον 6ο αι., οι μάγοι απέκτησαν τα ονόματά τους: Κάσπαρ ή Γάσπαρ, Μελχιώρ και Βαλτάσαρ. Η πρωτοχριστιανική παράδοση ήταν συγκεχυμένη σχετικά με τις λεπτομέρειες της γέννησης του Ιησού και της ταυτότητας των μάγων, διότι οι χριστιανοί της πρώτης γενιάς έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στον σταυρικό θάνατο και στην ανάσταση, ενώ τα ευαγγέλια είχαν περισσότερο κηρυγματικό και διδακτικό χαρακτήρα. Προφανώς οι Μάγοι ήταν σοφοί που είχαν πρόσβαση σε αστρονομικές ή υπερβατικές γνώσεις, διέθεταν κύρος και ασκούσαν πολιτική επιρροή στην πατρίδα τους. Πιθανόν να ήταν Πέρσες ιερείς του Zωροαστρισμού. Οι Πέρσες πάντως τους θεωρούσαν ομοεθνείς τους και μάλιστα η παράδοση αναφέρει ότι το 614 μ.Χ., όταν ο στρατός του Χοσρόη Β΄ κατέλαβε και λεηλάτησε την Iερουσαλήμ, δεν κατέστρεψε τον Ναό της Γεννήσεως επειδή στην είσοδό του είχε μια εικόνα με θέμα την προσκύνηση των μάγων.

Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ: Τι σήμαιναν, άραγε, τα Δώρα τα οποία οι Μάγοι προσέφεραν στον ενσαρκωμένο Θεό; Λίβανος, σμύρνα, χρυσός είναι τα δώρα που έφεραν «οι μάγοι εξ Aνατολής» στο θεϊκό βρέφος. Ο λίβανος είναι μια ευώδης ρητίνη που συλλέγεται με τομή στον λεπτό φλοιό του δέντρου βουσουελλία η καρτέρειος. (φύεται στις αμμώδεις εκτάσεις της Αραβίας, της Σομαλίας, των Ινδιών και του Λιβάνου. Χρησιμοποιήθηκε σαν θυμίαμα για κοσμική και λατρευτική χρήση από τα πανάρχαια χρόνια (Αιγύπτιοι, Βαβυλώνιοι, Εβραίοι). Eυώδης ρητίνη είναι και η σμύρνα, που εκκρίνεται από τον φλοιό του φυτού μύρα η κομμιοφόρος (ή και άλλων συγγενών φυτών που φύονται στην Αραβία και την Αιθιοπία). H σμύρνα χρησιμοποιούνταν ευρύτατα στην ιατρική, ενώ, όταν ο Ιησούς ήταν στον σταυρό, Τού χορηγήθηκε σμύρνα ως καταπραϋντικό του πόνου, ενώ, κατά την παράδοση, με σμύρνα και αλόη αλείφθηκε το σώμα του όταν εξέπνευσε. Η επιλογή των συγκεκριμένων δώρων δεν είναι χωρίς σημασία. Eίναι δώρα πολύτιμα, τόσο για τη χρηστική τους αξία όσο και για την υψηλή συμβολική αξία που τα περιβάλλει. Το χρυσάφι, με τη λάμψη του και τον αναλλοίωτο χαρακτήρα του, είναι δώρο για βασιλικές γεννήσεις, ο λίβανος ήταν δηλωτικός της θεϊκής ιδιότητας του Ιησού (“Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου» Ψαλμός του Δαβίδ) ενώ η σμύρνα της θνητής.(Ειρηναίος Λουγδούνου - 2ος αι.). Για τη σμύρνα μάλιστα προσθέτει ο Δαμασκηνός: «την σμύρναν επήγαν ως τριήμερον νεκρόν, όπου έμελλε να γίνη, διότι τον Χριστόν με σμύρναν τον ήλειψαν και τον έθηκαν εις τον τάφον, καθώς το ιερόν Ευαγγέλιον μαρτυρεί»

ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΑΝ ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ: Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, προ της Κοιμήσεως της, η Θεοτόκος παρέδωσε τα Δώρα μαζί με τα Άγια Σπάργανα του Χριστού, την Τίμια Έσθήτα και την Αγία Ζώνη της στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων όπου και παρέμειναν μέχρι το έτος 400 μ.Χ. περίπου. Τότε ο αυτοκράτορας Αρκάδιος τα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί παρέμειναν μέχρι την άλωση της πόλης από τους Φράγκους το έτος 1204 μ.Χ. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν για λόγους ασφαλείας, μαζί με αλλά ιερά κειμήλια, στη Νίκαια της Βιθυνίας, προσωρινή πρωτεύουσα του Βυζαντίου, όπου καί παρέμειναν για εξήντα περίπου χρόνια. Με την εκδίωξη των Σταυροφόρων επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Παλαιολόγου επεστράφησαν στην Κωνσταντινούπολη όπου και παρέμειναν μέχρι την άλωση του 1453. Μετά την Άλωση η Μάρω, χριστιανή σύζυγος του σουλτάνου Μουράτ Β' (1421-1451) καί μητρυιά του Μωάμεθ Β' του Πορθητού, τα μετέφερε αυτοπροσώπως στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου στο Αγιον Όρος. Η Μονή αυτή της ήταν γνωστή επειδή ό πατέρας της, Γεώργιος Βράγκοβιτς δεσπότης της Σερβίας, έκτισε το καθολικό της εις τιμήν του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Κατά την αγιορείτικη παράδοση, καθώς η Μάρω ανέβαινε από τον αρσανά (λιμάνι) στην Μονή, η Θεοτόκος την εμπόδισε με υπερφυσικό τρόπο να πλησίασει στη Μονή και να παραβίαση το άβατον του Αγίου Όρους. Αυτή υπάκουσε και παρέδωσε τα Τίμια Δώρα στους μοναχούς, οι όποιοι και έστησαν στο σημείο εκείνο της θεομητορικής παρουσίας ένα Σταυρό πού σώζεται μέχρι σήμερα και λέγεται «Σταυρός της Βασιλίσσης». Το σουλτανικό έγγραφο με τις σχετικές πληροφορίες παραδόσεως των Τιμίων Δώρων φυλάσσεται στο αρχείο της Μονής του Αγίου Παύλου. Ο χρυσός βρίσκεται υπό την μορφή εικοσιοκτώ σκαλισμένων επιπέδων πλακιδίων, ποικίλων σχημάτων και διαστάσεων περίπου 5 επί 7 εκ. Κάθε πλακίδιο έχει διαφορετικό σχέδιο πολύπλοκης καλλιτεχνικής επεξεργασίας. Ο λίβανος και η σμύρνα διατηρούνται ως μείγμα με μορφή εξήντα δύο σφαιρικών χανδρών μεγέθους μικρής ελιάς. Η αυθεντικότητα των Τιμίων Δώρων στηρίζεται κατά ένα μέρος στην προφορική παράδοση καί κατά το υπόλοιπο στην ιστορία. Όμως η αυθεντικότητα των Τιμίων Δώρων επιβεβαιώνεται από την άρρητη εύωδία που ορισμένα απ' αυτά αδιαλείπτως καί ορισμένα κατά καιρούς αναδίδουν και η ιαματική καί θαυματουργική χάρις πού μέχρι τις μέρες μας αναβλύζουν.




Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

ΔΑΝΙΗΛ: (εβραϊκή λέξη) = η Θεία Δίκη.
Ο Όσιος Δανιήλ ο Στυλίτης, γεννήθηκε το 410 μ.Χ., στο χωριό Μαρουθά της περιφέρειας Σαμοσάτων. Οι ευσεβείς γονείς του ονομάζονταν Ηλίας και Μάρθα. Ο Όσιος Δανιήλ, γεννήθηκε ενώ η μητέρα του ήταν στείρα. Γι'αυτό και οι γονείς του υποσχέθηκαν να τον αφιερώσουν στην υπηρεσία του Θεού. Τον ανέθρεψαν με πολλή επιμέλεια, και οι κόποι τους δεν πήγαν χαμένοι. Ο Όσιος, με την ανατροφή που του έδωσαν οι γονείς του, "απέδωσε καρπούς". Νεαρός ακόμα, πήγαινε στις γειτονικές πόλεις και εξηγούσε το Ευαγγέλιο. Αργότερα πήγε σε μοναστήρι, όπου επιδόθηκε σε ευσεβείς ασκήσεις, θεολογικές μελέτες και καλλιέργεια της ταπεινοφροσύνης. Κάποτε, σ'ένα ταξίδι με τον ηγούμενο της Μονής, συνάντησε τον Συμεών τον Στυλίτη και πήρε την ευλογία του.

Όταν πέθανε ο ηγούμενος της Μονής, ο Όσιος Δανιήλ ξαναπήγε στον Συμεών και ζήτησε τη συμβουλή του, να τον καθοδηγήσει στο που να πάει. Ο Συμεών τον συμβούλευσε να πάει στην Κωνσταντινούπολη, πράγμα που ο Όσιος έπραξε. Εκεί εγκαταστάθηκε στον περίβολο του ναού του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ στην Προποντίδα. Μετά από μικρό χρονικό διάστημα, είδε όραμα τον Συμεών να τον καλεί. Ο Όσιος Δανιήλ, ερμηνεύοντας αυτό το όραμα, έχτισε υψηλό στύλο και εγκαταστάθηκε πάνω σ'αυτόν. Σκοπός της εγκατάστασής του πάνω στο στύλο, ήταν ο αγώνας για την εξάλειψη των παθών και η απόκτηση περισσότερων αρετών. Έλαβε το προορατικό Χάρισμα, έκανε πολλά Θαύματα και ήταν σημαντική η συμμετοχή του στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο σε ηλικία 80 χρονών.
Απολυτίκιο:
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὑψώσας τὸ σῶμα σου, ἐπὶ τοῦ στύλου σοφέ, τὸν νοῦν σου ἐπτέρωσας, πρὸς τὸν Θεὸν ἀκλινῶς, βιώσας ὡς ἄγγελος, ὅθεν σὲ στήλην ζῶσαν, εὐσεβείας εἰδότες, κράζοντας σοὶ βοῶμεν, Δανιὴλ Θεοφόρε, Παντοίων ἠμᾶς κινδύνων, πρέσβευε ρύεσθαι.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΣΣΟΥ

Γέρα σήμερον πανηγυρίζει και εν άσμασιαν εγκωμιάζει
τον Γρηγόριον Άσσου Επίσκοπον. Ιεραρχίας τιμή εν αγλάϊσμα
και εαυτής ευκλεές εγκαλώπισμα∙ Θεία λείψανα
 αυτού ευλαβώς κομίζουσα, αιτείται πάσι το θείον έλεος.

Ο άγιος Γρηγόριος είναι από τους αγίους που γεννήθηκαν στη Λέσβο και πέθαναν σ’ αυτή. Γεννήθηκε στο χωριό Ακόρνη, που δεν υπάρχει σήμερα. Βρισκότανε στην περιφέρεια Γέρας, όπου σήμερα η αγροτική περιοχή, που λέγεται «Κουρκούτα». Οι γονείς του Γεώργιος και Μαρία ήταν ευσεβέστατοι χριστιανοί και αυτή τη θερμή πίστη μετέδωκαν στο παιδί τους, που το ονόμασαν και αυτό Γεώργιο.
Φαίνεται ότι είχαν και τα υλικά αγαθά, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι έστειλαν το παιδί τους σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων για σπουδές στην Κωνσταντινούπολη.
Eκεί, στην Κωνσταντινούπολη, ο Γεώργιος, χωρίς να επηρεασθεί από το περιβάλλον και να στραφεί σε διασκεδάσεις και άλλες αμαρτωλές συνήθειες, φρόντισε να πλουτίσει τις γνώσεις του, να γνωρισθεί με σοφούς και αγίους ανθρώπους και να ωφεληθεί όσο μπορούσε περισσότερο πνευματικά, στη μεγάλη αυτή πόλη. Τότε γνωρίστηκε με τον γέροντα και πνευματικό Αγάθωνα, που τον αγάπησε σαν πατέρα του και τον ακολούθησε στο μοναστήρι του, που βρισκόταν κάπου στη Μ. Ασία.
Ο Γεώργιος έμεινε τρία χρόνια στο μοναστήρι. Έπειτα, συνοδεύοντας τον Αγάθωνα, πήγε στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει τους αγίους Τόπους και να γνωρίσει από κοντά αγίους ασκητές. Εκεί έγινε μοναχός, πήρε το όνομα Γρηγόριος και παρέμεινε σαν ασκητή ς δεκαπέντε χρόνια.
Επέστρεψε πάλι στο μοναστήρι του Αγάθωνα, αλλά συνηθισμένος από τα Ιεροσόλυμα στην ασκητική ζωή, δεν έζησε μέσα στο μοναστήρι, αλλά σ’ ένα απόμερο ερημικό κελί μόνος του.
Η ταπείνωσή του, η αγάπη του για όλους, η αγιότητα του βίου του, η διδασκαλία του, έκαμαν τους χριστιανούς να τον αναζητούν και να έρχονται κάθε μέρα όλο και περισσότεροι κοντά του.
Oταν χήρευσε η Επισκοπή Άσσου, όλοι ζήτησαν για επίσκοπό τους τον Γρηγόριο. Τον κάλεσαν τότε εσπευσμένως στην Κωνσταντινούπολη και τον χειροτόνησε επίσκοπο Άσσου ο Μητροπολίτης Εφέσου, στου οποίου την περιφέρεια υπαγότανε η Άσσος, που βρισκότανε στη Μ. Ασία, περίπου στην περιοχή της Τροίας.
O Γρηγόριος ανέλαβε τα καθήκοντά του με ζήλο και φόβο Θεού, χρησιμοποιώντας αυστηρότητα αλλά και πραότητα, αγάπη αλλά και δικαιοσύνη. Σαν επίσκοπος ήταν αληθινός καλός ποιμένας.
Ήταν επόμενο να συναντήσει και αντιδράσεις. Οι ενάρετοι δέχονται, κατά κανόνα, τα βέλη των κακών και φθονερών ανθρώπων, όπως και στην περίπτωση του Κυρίου, που γράφει το Ευαγγέλιο του Ιωάννου, «το φως ελήλυθεν εις τον κόσμον, αλλά οι άνθρωπoι ηγάπησαν το σκότος μάλλον ή το φως, ην γάρ πονηρά αυτών τα έργα». Έτσι και τώρα βρέθηκαν άνθρωπoι φθονεροί, άνθρωπoι συκοφάντες που εναντιώθηκαν στο έργο του Αγίου. Και βέβαια οι συκοφαντίες τους δεν στάθηκαν. Το φθόνο των συκοφαντών τον περιφρόνησε ο κόσμος που αγαπούσε τον επίσκοπο, όμως ο Γρηγόριος πικράθηκε και προτίμησε τη ζωή που ζούσε σαν ασκητής. Εγκατάλειψε την επισκοπή και με τον υποτακτικό του Λεόντιο έφυγε από τη Μ. Ασία, παίρνοντας μόνο το Ευαγγέλιό του και το ράσο του, και ήλθαν στην Τένεδο, όπου παρέμειναν αρκετά χρόνια.
Από την Τένεδο ήλθαν στη Λέσβο και πήγε ο Γρηγόριος στο χωριό του, την Ακόρνη, θέλοντας να ίδει τους γονείς του. Κατά τύχη συνάντησε τη μητέρα του στο δρόμο, που τον χαιρέτησε, σαν ιερέα, χωρίς να τον γνωρίσει. του ζήτησε την ευχή του και εκείνος, που τη γνώρισε, της είπε: «Ο Θεός να σε ευλογεί και να σε αξιώσει να ιδείς, αν έχεις κάποιο στη ξενητειά».
Αφού έτσι εκπληρώθηκε η επιθυμία του ανέβηκε στο βουνό «Πρίαντος» και εκεί βρήκε ένα τόπο ερημικό - Λευκοπέδι λεγότανε - και ζήτησε απ’ τους κατοίκους την άδεια να του επιτρέψουν να ζήσει εκεί με τον Λεόντιο. Ο τόπος αυτός ήταν τελείως ακατάλληλος για καλλιέργεια, δασωμένος και άγριος και μάλιστα τον θεωρούσαν σαν τόπο που μαζευότανε εκεί οι δαίμονες. Του έδωκαν την άδεια, αφού ήταν άχρηστος γι’ αυτούς.
Ο Γρηγόριος με τη βοήθεια του Λεοντίου, καθάρισε τον τόπο, με την προσευχή του βρήκε νερό, τον καλλιέργησε, έδιωξε με προσευχή και νηστεία τα πονηρά πνεύματα και τον έκαμε από τόπο κολάσεως, παράδεισο.
Όταν είδαν τον τόπο καλλιεργημένο και αξιοζήλευτο οι κάτοικοι θέλησαν να διώξουν τον Άγιο και μάλιστα τον έσπρωξαν από κάποιο ύψωμα με σκοπό να τον σκοτώσουν. Ο Άγιος όχι μόνο δεν έπαθε τίποτα, αλλά στο μέρος πού έπεσε ξηράθηκε η βλάστηση και δεν φύτρωνε τίποτα. Τότε οι ιδιοκτήτες του τόπου ζήτησαν να τους συγχωρήσει και του παρεχώρησαν το κτήμα τους. Εκεί λοιπόν έχτισε ναό στο όνομα της Παναγίας και μοναστήρι, στο οποίο μαζεύτηκαν πολλοί μοναχοί.
Ο Άγιος πέθανε σε μεγάλη ηλικία το έτος 1150 ή 1185. Παρέδωκε την ψυχή του προσευχόμενος, αφού έδωσε τις τελευταίες εντολές και την ευχή του στους μοναχούς του μοναστηριού του.
Στα συναξάρια αναφέρονται θαύματα που έκαμε ο Άγιος, Όπως ότι το ραβδί του βλάστησε και έγινε δένδρο του οποίου οι καρποί θεράπευαν αρρώστους, Ότι ο Θεός τον οδήγησε να βρει νερό στο χώρο που ήθελε να χτίσει το μοναστήρι, ότι κάποιος ασεβής έκοψε τα κλαδιά του δέντρου του Αγίου και «κατέπεσε ωσεί νεκρός», αλλά θεραπεύτηκε από τον Άγιο που του έδωκε να πιει νερό από το αγίασμα και άλλα.
Είχαν περάσει περίπου 750 χρόνια από το θάνατο του Αγίου, όταν οι χριστιανοί της Λέσβου αξιώθηκαν κατά το έτος 1935 να προσκυνήσουν τα σεπτά λείψανά του.
Τα συναξάρια ανέφεραν, αλλά και η προφορική παράδοση συμφωνούσε, ότι ο Άγιος σαν κτήτορας του μοναστηριού ενταφιάσθηκε σ' αυτό και μάλιστα, όπως ήταν η συνήθεια, στο νάρθηκα του ναού.
Οι χριστιανοί της Γέρας επί αιώνες ερχότανε να προσκυνήσουν σ' αυτόν τον τόπο των ερειπίων της μονής, όπου υπήρχε ένα εξωκκλήσι, αλλά κανείς δεν σκέφτηκε να ερευνήσει για την ανέρευση του τάφου.
Την έρευνα αυτή έκαμε και έφερε εις πέρας ο τότε ακόμη γραμματέας της Μητροπόλεως Μυτιλήνης Ευάγγελος Κλεόμβροτος, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης και από το 1958 Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος. Με την άδεια και την βοήθεια του Μητροπολίτου Ιακώβου του από Δυρραχίου, ανέσκαψε τον τόπο και βρήκε τον τάφο και τα οστά του Αγίου, όπως έλεγε η παράδοση, στο νάρθηκα του ναϋδρίου, κατά το έτος 1935.
Στις 17 Νοεμβρίου του ιδίου έτους με εκκλησιαστική λαμπρότητα και μεγάλη κατάνυξη έγινε η μετακομιδή των λειψάνων του Αγίου στον ενοριακό ναό του Αγ. Γεωργίου της Κοινότητος Σκοπέλου, όπου και βρίσκονται. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έπειτα από πρόταση του Μητροπολίτου Μυτιλήνης, όρισε σαν ημέρα εορτής μετακομιδής των Λειψάνων του αγίου Γρηγορίου την 1η Κυριακή μετά τη 10η Νοεμβρίου, που τελείται κάθε χρόνο με κάθε λαμπρότητα. Την ακολουθία της μετακομιδής συνέθεσε ο λόγιος θεολόγος πρωτοπρεσβύτερος Εμμανουήλ Μυτιληναίος και το απολυτίκιο του Αγίου ο αείμνηστος Μητροπολίτης Ιάκωβος ο από Δυρραχίου.






Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Tης Συνάξεως των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών Ασωμάτων και Ουράνιων Αγγελικών Ταγμάτων

Τῶν οὐρανίωv στρατιῶν Ἀρχιστράτηγοι, δυσωποῦμεv ὑμᾶς ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, ἵvα ταῖς ὑμῶv δεήσεσι, τειχίσητε ἡμᾶς, σκέπῃ τῶν πτερύγωv, τῆς ἀΰλου ὑμῶν δόξης, φρουροῦvτες ἡμᾶς προσπίπτοντας, ἐκτεvῶς καὶ βοῶντας, Ἐκ τῶν κινδύνων λυτρώσασθε ἡμᾶς, ὡς Ταξιάρχαι τῶν ἄνω Δυνάμεων.


Η λέξη Σύναξη ερμηνεύεται, σε σχέση με τη συγκεκριμένη εορτή, ως προσοχή, ομόνοια και ένωση, καθώς επίσης και σε ανάμνηση της αποστασίας του σατανά.
Ο Θεός και Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου, εκτός από τον ορατό και υλικό κόσμο, δημιούργησε και τον αϋλο και αόρατο Αγγελικό κόσμο, ως Ποιητής «ορατών τε πάντων και αοράτων».
Οι Άγγελοι είναι ασώματοι και αϋλοι. Υμνούν τον Θεό ακατάπαυστα. Περικυκλώνουν τον Θρόνο του Θεού στον Ουρανό, αλλά στέκονται με δέος, φόβο και σεβασμό, όπου δεν μπορούν να ατενίσουν τον Θεό κατά πρόσωπο. Γι'αυτό και καλύπτουν με τις πτέρυγές τους το πρόσωπό τους.
Συγκεκριμένα, ο Θεός δημιούργησε δέκα Τάγματα Αγγέλων, τα εννέα από τα οποία έχουν τις εξής ονομασίες : Σεραφίμ, Χερουβίμ, Αρχάγγελοι και Άγγελοι. Ο επικεφαλής του δεκάτου τάγματος, ήταν ο Εωσφόρος.
Τι συνέβη και ο Θεός τον έριξε από την ουράνια δόξα; Γιατί τον έδιωξε από κοντά του;
Λοιπόν, ο Διάβολος λόγο της υπερβολικής του υπερηφάνειας, καυχήθηκε ότι θα βάλει τον θρόνο του πάνω στις νεφέλες του ουρανού και ότι θα γίνει όμοιος με τον Θεό και όπως γράφει ο προφήτης Hσαΐας (Hσ. ιδ΄, 14), αμέσως μόλις τα σκέφτηκε αυτά ο Διάβολος έπεσε απ'την ουράνια δόξα και το αρχαγγελικό του αξίωμα. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς γράφει ότι «Eθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. ι΄, 18). Και το τάγμα του Εωσφόρου έπεσε μαζί του, κι από φωτεινοί Άγγελοι έγιναν σκοτεινοί και δαίμονες !!!
Ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ είδε αυτήν την πτώση των Αγγέλων και κατενόησε την αιτία της. Τότε με υποταγή και ταπείνωση επέδειξε την πίστη του προς τον Θεό και φύλαξε και την δική του δόξα και λαμπρότητα που του είχε χαρίσει ο Θεός, αλλά και την δόξα όλων των Αγγέλων. Για την υποταγή του αυτή ο Θεός όρισε ο Μιχαήλ να είναι ο πρώτος των Αγγελικών τάξεων.
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ μάζεψε και ένωσε σε ένα, όλους τους Αγγέλους και τους φώναξε το "Πρόσχωμεν", δηλαδή να προσέξουν και να κατανοήσουν τι έπαθαν αυτοί οι εκπεσόντες Άγγελοι, οι δαίμονες, για την υπερηφάνειά τους. Να στοχαστούν οι Άγγελοι και να κατανοήσουν τι είναι ο Θεός και τι είναι ο Άγγελος. Ο Θεός είναι ο Δεσπότης και ο Δημιουργός του παντός και οι Άγγελοι είναι δούλοι και κτίσματα του Θεού. Κι έτσι οι Άγγελοι ανύμνησαν και δόξασαν τον Θεό και είπαν τον Αγγελικό ύμνο "Άγιος, Άγιος, Άγιος Kύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού".

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Η αίσθηση, ο λόγος και ο νους.

Ο Μάξιμος διακρίνει τρία επίπεδα της γνώσης.
1.Η  Αίσθηση.
Την δυνατότητα της κατ' αίσθηση γνώσεως των όντων την δώρισε ο Θεός στον άνθρωπο, για να λειτουργήσει αυτή ως αρωγός στην προσπάθεια του ανθρώπου να γνω¬ρίσει τον Δημιουργό του. Η ίδια η κτίση , ανταποκρίνεται στην αισθητική λειτουργία του προσώπου με την δική της φυσική δύναμη. Η σχέση της αισθητικής λειτουργίας προς τα κτίσματα φαίνεται ως μία και ενιαία κίνηση και θεμελιώνει την διαλε¬κτική σχέση του ανθρώπου και του κόσμου μέσω της αίσθησης. Κυρίως η λειτουργία της όρασης καθιστά άμεσα προφανή αυτήν την σχέση.
Η ψυχή στην άρρηκτη σύνδεσή της με το σώμα και τα αισθητήρια όργανα αποκτά πείρα των αισθητών πραγμάτων και τα παραπέμπει ως φαντάσματα στο νου. Η φυσική πρόσληψη των αισθητών μέσω των αισθήσεων σχηματίζει τις πολύμορφες γνωστικές αντιλήψεις των αντικειμέ¬νων. Η ψυχή προσπαθεί να οικειοποιηθεί την σοφία όσων βλέπει, την σοφία των λόγων· αυτή δεν είναι άλλη από την παρουσία του Θεού στον κόσμο. Συλλέγοντας ο άνθρωπος τους λόγους των όντων, οικειοποιείται παράλληλα και την δημιουργικότητα της σοφίας του Θεού· γίνεται δημιουργός ενός πνευματικού κό-σμου .
2. Λόγος :Συγκεντρώνει τα δεδομένα των αι¬σθή¬σεων μεταμορφώνοντας την αισθητή εμπειρία σε επιστημονική γνώση. Λειτουρ¬γεί έτσι ως σύνδεσμος ανάμεσα στην αίσθηση και τον νου. Αλλά ούτε η λογική δύναμη του ανθρώπου εξαντλεί τις γνωστικές του δυνατότητες, μέση υπάρχουσα τύ¬πων και αληθείας. Η γνώση ἡ ἐν μόνῳ τῷ λόγῳ κειμένη καὶ τοῖς νοήμασιν έχει σχετικό χαρακτήρα, και δεν μπορεί να ταυτιστεί με την αλήθεια. Ο λόγος επιτυγχάνει έτσι την συνάφεια αίσθησης και νου.Ο λόγος εξευγενίζει και λογοποιεί τις αισθήσεις
3. Νους: Η γνωστική κίνηση του νου δεν περιορίζεται μόνο στην διανοητική ενέργεια· ο νους συ¬ναιρεί και υπερβαίνει το σύνολο των γνωστικών δυνάμεων, αντιπρο¬σω¬πεύει την καθολική γνωστική δυνατότητα της ψυχής· είναι το όργανο της προσωπι¬κής έκστασης του ανθρώπου ρος τον κόσμο. H γνώση του νου είναι γνώση εμπειρική. Yπερβαίνει και την κατακερματισμένη αισθητηριακή εμπειρία και την λογική επεξεργασία της. Ο νους, εκτείνει την γνωστική του λειτουργία πέρα από τις λειτουργίες και των σωματικών αισθήσεων και του λόγου. Η γνώση του νου είναι γνώση κατ' ἐνέργειαν, άπαυστη και ατέλεστη. Παρέχει συνολική κατάληψη του αντικειμένου της. Στην παρούσα ζωή, ενώ ο νους προσλαμβάνει τον κόσμο, ανακαλύπτει σ' αυτόν πολλές και διάφορες θείες ενέργειες, και διδάσκεται πως κάθε θεία ενέργεια υποσημαίνει τὸν Θεὸν ἀμερῶς ὅλον. Έτσι, ο ενικός χαρακτήρας του νου αντανακλά την ενότητα του Θεού.
Οι τρεις καθολικές κινήσεις της ψυχής, η αίσθηση, ο λόγος και ο νους, συνάγονται σε μία, ενεργοποιούνται συμπληρωματικά αλληλοπεριχωρούμενες
Η κοσμολογία του Μάξιμου Ομολογητή οδηγεί στη θέωση.
Βασικές αρχές αυτής της κοσμολογίας: Όλα τα όντα κινούνται. Η κίνηση είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της φύσης τους. Η αιτία της κίνησης είναι και αιτία της ύπαρξής τους. Η έναρξη, της κίνησης , ταυτίζεται με την εκ Θεού γένεσή τους, αλλά και η συντήρηση των όντων στο εἶναι προϋποθέτει την ακατάπαυστη δημιουργική Ενέργεια του Θεού. Τα όντα συντηρούνται μόνο όταν βρίσκονται σε σχέση με τον Κτίστη τους. Δεν είναι αυτοκινούμενα, αλλά και κινούν το ένα το άλλο. Συγκρατούνται έτσι στην ύπαρξη αποτελώντας έναν κρίκο στην αλυσίδα αλληλοδιάδοχων κινήσεων. Η μετάδοση της κίνησης από το Θεό στα όντα είναι η ίδια η ζωογόνος και ζωοποιός αγάπη Του, η ερωτική Του έκσταση προς αυτά.
Τα όντα δεν υπάρχουν από μόνα τους. Η φύση δεν είναι μια στατική πραγματικότητα. Η ύλη κινείται. Ακινησία της ύλης θα σήμαινε αποθέωσή της. Θεμέλιο της κοσμολογικής σκέψης , είναι η απόλυτη διάζευξη ανάμεσα στο άκτιστο που είναι ο Θεός και το κτιστό που είναι ο κόσμος. Η Εκκλησία διακρίνει σε δύο επίπεδα τα όντα και το θείο. Θεωρεί ότι η κλίμακα των όντων καλύπτει την κλίμακα του υπαρκτού, όχι όμως το Θεό. Η ανθρωποκεντρική κλίμακα του υπαρκτού των αρχαίων φιλοσόφων περιλάμβανε και το θεό στις βαθμίδες της. Ο Μάξιμος διατυπώνει την άποψη ότι ο λόγος της φύσης των όντων τον εναπόθεσε ο Θεός με την γέννησή τους. Τα όντα κινούνται με την θέληση του θεού. Όμως όλα τα όντα σε σχέση με τον λόγο που έλαβαν υπόσταση, είναι εντελώς ακίνητα. Σε σχέση με τον λόγο της κατάστασή τους κινούνται, με σκοπό την επιστροφή τους στον Θεό. Τα όντα μέσα από αυτή την κίνησή τους επιθυμούν την πληρότητα της ύπαρξής τους. Η παραπάνω κίνηση απαιτεί πόθο.
Όσοι δεν είναι επαρκώς εξοικειωμένοι με την πνευματική ζωή ενός αυθεντικά θεολογούντος ανθρώπου, πράττουν ενάρετα χωρίς να έχουν τη γνώση των κρυφών λόγων της αρετής





Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Επιστροφές ετεροδόξων στην Ορθοδοξία


Ο Χριστός είναι «το φως το αληθινόν, το φωτίζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Και όπως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σημειώνει: «Η Χάρις εις πάντας εκκέχυται· ουκ Ιουδαίον, ουκ Έλληνα, ου βάρβαρον, ου Σκύθην, ουκ ελεύθερον, ου δούλον αποστρεφομένη· πάντας ομοίως προσιεμένη (προσεγγίζουσα) και μετά της ίσης τιμής».
Αν και σήμερα κάποια έθνη έχουν διαφορετικό όνομα, ο Χριστός συνεχίζει το έργο Του, της σωτηρίας των ανθρώπων, προσκαλώντας στην Ορθόδοξη Εκκλησία πολλούς, που ανετράφησαν μέσα σε κοινότητες ετερο-Ορθοδόξων Χριστιανών. Οι περιπτώσεις τους είναι ποικίλες και ομοιάζουν – αν τις συνθέσει κανείς – με ένα πολύχρωμο χαλί από τους θαυμαστούς τρόπους της Θείας Χάριτος και το μυστήριο της ανθρωπίνης καρδιάς.
Υπάρχουν πολλές αιτίες για τις οποίες κάποιος, που ανήκει σε μια ετερόδοξη ομολογία, έρχεται στην Ορθοδοξία. Αλλά ο πιό σημαντικός παράγων είναι πάντα η παρουσία της Θείας Χάριτος, η οποία δρα κατά ποικίλους τρόπους, αγγίζοντας την ψυχή κάθε ανθρώπου, που είναι δεκτικός φωτισμού, και οδηγώντας τον να αναζητήσει την αλήθεια. Μετά, εκείνος πωλεί ό,τι έχει στην κατοχή του, με σκοπό να αποκτήσει τον «πολύτιμο μαργαρίτη», την Ορθόδοξη πίστη μας.
Από το πολύ έλεος του Θεού, η Θεία Χάρις άγγιξε και την ιδική μου ψυχή οδηγώντας με αρχικά στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τελικά στο Άγιον Όρος, αν και μεγάλωσα σε μια μικρή προτεσταντική κοινότητα, σε μια επίσης μικρή πόλη των ΗΠΑ, όπου ούτε ποτέ συνάντησα μια Ορθόδοξη ενορία, ούτε ποτέ είχα οποιαδήποτε επαφή με κάποιον Ορθόδοξο χριστιανό. Όταν ήμουν νέος είχα διδαχθή ότι όλες οι χριστιανικές ομολογίες ήταν βασικά ίδιες, και ότι οι διαφορές μεταξύ τους ήταν ασήμαντες. Παρόλα αυτά η πείρα με έκανε να θέσω υπό κρίση αυτή την κεντρική διδασκαλία της Οικουμενιστικής Κινήσεως.
Όταν ήμουν 14 ετών και παρακολουθούσα το μάθημα του κατηχητικού σχολείου σε ένα ναό των Μεθοδιστών, συγκεκριμένα στο ναό όπου ο παππούς μου ήταν παλαιότερα ο πάστορας, έκανα στον κατηχητή μου την εξής ερώτηση: «Γιατί πρέπει να είμαι Μεθοδιστής και όχι Ρωμαιοκαθολικός ή Πρεσβυτεριανός ή Βαπτιστής; Πώς μπορώ να ξέρω ότι οι Μεθοδιστές έχουν την αλήθεια;». Ο κατηχητής μου, όμως, δεν μου έδωσε ικανοποιητική απάντηση, και από τότε άρχισε η μακρά μου πορεία αναζητήσεως της Αληθείας.
Τώρα βλέπω ότι ο δικός μου δρόμος της αναζητήσεως είχε πολλά κοινά σημεία με εκείνα άλλων αναζητητών, οι οποίοι επίσης κατέληξαν από την ετεροδοξία στην Ορθοδοξία, και θα ήθελα να σκιαγραφήσω κατ’ αρχήν τους κύριους λόγους – λίγο πολύ κοινούς – για τους οποίους κάποιος ετερόδοξος προσέρχεται στην Ορθοδοξία. Και, κατά δεύτερον λόγον, να επισημάνω μερικές συνέπειες που έχει αυτή η μεταστροφή του στην Ορθοδοξία όσον αφορά στην εμπλοκή μας στην Οικουμενιστική Κίνηση. Λόγω ελλείψεως χρόνου δεν μπορώ να παρουσιάσω πολλά παραδείγματα, τα οποία θα περιληφθούν στα Πρακτικά του Συνεδρίου.
Στους περισσότερους ανθρώπους που προσέρχονται στην Ορθοδοξία, εμού συμπεριλαμβανομένου, διακρίνομε τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά εκείνα, που απαντώνται σε όσους έλαβαν το δώρο της μετανοίας. Αυτά είναι η συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδία, μία ειλημένη απόφασις να βρει κανείς οπωσδήποτε την αλήθεια ανεξαρτήτως κόστους, ένα ταπεινό φρόνημα, που του επιτρέπει να δει την ζωή από μια άλλη οπτική γωνία, μια διάθεσις να κάνει συγκρίσεις μεταξύ εκείνου που είχε και αυτού που ανακαλύπτει και, τελικά, μια σταθερή απόφαση να αλλάξει ζωή.
Είναι ο «πόνος της καρδιάς» εκείνο που καθιστά ικανούς τους ετεροδόξους να μην εμπιστεύονται πλέον την ιδική τους λογική, τις ιδικές τους απόψεις και τα ιδικά τους συναισθήματα, ώστε να μπορούν πλέον να λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν τους τους ισχυρισμούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας, να ασκούν κριτική επάνω στα ιδικά τους πιστεύω και να διερωτώνται για το τι έχει μεγαλύτερη αξία στην ζωή.
Ο Αββάς Βαρσανούφιος ο Μέγας λέγει ότι «χωρίς τον κόπο της καρδιάς, κανείς δεν αποκτά την διάκριση των λογισμών». Αυτό ισχύει και για κάθε μορφή διακρίσεως. Οι δοκιμασίες, οι θλίψεις καί οι πειρασμοί, που φέρνουν πόνο στην καρδιά, είναι μεταξύ των μεγαλυτέρων ευεργεσιών του Θεού, επειδή δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε να λάβει χώρα ένας προβληματισμός, μια αναθεώρηση των θέσεων και, ενδεχομένως, μια στροφή προς την Ορθοδοξία.
Για τους πρώην Ευαγγελικούς, οι οποίοι ενεπλάκησαν στην ιεραποστολική οργάνωση «Cambridge Crusade» (Καίμπριντζ Κρουσέϊντ), η αποτυχία τους να προσηλυτίσουν σταθερά ανθρώπους στην πίστη του Χριστού, τους έκανε να αναρωτηθούν για την αξία της υπάρξεως αυτής της οργανώσεως, πράγμα πού τους οδήγησε στην αναζήτηση της Εκκλησίας της Καινής Διαθήκης, μια αναζήτηση η οποία έληξε το 1987 με την είσοδό τους στην Ορθοδοξία.
Σε άλλους, η ίδια η συνάντηση με την Ορθοδοξία επιφέρει μια κρίση, η οποία τους κάνει να διερωτώνται για την αλήθεια των πιστεύω τους. Έχει υπάρξει ένας αριθμός προσηλύτων στην Ορθοδοξία, που άρχισαν την πορεία τους προς αυτήν κατά αρνητικό τρόπο, προσπαθώντας δηλαδή να αποδείξουν ότι η Ορθοδοξία έχει λάθος. Ένας τέτοιος ήταν ο Θ. Α., ο οποίος αν και μεγάλωσε μέσα σε ένα ελληνορθόδοξο περιβάλλον, αργότερα στο Λύκειο ενεπλάκη σε προτεσταντικές ομάδες και προσηλυτίστηκε. Για να μπορέσει ο ίδιος να μεταστρέψει τους Ορθοδόξους, αλλά και να πεισθεί ο ίδιος ότι η Ορθοδοξία είναι λανθασμένη, άρχισε να μελετά βιβλία σχετικά με την Ορθοδοξία. Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο. Πείσθηκε ο ίδιος ότι η Ορθοδοξία κατέχει την αλήθεια.
Άπαξ τώρα και έχει κάποιος ταπεινά αποδεχθεί την Ορθόδοξη Εκκλησία σαν τον Θεανθρώπινο θεσμό, που έχει την μόνη αυθεντία στην ζωή, όσον αφορά στην σωτηρία του, η μετάβαση από την συγκατάθεση της καρδιάς στην πρακτική επιστροφή στην αληθινή πίστη απαιτεί και μιαν άλλη αρετή, την οποία ο άγιος Κλήμης, ο επίσκοπος Ρώμης, ονομάζει: «ισχύν αφοσιώσεως και σκοπού». Η επίγνωση ότι τίποτε δεν είναι πιο σπουδαίο από το να εισέλθει κανείς στην Εκκλησία και να αγωνισθεί να επιτύχει αυτόν το σκοπό, είναι αναγκαία για εκείνον που αναζητά την Εκκλησία, ώστε να υπερπηδήσει τα εμπόδια, που το πονηρό πνεύμα σίγουρα θα προσπαθήσει να του φέρει στον δρόμο του.
Μπορούμε να δούμε αυτή την δύναμη της αφοσιώσεως σε πολλούς από εκείνους, που προσέρχονται στην Ορθοδοξία. Θυμάμαι ότι, μετά από μελέτη έξι μηνών κάθε διαθεσίμου Ορθοδόξου βιβλίου στην βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Σικάγο, και πριν ακόμη επισκεφθώ κάποια Ορθόδοξη ενορία, είπα στον εαυτό μου: «Θα κάνω ό,τι είναι απαραίτητο για να γίνω Ορθόδοξος, ακόμη και αν χρειασθεί να αλλάξω υπηκοότητα και να γίνω Ρώσσος ή Έλληνας, ή να μάθω Ρωσσικά ή Ελληνικά». Τελικά, σε κάποιο βαθμό, κατέληξα να έχω κάνει και τα δύο.
Όσο σπουδαίο, όμως, και να είναι να αναζητά κανείς ταπεινά την Αλήθεια με συντετριμμένη καρδιά, και να υποτάσσεται σ’ Αυτήν εθελοντικά, ο κύριος παράγων σε μια μεταστροφή προς την Ορθοδοξία είναι η Θεία Χάρις. Ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, στο έργο του «Περί Ενανθρωπήσεως», αναφέρει τα εξής: «Ο Σωτήρ ενεργεί εις τους ανθρώπους τόσον μεγάλα, και καθημερινώς πείθει αοράτως να προσέλθουν εις την πίστιν Του και να υπακούουν όλοι εις την ιδικήν Του διδασκαλίαν, τόσον μέγα πλήθος από όλα τα μέρη...». Και ενώ, σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, η Χάρις δεν ενεργεί στον άνθρωπο στο βάθος της ψυχής του πριν από το Βάπτισμα, εν τούτοις η Χάρις μπορεί να κινεί τον αβάπτιστο προς το αγαθόν, ενεργούσα έξωθεν της καρδιάς.
Βέβαια η Χάρις ενεργεί κατά μια πλειάδα τρόπων στις ψυχές, που είναι δεκτικές της αληθείας. Σε μερικές περιπτώσεις είναι ένα κατάλληλο βιβλίο, που πέφτει στα σωστά χέρια στον κατάλληλο καιρό. Κατά το πρώτο μου έτος στο Κολλέγιο διάβασα τους «Αδελφούς Καραμαζώφ», και έμεινα κατάπληκτος από την ομορφιά ενός Χριστιανισμού, που δεν είχα συναντήσει ποτέ πριν. Εκείνη ήταν η περίοδος που για πρώτη φορά συνειδητά ερχόμουν προς την Ορθοδοξία. Σε άλλους προσηλύτους ήταν η μελέτη της Εκκλησιαστικής ιστορίας, εκείνη που τους έφερε στα πρόθυρα της Εκκλησίας.
Εκτός όμως από την μελέτη, πολλοί έχουν αισθανθεί την έλξη της Χάριτος και κατά την παραμονή τους στις ιερές ακολουθίες. Άλλοι πάλι κάποτε μπήκαν επιπόλαια σε έναν Ορθόδοξο ναό και αιχμαλωτίσθηκαν από την ομορφιά και χάρη των αγιογραφιών. Όταν πρωτοεισήλθα σε έναν Ορθόδοξο ναό και είδα την εικόνα του Χριστού, και άκουσα τον ιερέα να εκφωνεί: «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών, Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα (ας παραθέσωμε)», κατάλαβα ότι είχα βρει τον τόπο μου και, επί πλέον, την Εκκλησία, που έψαχνα εκ νεότητός μου.
Είναι αληθές επίσης ότι κάθε προσήλυτος στην Ορθοδοξία έχει την αίσθηση ότι ξυπνά σαν από βαθύ ύπνο, από την Χάρη του Χριστού, κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Σαν τον άσωτο υιό έρχεται στον εαυτό του, κάνει την σύγκριση μεταξύ του οίκου του Πατρός του και του αμαρτωλού τόπου, όπου ζει, και παίρνει την απόφαση να γυρίσει πίσω στο σπίτι.
Μερικοί συγκρίνουν την τάξη, την συγκρότηση της Ορθοδοξίας με την σύγχυση, που επικρατεί στους κόλπους του Προτεσταντισμού. Άλλοι αντιπαραθέτουν την ιστορική συνέχεια της Ορθοδοξίας, προς την έλλειψη της ιστορικής συνεχείας στον σύγχρονο Προτεσταντισμό. Άλλοι τονίζουν την παρουσία στην Ορθοδοξία εργαλείων και μέσων, για να καταπολεμήσει κανείς την αμαρτία, και την απουσία τους στις ετερόδοξες Ομολογίες. Συγκρίνουν, αντιπαραθέτουν και αποφασίζουν.
Έτσι τελικά το πρόσωπο που προέρχεται από μια άλλη Ομολογία, συμπληρώνει την κατήχησή του και, με την Χάρη του Θεού, βαπτίζεται στην Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία. Από το σημείο αυτό και μετά δεν πρέπει να έχει σημασία για κάποιον, που εισέρχεται στην Εκκλησία, το τι ήταν πριν, γιατί, κατά τον άγιο Ιλαρίωνα, εκείνο που είναι το μόνο σπουδαίο και σωτήριο για αυτόν είναι ότι, γινόμενος μέλος της Εκκλησίας, ήδη έγινε μέλος του Σώματος του Χριστού. Από την στιγμή αυτή του Βαπτίσματος, η διαδικασία της μεταστροφής συνεχίζεται πια σαν ζωή μετανοίας μέσα στην Εκκλησία.
Ό,τι είχε συμβεί κατά την διαδικασία μεταστροφής κάποιου στην Ορθοδοξία, πόνος καρδιακός, ταπεινή αναζήτηση του θελήματος του Θεού, και μια αποφασιστικότης να γίνεται εις το εξής το θέλημα του Θεού, θα πρέπει να συνεχισθεί μέσα στην Εκκλησία, κατά την ζωή της μετανοίας. Επειδή η ζωή της μετανοίας είναι και αυτή μια ζωή αναζητήσεως, κάθε στιγμή, του θελήματος του Θεού στην ζωή μας. Και όπως είναι μεγάλη αμαρτία το να κάνομε κάτι, που θα εμποδίσει την μετάνοια κάποιου άλλου, έτσι είναι μεγάλη αμαρτία να εμποδίσομε την προσέλευση κάποιου στην Ορθοδοξία, είτε με την απρόσεκτη ζωή μας, είτε με τις πράξεις μας, είτε με τα λόγια μας.
Ένας Οικουμενισμός, λοιπόν, που προσποιείται ότι οι πραγματικές διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και ετεροδοξίας είναι ασήμαντες, περιπίπτει πράγματι σε ένα τέτοιο φοβερό αμάρτημα, και διότι αρνείται την αλήθεια, την οποία τόσοι πολλοί πρώην ετερόδοξοι Χριστιανοί αγωνίστηκαν πολύ για να την βρουν, και διότι προσπαθεί να κλείσει την πόρτα σε όσους ακόμη την αναζητούν. Δεν πρέπει να μας παραπλανήσει η χαμογελαστή μάσκα του Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός είναι αντίθετος σε κάθε βήμα κάποιου που ψάχνει την Αλήθεια και επιδιώκει την ένταξή του μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Ο Οικουμενισμός ενθαρρύνει το αίσθημα, που πηγάζει από μία, κατ’ επίφαση, ενότητα και όχι από την κατάνυξη και την ζωή της μετανοίας. Αποθαρρύνει την αναζήτηση της Αληθείας, έμμεσα παραδεχόμενος την ύπαρξη και αποδοχή του ψεύδους.
Ο Οικουμενισμός δεν διακατέχεται από την ταπείνωση, που επιτρέπει να ακουστεί και μια διαφορετική από την ιδική του φωνή, ειδικά όταν αυτή αποκαλύπτει το ψεύδος του. Ο Οικουμενισμός επιτρέπει συγκρίσεις, αλλά όχι συμπεράσματα, που να καταδεικνύουν ότι κάποια Χριστιανική παράδοση, σε αντίθεση με κάποια άλλη ή άλλες, είναι πιο γνήσια. Τελικά ο Οικουμενισμός αποθαρρύνει οποιαδήποτε αποφασιστική ενέργεια, η οποία θα αντιτίθεται στους επιδιωκόμενους σκοπούς του. Κατ’ αλήθειαν τα λόγια του Χριστού προς τους Φαρισαίους έχουν εφαρμογή για τους οικουμενιστές: «Ουαί ημίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων· υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε, ουδέ τους εισερχομένους αφίετε εισελθείν».
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει κάθε έναν από εμάς, πώς να βοηθήσομε όσους ευρίσκονται έξω από την Εκκλησία, λέγοντας για εκείνον που είναι εκτός Εκκλησίας: «Δεν μπορείς να κάνεις θαύματα και να τον πείσεις; Με αυτά που έχεις ήδη, να προσπαθήσεις να τον πείσεις. Δηλαδή, με την φιλανθρωπία, με την προστασία, με την ημερότητα, με τον καλό τρόπο, και με όλα τα άλλα». Με άλλα λόγια χρειάζεται να προσεγγίσομε τους ετεροδόξους με εκείνη την φιλοξενία και αγάπη, που είναι χαρακτηριστική στην Ορθοδοξία.
Ο δρόμος της επιστροφής δεν είναι καθόλου εύκολος, και όσοι αγωνίζονται μόνοι τους χρειάζονται την βοήθειά μας, την υποστήριξή μας και την αγάπη μας. Συγχρόνως, όμως, πρέπει να διατηρήσομε τον σκληρό λόγο της αληθείας, έστω και αν αυτό είναι επώδυνο. Η αλήθεια ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη κιβωτός της σωτηρίας, είναι «ο πολύτιμος ακρογωνιαίος μας λίθος, ο εκλεκτός, ο έντιμος», ο οποίος πάντα υπήρξε και πάντα θα υπάρχει «λίθος προσκόμματος και πέτρα σκανδάλου».
Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι εκείνοι οι πρώην ετερόδοξοι, που έχουν προσχωρήσει στην Ορθοδοξία, είναι οι μεγαλύτεροι αντίπαλοι του Οικουμενισμού. Για τους Οικουμενιστές, οι προσήλυτοι στην Ορθοδοξία είναι καθαρά ένας «κόλαφος», αφού η ίδια μεταστροφή τους καταδεικνύει την ανυπαρξία μέσου χώρου μεταξύ της Εκκλησίας και των Ομολογιών. Για τους προσηλύτους, η συμμετοχή τους στον Οικουμενισμό θα σημαίνει την εκπλήρωση του ρητού: «ώσπερ κύων όταν επέλθη επί τον εαυτού έμετον και μισητός γένηται, ούτως άφρων τη εαυτού κακία αναστρέψας επί την εαυτού αμαρτίαν».
Οι προσήλυτοι είναι βαθειά οικείοι με την πνευματική ασθένεια, που προκαλείται στις ετερόδοξες κοινότητες από την απιστία στην διδασκαλία του Χριστού. Δεν μπορούν να εξαπατηθούν από γλυκόλογα αγάπης, η οποία θυσιάζει την Αλήθεια, ή από κενούς λόγους για μια ενότητα, η οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Η μετάνοιά τους για την προηγούμενη συμμετοχή τους σε ετερόδοξες κοινότητες, τους έχει γίνει μια πηγή γνώσεως. Δεν θα επιτρέψουν στον Οικουμενισμό να αψηφήσει αυτήν την γνώση. Και η θέση τους αυτή δεν είναι μια αρνητική θέση. Αντιθέτως, προέρχεται από την αγάπη τους προς το Χριστό, από την αγάπη τους προς την Εκκλησία, από την αγάπη τους προς την Αλήθεια, και από την αγάπη τους για όσους είναι μέσα και έξω από την Εκκλησία.
Με αγάπη απορρίπτομε τον οικουμενισμό, επειδή θέλομε να προσφέρομε στους ετερόδοξους ακριβώς εκείνο, που ο Κύριος εχάρισε πλούσια σε όλους εμάς μέσα στην Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, δηλαδή την ευκαιρία να γίνουν μέλη του Σώματος του Χριστού, «τέκνα Φωτός» και «κληρονόμοι της Βασιλείας, ήν ο Κύριος επηγγείλατο τοις αγαπώσιν Αυτόν»...

π. Αλεξίος Καρακαληνός





Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ὀκτώβριος 13

Οἱ Ἅγιοι Κάρπος, Πάπυλος, Ἀγαθόδωρος καὶ Ἀγαθονίκη
Μαρτύρησαν ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Δέκιος (249-251), σκληρότατος διώκτης τῶν χριστιανῶν. Ὅλοι πατρίδα εἶχαν τὴν Πέργαµο. Ὁ Κάρπος, µὲ ἄρτια γραµµατικὴ µόρφωση, εὐσεβέστατος καὶ µὲ πολλὲς ὑπηρεσίες στὴν Ἐκκλησία, εἶχε γίνει ἐπίσκοπος Θυατείρων. Ὁ Πάπυλος, ποὺ εἶχε σπουδάσει ἰατρικὴ καὶ πρόσφερε τὶς ὑπηρεσίες του ἀµισθί, ἔγινε διάκονος καὶ ἄµεσος συνεργάτης τοῦ Κάρπου. Ὁ Ἀγαθόδωρος, ψυχὴ ἐκλεκτὴ καὶ πιστή, ἦταν ὑπηρέτης στὴν ἐπισκοπὴ Θυατείρων. Ὅταν καὶ τοὺς τρεῖς συνέλαβε ὁ ἀνθύπατος Οὐαλέριος, ὁµολόγησαν µπροστά του µὲ παῤῥησία τὸ Χριστό. Τότε ὁ Οὐαλέριος τοὺς εἶπε: «Οἱ χριστιανοὶ εἶναι δεισιδαίµονες, ἀνίκανοι, χωρὶς ἀνώτερα αἰσθήµατα. Ἐσεῖς, σὰν µορφωµένοι ἄνθρωποι, ἀµέσως πρέπει νὰ τοὺς ἀρνηθεῖτε». Στὴν κατηγορία αὐτή, ἀπάντησε ὁ Ἐπίσκοπος Κάρπος µὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Μία ἀπάντηση ποὺ ἴσχυε, ἰσχύει καὶ θὰ ἰσχύει στοὺς αἰῶνες, γιὰ τὸ φρόνηµα τῶν συνειδητῶν χριστιανῶν. Εἶπε λοιπόν: «Κοπιῶµεν ἐργαζόµενοι ταῖς ἰδίαις χερσὶ λοιδορούµενοι εὐλογοῦµεν, διωκόµενοι ἀνεχόµεθα, βλασφηµούµενοι παρακαλοῦµεν», ποὺ σηµαίνει, ἐµεῖς οἱ χριστιανοὶ βασιλιά, κοπιάζουµε µὲ τὰ ἴδια µας τὰ χέρια. Ἔπειτα, τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἄπιστοι στὸ Εὐαγγέλιο µᾶς βρίζουν καὶ µᾶς περιγελοῦν, ἐµεῖς εὐχόµαστε ἀγαθὰ γι᾿ αὐτούς. Ἐνῷ µας καταδιώκουν, τοὺς δείχνουµε ἀνοχή, ἐνῷ µας συκοφαντοῦν, ἀπαντοῦµε µὲ λόγια γλυκὰ καὶ παρακλητικά. Ἐκνευρισµένος ὁ Οὐαλέριος ἀπὸ τὴν ἀπάντηση, ἀφοῦ τοὺς βασάνισε, µαζὶ µὲ τὴν ἀδελφὴ τοῦ Παπύλου Ἀγαθονίκη, ὅλους τοὺς ἀποκεφάλισε.

Ὁ Ἅγιος Φλωρέντιος
Τὸν διέκριναν χαρακτηριστικὴ ψυχραιµία καὶ θάῤῥος, ἀκόµα καὶ ὅταν ἡ ζωή του κρεµόταν ἀπὸ µία κλωστή. Ὁ ἅγιος Φλωρέντιος ζοῦσε στὴ Θεσσαλονίκη, ἀπ᾿ ὅπου καὶ καταγόταν. Μὲ τὴν µεγάλη πίστη καὶ τὸ θεῖο ζῆλο του γιὰ τὸ φωτισµὸ καὶ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν, ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Καταγγέλθηκε γι᾿ αὐτὸ στὸν τότε εἰδωλολάτρη ἡγεµόνα τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ µὲ θάῤῥος ὁµολόγησε µπροστά του τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Δὲν δίστασε µάλιστα, νὰ συστήσει καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἡγεµόνα νὰ ἀσπαστεῖ τὴ χριστιανικὴ πίστη, σπάζοντας ἔτσι τὰ δίκτυα τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης. Ὁ ἡγεµόνας ξαφνιασµένος στὴν ἀρχή, ἐξοργισµένος κατόπιν, διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν σκληρά. Τὸν ἔδειραν λοιπὸν καὶ τοῦ ἔσχισαν τὶς σάρκες. Στὴ συνέχεια τὸν ἔριξαν µέσα στὴ φωτιά, ὅπου κάηκε τὸ σῶµα του, ἀλλὰ µέσα ἀπ᾿ αὐτὸ βγῆκε γιὰ ν᾿ ἀνέβει λαµπρότερη ἀπὸ κάθε φλόγα, ἡ εὐσεβὴς καὶ ἡρωικὴ ψυχή του.

Ὁ Ἅγιος Μαρτύροχος
Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Στὸν Πατµιακὸ Κώδικα 266 ἡ µνήµη του ἀναφέρεται µὲ τὸν πιὸ πάνω Φλωρεντία. Ἴσως νὰ εἶναι ὁ ἴδιος µε τὸν νοτάριο Ἅγιο Μαρτύριο (+ 25 Ὀκτ.).

Ὁ Ἅγιος Διόσκορος
Μαρτύρησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ τὸ ἔτος 288. Καταγόταν ἀπὸ τοὺς ὀνοµαζόµενους Σκηνοπολίτες καὶ στὸ ἀξίωµα ἦταν βουλευτής. Πέταξε λοιπόν, στὰ σκουπίδια ὅλα τὰ κατὰ κόσµον ἀξιώµατα καὶ τιµές, καὶ παρουσιάστηκε µπροστὰ στὸν ἄρχοντα Λουκιανὸ καὶ τὸν ἤλεγξε δριµύτατα γιὰ τὶς διώξεις του ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Ἐµβρόντητος ὁ ἄρχοντας γιὰ τὴν στάση τοῦ Διόσκορου, προσπάθησε µὲ κολακεῖες καὶ ἀπειλὲς νὰ µεταστρέψει τὴν γνώµη του. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν τὰ κατάφερε, βασάνισε τὸν Ἅγιο σκληρὰ καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισε.

Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Ὁµολογητὴς καὶ Πατρίκιος
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Παφλαγονία καὶ γεννήθηκε τὸ ἔτος 763 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς τὸν Γρηγόριο καὶ τὴν Ἄννα, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀνέθρεψαν σύµφωνα µὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ἰδιαίτερη µάλιστα ἀγάπη πρὸς τὸν Ἅγιο εἶχε ἡ συγγένισσά του βασίλισσα Εἰρήνη (ἄλλοι ἀναφέρουν Θεοδώρα). Προσλήφθηκε στὰ ἀνάκτορα καὶ ἀνέβηκε µὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἱκανότητά του στὸ ἀξίωµα τοῦ πατρικίου καὶ στρατηγοῦ τῆς Σικελίας. Ἔχοντας ὅµως κλίση στὴν ἤρεµη ζωή, ἔγινε µοναχός. Ἀλλὰ καταδιώχτηκε ἀπὸ τοὺς εἰκονοµάχους βασιλεῖς Λέοντα καὶ Θεόφιλο καὶ ἐξορίστηκε πολλὲς φορές. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς ταλαιπωρίες, σὲ ἡλικία 75 χρονῶν ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 838.
Ὁ Ἅγιος Βενιαµίν ὁ Διάκονος, Ἱεροµάρτυρας ποὺ µαρτύρησε στὴν Περσία
Ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰῶνα, ἐπὶ βασιλέων, Περσίας Ἰσδιγέργη καὶ Κωνσταντινουπόλεως Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ. Μᾶλλον καταγόταν ἀπὸ τὴν Περσία καὶ ἦταν Διάκονος τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας. Κήρυττε µὲ θερµότητα ζήλου καὶ δύναµη λόγου τὶς ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἔτσι εἵλκυε πολλοὺς εἰδωλολάτρες. Γιὰ τὴν δράση του αὐτὴ καταγγέλθηκε στὸν βασιλιὰ Ἰσδιγέργη καὶ ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ µαρτύρια, µέσα στὰ ὁποῖα παρέδωσε τὴν ἐκλεκτὴ ψυχή του. (Ἡ µνήµη του περιττῶς ἐπαναλαµβάνεται ἀπὸ ὁρισµένους Συναξαριστές, καὶ τὴν 31η Μαρτίου).

Ὁ Ἅγιος Ἀντίγονος
Μαρτύρησε διὰ πυρός.

Ὁ Ἅγιος Διοκλητιανός
Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Συναντᾶται στὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα Δ 23 µαζὶ µὲ τὸν Φλωρεντία, ὅπου καὶ ἡ κοινὴ Ἀκολουθία τους.



Τὰ ἅγια Δύο παιδιά
Μαρτύρησαν διὰ πυρός, ποὺ ἄναψαν στὸ ἔδαφος καὶ τὰ ἐξανάγκασαν νὰ τρέχουν µέσα σ᾿ αὐτή.

Ἡ Ἁγία Χρυσὴ ἡ Νεοµάρτυς
Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Σλάτενα (σηµερινὴ Χρυσή) τῆς ἐπαρχίας Ἀλµωπίας Νοµοῦ Πέλλης. Ὁ πατέρας της ἦταν φτωχὸς καὶ εἶχε τέσσερις θυγατέρες. Ἡ Χρυσὴ ἦταν ὡραῖα στὸ σῶµα καὶ στὴν ψυχή. Κάποτε, ἐνῷ βρισκόταν µαζὶ µὲ ἄλλες γυναῖκες στοὺς ἀγροὺς καὶ µάζευε καυσόξυλα, τὴν ἀπήγαγε κάποιος Τοῦρκος καὶ τὴν µετέφερε στὸ σπίτι του. Ὁ Τοῦρκος προσπάθησε µὲ κολακεῖες νὰ τὴν ἐξισλαµίσει καὶ νὰ τὴν κάνει γυναῖκα του. Ἡ Χρυσὴ ὅµως ἀντιστάθηκε καὶ δυναµικὰ ἀπάντησε: «Ἐγὼ τὸν Χριστὸ µόνο γνωρίζω γιὰ νυµφίο µου, ποὺ δὲν θὰ ἀρνηθῶ καὶ ἂν ἀκόµα µὲ κοµµατιάσεις». Οἱ γονεῖς καὶ οἱ συγγενεῖς τῆς Χρυσῆς, µὲ ἐξαναγκασµὸ τῶν Τούρκων, τὴν παρακαλοῦσαν νὰ δεχτεῖ τὸν µωαµεθανισµὸ γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἀλλ᾿ ἡ µεγαλόψυχη Χρυσὴ τοὺς ἀπάντησε ὅτι: «πατέρα ἔχω τὸν Κύριό µου Ἰησοῦ Χριστό, µητέρα τὴν Κυρία Θεοτόκο, ἀδελφοὺς δὲ καὶ ἀδελφὲς ἔχω τοὺς Ἁγίους καὶ τὶς Ἁγίες τῆς Ἐκκλησίας µας». Μπροστὰ λοιπὸν στὴ σταθερότητα τῆς Χρυσῆς, οἱ Τοῦρκοι ἀπάντησαν µὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Τελικὰ στὶς 13 Ὀκτωβρίου 1795, κατέκοψαν τὸ σῶµα της µὲ µαχαίρια καὶ ἔτσι πανάξια ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου ἀπὸ τὸν Νυµφίο Χριστό.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Άγιος Πολυχρόνιος

Ο Άγιος Πολυχρόνιος ο Ιερομάρτυρας ήταν ένας δυναμικός κληρικός που έζησε τον 4ο μ.Χ. αιώνα στη επαρχία Γαμφανήτιδος, όπου θυσιάστηκε για τα ορθόδοξα δόγματα της Εκκλησίας μας. Ο πατέρας του ήταν γεωργός ονόματι Βαρδάνιος. Φρόντισε ο γιος του από μικρός να ανατραφεί όχι μόνο με τα διδάγματα της πίστης, αλλά του παρείχε γενική μόρφωση όλων των θεμάτων. Έτσι, ενώ ο πατέρας καλλιεργούσε τα αμπέλια του, ο γιος με ζήλο και θέρμη καλλιεργούσε τον αμπελώνα του Κυρίου, διδάσκοντας τα Θεία Λόγια αγωνιζόμενος στον "πολλαπλασιασμό της καρποφορίας" του Θείου σπόρου. Ήταν μάλιστα ικανότατος συζητητής και πολλές φορές είχε φανεί ανώτερος από σοφούς των ειδωλολατρών σε συζητήσεις φιλοσοφικές για την αλήθεια και την θρησκεία.
Έπειτα κάποιων χρόνων ο Άγιος Πολυχρόνιος πήγε στην έδρα της σοφίας και των γραμμάτων, στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έγινε διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος. Από το αξίωμα αυτό δεν έπαψε να διδάσκει και με πολλούς τρόπους μοχθούσε για τη χριστιανική ανατροφή των ενοριτών του. Όταν όμως έγινε αυτοκράτορας ο αρειανόφιλος γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος, ο Άγιος, έμεινε στη μερίδα των κληρικών εκείνων, που για το ορθό δόγμα έμειναν απτόητοι μπροστά στους διωγμούς και τις εξορίες που επέβαλε ο αιρετικός αυτοκράτορας. Έτσι οι Αρειανοί, ανέλαβαν αυτοί οι ίδιοι να απαλλαγούν από τον Άγιο. Έτσι κάποια μέρα που ο Άγιος Πολυχρόνιος Ιερουργούσε, κάποιοι Αρειανοί εισέβαλαν στον Ναό και τον έσφαξαν πάνω στην Αγία Τράπεζα, και έτσι έγινε Τίμιο ολοκαύτωμα για την πίστη του Χριστού, που με τη δική Του θυσία σήκωσε τη δική μας σωτηρία.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Άγιος Διονύσιος

Ο Άγιος Διονύσιος καταγόταν από την πόλη των Αθηνών. Έζησε και μαρτύρησε τα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Δομετιανός. Διακρίθηκε για τη φιλοσοφική του κατάρτιση κα τη βαθιά του καλλιέργεια.
Αρχικά ήταν ειδωλολάτρης και μέλος της Βουλής του Αρείου Πάγου. Το κήρυγμα όμως του Αποστόλου Παύλου άγγιξε την παιδευμένη και ευαίσθητη ψυχή του και βαπτίσθηκε. Αργότερα διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Αθηνών τον ευσεβή Ιερόθεο. Επιβραβεύθηκε από το θεό για τη χριστιανική του δράση με το χάρισμα να επιτελεί θαύματα.
Περιόδευσε σε πολλά μέρη της Δύσης, όπου κήρυξε τον ευαγγελικό λόγο και ερμήνευσε τις ιερές γραφές. Όταν έφθασε στο Παρίσι συνελήφθη και αργότερα αποκεφαλίσθηκε. Μαζί του μαρτύρησαν και δύο μαθητές του, ο Ρουστικός και ο Ελευθέριος. Ο ηγεμόνας της περιοχής έδωσε εντολή να μη θάψει κανείς τα άγια λείψανα των μαρτύρων, όμως κάποιοι χριστιανοί τα φύλαξαν και όταν δεν υπήρχε πλέον φόβος τα ενταφίασαν με τιμές.
Ο Άγιος Διονύσιος υπήρξε συγγραφέας πλήθους θεολογικών συγγραμμάτων, από τα όποια παραθέτουμε σε μετάφραση ορισμένα λόγια του, σχετικά με την Αγιότητα, τη Βασιλεία και την Κυριότητα του Θεού: «Αγιότητα, λοιπόν, είναι κατά τη γνώμη μας η καθαρότητα η ασημάδευτη από οποιοδήποτε μίασμα, η πλήρης και ολότελα άσπιλη. Βασιλεία είναι η τακτοποίηση κάθε ορίου, κάθε τάξης, κανονισμού, κατάστασης . Κυριότητα δεν είναι μόνο η υπεροχή πάνω στους χειρότερους, άλλο και η συνολική των καλών και αγαθών και πλήρης ολοκτησία, καθώς και η αληθινή και αμετάβλητη βεβαιότητα. Γι΄ αυτό και η κυριότητα ετυμολογείται από το "κύρος" και το "κύριο" και το "κυρίευαν". Θεότητα είναι η πρόνοια που θεάται τα πάντα και με τέλεια αγαθότητα "περιθέει" (περιέχει) και συνέχει τα πάντα, τα γεμίζει με τον εαυτό της και υπερέχει από όλα όσα απολαμβάνουν τα δώρα της πρόνοιας της» (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, «Περί Θείων Ονομάτων». Εκδόσεις Π. Πουρναρό).
Περισσότερες και πιο συγκεκριμένες ιστορικές πληροφορίες για τη ζωή του Αγίου Διονυσίου δεν έχουμε πλην αυτών των λίγων που προαναφέραμε. Τα υπόλοιπα που αναφέρουν ορισμένοι Συναξαριστές ανήκουν στα πλαίσια της παραδόσεως και μόνο.
Ύστερα από την με αριθμ. 22/30 Σεπτεμβρίου 1999 μ.Χ. εγκύκλιο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, η μνήμη του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου συμπεριελήφθηκε να τιμάται επιπρόσθετα και στις 12 Οκτωβρίου όπου και ορίσθηκε να τιμάται η Σύναξη των εν Αθήναις Αγίων.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Η διόρθωση των Πλατωνικών ιδεών από τη Χριστιανική πίστη

Ένα κύριο ιστορικό στοιχείο στο οποίο αντιδρά η Εκκλησία δια του Συμβόλου της Πίστεως είναι η έννοια περί δημιουργίας, ο οποία κυκλοφορούσε στη φιλοσοφία της εποχής εκείνης ξεκινώντας από τον Πλατωνισμό και φθάνοντας μέχρι τον Νεοπλατωνισμό, ο οποίος είχε επιφέρει κι αυτός τις αλλοιώσεις του στον αρχικό Πλατωνισμό. Σας υπενθυμίζω τις βασικές θέσεις του Πλατωνισμού, στις οποίες αντιδρά η Εκκλησία με το Σύμβολο.
Ο καθαρός Πλατωνισμός εμφανίζεται στο έργο Τίμαιος του Πλάτωνα. Εκεί πράγματι ο Θεός καλείται Δημιουργός και Πατήρ συγχρόνως και Νους. Και συνεπώς εκεί, θα έλεγα σε σχέση με τον Γνωστικισμό, έχουμε συγγένεια της Χριστιανικής σκέψεως με τον Πλατωνισμό και όχι με τον Γνωστικισμό. Αλλά υπάρχουν και άλλα βασικά σημεία στα οποία η πατερική σκέψη διεφώνησε με τον πλατωνισμό και αυτά είναι τα εξής:
Πρώτα είναι η αντίληψη ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από προϋπάρχουσα ύλη και προϋπάρχουσες ιδέες. Δηλαδή ο Πλατωνισμός δεχόταν το θεό Δημιουργό κατ’ ανάγκην, διότι δεν μπορούσε να μη δώσει μορφή στις ιδέες οι οποίες προϋπήρχαν και στην ύλη. Έπρεπε να δώσει κάποια μορφή στο χάος. Ήταν υποχρεωμένος να δημιουργήσει τον κόσμο. Ήταν ανάγκη). Αυτή την αντίληψη η οποία εισήγε την έννοια της ανάγκης στη δημιουργία, την αντικατέστησε η Χριστιανική αντίληψη περί δημιουργίας με τη θέση ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε εκ της ελευθέρας θελήσεως του Θεού και όχι κατ’ ανάγκην. Επί πλέον χρειάσθηκε για να αντιμετωπίσει τις πλατωνικές ιδέες περί δημιουργίας η Εκκλησία και η πατερική θεολογία να τονίσει την έννοια της δημιουργίας του κόσμου εκ του μηδενός. Να τονίσει δηλαδή ότι δεν υπήρχε προϋπάρχουσα ύλη ούτε μετά με τον Πλωτίνο, ο οποίος εμφανίζει τον κόσμο σαν μια προέκταση, απορροή, αυτών των σκέψεων του νου του Ενός, ο οποίος διαχέεται σε πολλά και ο κόσμος δημιουργείται από αυτή την απορροή των σκέψεων του Θεού. Αυτήν την αντίληψη περί δημιουργίας η Εκκλησία δεν μπορούσε να τη δεχθεί διότι πάλι θα σήμαινε ότι ο κόσμος κατά κάποιον τρόπο ήταν μια αναγκαία προέκταση της υπάρξεως του Θεού. Ο Θεός δηλαδή προεξέτεινε τον ίδιο τον εαυτό Του ή τις σκέψεις Του δημιουργώντας τον κόσμο και μ' αυτόν τον τρόπο ο Θεός κι ο κόσμος δένονται αιώνια και αδιάσπαστα κι ο κόσμος είναι κι αυτός κατά κάποιον τρόπο αιώνιος, όπως είναι κι ο Θεός.
Στον Ωριγένη έχουμε μια προσπάθεια να εκφρασθεί και το ένα και το άλλο μαζί, λέγοντας ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε εκ του μηδενός αλλά η δημιουργία ήταν μια αιώνια πράξη του Θεού. Εισήγαγε δηλαδή την αιωνιότητα της δημιουργίας με το επιχείρημα ότι ο Θεός δεν μπορούσε να είναι παντοδύναμος αν δεν έχει αντικείμενα, πάνω στα οποία να ασκήσει την παντοδυναμία Του. Επομένως υπήρχε αιώνια μια μορφή δημιουργίας. Αλλά αυτό δημιούργησε προβλήματα κι επομένως και αυτό πρέπει να απορριφθεί. Μένουμε λοιπόν, μόνο με την αντίληψη ότι ο κόσμος δημιουργείται εκ του απολύτου μηδενός, δεν είναι προϋπαρκτός μέσα στη σκέψη του Θεού, αλλά είναι αποτέλεσμα της απολύτου ελευθέρας βουλήσεως του Θεού και "ην ποτε ότε ουκ ην", ήταν κάποτε που δεν υπήρχε, κι αυτό το εννοούμε με την απόλυτη έννοια. Δεν ήταν καν ο κόσμος ούτε στη σκέψη του Θεού.
Εδώ χρειάζεται πολλή επεξήγηση διότι δημιουργείται μια δυσκολία με την αντίληψη ότι η δημιουργία του κόσμου δια του Λόγου του Θεού ήταν "βουλή προαιώνιος" για τη σωτηρία του κόσμου. Αυτή η προαιώνιος βουλή του Θεού συνεπάγεται κάποια αιωνιότητα του κόσμου; Συνεπάγεται; Ναι ή όχι; Είναι πάρα πολύ δύσκολο πρόβλημα. Ο Θεός δεν θέλησε τον κόσμο να υπάρχει κατά κάποιον τρόπο ξαφνικά. Χωρίς όμως να χρησιμοποιήσει προϋπάρχουσες ιδέες, όταν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο.
Πρώτος αναπτύσσει την ιδέα αυτή της δημιουργίας του κόσμου εκ του μηδενός ο Θεόφιλος Αντιοχείας, ο οποίος επηρέασε πολύ τον Ειρηναίο. Ο Ειρηναίος βασίζει τη θεολογία του κατά μεγάλο μέρος στον Θεόφιλο Αντιοχείας. Στην "Προς Αυτόλυκον Επιστολή" 2,4 λέει ότι ο Θεός δημιούργησε εκ του μηδενός όσα ήθελε και όπως ήθελε. Ήταν συνεπώς συνδεδεμένη η έννοια της βουλήσεως της ελευθερίας του Θεού με την έννοια της δημιουργίας του κόσμου εκ του μηδενός. Ο δεν Ειρηναίος αναπτύσσει την έννοια αυτή διεξοδικά πλέον και μπαίνει στην πατερική θεολογία, την αναπτύσσει επίσης ο Τερτυλλιανός, ο Αθανάσιος, κλπ. Και εδραιώνεται η άποψη ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από το μηδέν. Θα δούμε, όταν ερμηνεύσουμε το δόγμα της δημιουργίας, τι σημαίνει αυτό το πράγμα. Τώρα κάνοντας ιστορία, πρέπει να πούμε ότι αυτή η ιδέα "εκ του μηδενός" πρέπει να εκληφθεί με τρόπο απόλυτο. Διότι, ιστορικά μιλώντας πάλι, την εποχή που αναπτύσσεται το Σύμβολο της Πίστεως, ο Πλατωνισμός είχε υποστεί ορισμένες αλλοιώσεις, οι οποίες εκ πρώτης όψεως έδιναν την εντύπωση πως ο Θεός δεν δημιούργησε τον κόσμο από προϋπάρχουσα ύλη και προϋπάρχουσες ιδέες. Αυτό όμως δεν σήμαινε αυτομάτως ότι δημιούργησε εκ του μηδενός. Εκ του μηδενός δηλαδή με την απόλυτη έννοια.
Συγκεκριμένα ο μέσος Πλατωνισμός με τον Αλβίνο και ο Φίλων, απέρριψαν την αντίληψη, που συναντάμε στον Τίμαιο του Πλάτωνος, ότι ο Θεός δημιούργησε από προϋπάρχουσα ύλη και προϋπάρχουσες ιδέες. Είδαν ότι αυτό δεν συμβιβάζεται με τη Βίβλο και υπεστήριξαν την ιδέα ότι την ύλη τη δημιουργεί ο Θεός - και σ' αυτό ήσαν σύμφωνοι και οι Χριστιανοί- αλλά με τις ιδέες υπήρχε ένα πρόβλημα, επειδή εξακολουθούσαν να είναι πλατωνισταί, και δεν μπορούσαν να πουν ότι κι αυτές τις δημιούργησε ο Θεός. Βρήκαν σαν διέξοδο τη θέση ότι οι ιδέες ήσαν σκέψεις μέσα στο νου του Θεού. Αιώνιες σκέψεις. Απ' αυτές τις αιώνιες σκέψεις μέσα στο νου του Θεού, που τις αναπτύσσει ο Αλβίνος και κυρίως ο Φίλων, προέρχεται ο Νεοπλατωνισμός. Έτσι μπορούμε να πούμε συγχρόνως ότι ο κόσμος υπήρχε πάντοτε σαν μια αιώνια σκέψη μέσα στο Θεό.
Εκεί μόνο ο Άγιος Μάξιμος δίνει μια ολοκληρωμένη απάντηση τονίζοντας ότι ο Θεός για τον Οποίο δεν υπάρχει το πριν και το μετά στην αιώνιά Του ύπαρξη, θέλησε την ύπαρξη του κόσμου προαιώνια. Αλλά το ότι τη θέλησε προαιώνια δεν σημαίνει ότι και της έδωσε ύπαρξη αυτομάτως. Δηλαδή ο Μάξιμος κάνει αυτή τη διάκριση μεταξύ βουλήσεως και υπάρξεως. Θέλει μεν προαιώνια ο Θεός τον κόσμο να υπάρχει, αλλά όταν δημιουργείται ο κόσμος, δημιουργείται χωρίς αυτό να αποτελεί αναγκαία προέκταση της προαιωνιότητος της θελήσεως του Θεού. και ο Λόγος με τον οποίο και εν τω Οποίω δημιουργεί ο Θεός τον κόσμο είναι συνεπώς αυτός ο Ίδιος Λόγος με τον Οποίον αιώνια ο Θεός βρισκόταν στην αγαπητική σχέση Πατρός και Υιού, αλλά δεν αποτελεί αναγκαία συνέπεια της αγαπητικής σχέσεως Πατρός και Υιού η ύπαρξη του κόσμου, έστω και αν η βούληση για την ύπαρξη του κόσμου ήταν προαιώνια. Το σημαντικό του Αγίου Μαξίμου είναι η διάκριση μεταξύ θελήσεως και πραγματοποιήσεως της θελήσεως του Θεού. Αν δεν τα διακρίνουμε, τότε πρέπει να πούμε ότι έχει αιωνιότητα και ο κόσμος αφού η βουλή ήταν προαιώνια (βλ. Προς Θαλάσσιον 60, Άπορα).
Επομένως διακρίναμε
 α) σκέψη του Θεού,
 β) θέληση και
 γ) πραγματοποίηση της θελήσεως του Θεού.
    Οι Νεοπλατωνικοί έβλεπαν τις σκέψεις του Θεού αιώνιες και συνδέοντας τον κόσμο με τη σκέψη περί του κόσμου έκαναν και τον κόσμο αιώνιο. Η συμβολή του Μαξίμου ήταν ότι εισήγαγε τη θέληση του Θεού. Η θέληση να κάνει τον κόσμο είναι αιώνια. Διακρίνει όμως τη θέληση από την πραγματοποίηση της θελήσεως και έτσι αρνείται την αιωνιότητα του κόσμου.
Ο Θεός έχει τις σκέψεις του, ο κόσμος έχει τα διάφορα όντα που έχουν τους λόγους των όντων. Οι λόγοι των όντων συνδέονται με το σύνολο των σκέψεων του Θεού, που είναι ο ένας Λόγος του Θεού. Έχει όμως αυτούς τους λόγους των όντων μέσα του με τη μορφή των σκέψεων του Θεού. Είναι άκτιστοι βασικά λόγοι (βέβαια το να λέμε τους λόγους άκτιστους είναι αναχρονισμός για την εποχή του αρειανισμού και των Καππαδοκών, γιατί αυτά ξεκαθαρίσθηκαν μετά την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο). Για τον Άρειο ο Λόγος βρισκόταν στην κατώτερη μοίρα, γιατί ανήκε στον κόσμο. Για τους μέχρι τον Άρειο χρόνους τον Λόγο τον τοποθετούσαν μεταξύ Θεού και κόσμου, αναλόγως του πώς ο καθένας αντιλαμβανόταν τα πράγματα. Πάντως μεταξύ Θεού και κόσμου. Η Σύνοδος της Νικαίας ήταν που μετέφερε οριστικά το Λόγο στην περιοχή του Ακτίστου. Παραμένει τώρα το τι γίνεται με τη σύνδεση των λόγων των όντων με τον Θεό. Γι' αυτό την έννοια του Λόγου δεν την ξανασυναντάμε μέχρι τον Μάξιμο. Την αποφεύγουν οι Πατέρες γιατί είναι επικίνδυνη.
Ο Μάξιμος κάνει αυτή την τολμηρή θεολογική ενέργεια να χρησιμοποιήσει την έννοια του Λόγου. Αλλά τώρα κάνει αυτή τη διάκριση. Ο Θεός έχει τον Λόγο Του, υπάρχει μια σχέση αγαπητική μεταξύ Πατρός και Υιού, μεταξύ Θεού και Λόγου. Ο κόσμος δημιουργείται εν τω Λόγω, δια του Λόγου.
Αλλά με το ότι χρησιμοποιεί την έννοια της θελήσεως πλέον για την ύπαρξη του κόσμου και όχι της κατ' ευθείαν γνωστικής προεκτάσεως των σκέψεων του Θεού στον κόσμο, αποφεύγει να πει ότι αυτή η σύνδεση είναι αναγκαστική σύνδεση. Γίνεται σύνδεση θελητική, δηλαδή σύνδεση ελεύθερη. Υπάρχει μια προαιώνια βουλή του Θεού αλλά η προαιώνια αυτή βουλή του Θεού πραγματοποιείται εν τω Λόγω, δια του Λόγου. Δηλαδή είναι βουλή, είναι θέληση και δεν είναι αναγκαία προέκταση των σκέψεων του Θεού. Θέλει ο Θεός κάποτε να δημιουργήσει τον κόσμο. Η αιώνια αυτή θέλησή Του δεν σημαίνει ότι η σκέψη Του προεκτείνεται αυτομάτως. Δεν είναι πλέον σκέψεις Του μέσα στον Νου του Θεού ο κόσμος. Γίνονται οι λόγοι των όντων, πλέον ταυτίζει τους λόγους με τα θελήματα του Θεού και όχι τις σκέψεις του Θεού. Ταυτίζονται θελήματα και λόγοι και προορισμοί. Οπότε αυτό είναι μια επανάσταση σε σχέση με τα προηγούμενα, που διευκολύνει στο να αποφύγουμε αυτή την προέκταση των σκέψεων του Θεού μέσα στον κόσμο. Διότι τα θελήματα συνεπάγονται την ελευθερία να γίνουν ή να μη γίνουν (και εκεί ακριβώς είναι η διάκριση μεταξύ πραγματοποιήσεως και μη πραγματοποιήσεως των θελημάτων). Αυτή είναι η βασική διαφορά μεταξύ μιας σκέψεως, η οποία ούτως ή άλλως πραγματοποιείται, πρέπει να πραγματοποιηθεί για να ολοκληρωθεί, και από την άλλη πλευρά του θελήματος, το οποίο επειδή είναι θέλημα δεν είναι αναγκαία συνέπεια της σκέψεως. Και επομένως το θέλημα, έστω και αν θα πραγματοποιηθεί, δεν συνδέει και δεν ταυτίζει την πραγματοποίηση με την πρόνοια, με την έννοια της σκέψεως. Το ότι το σκέφθηκε και το ότι το πραγματοποίησε, αυτά δεν ταυτίζονται, διότι ακριβώς πρόκειται περί θελημάτων.Με το να ταυτίζει τα θελήματα με τους λόγους ο Μάξιμος αποφεύγει την αναγκαιότητα της δημιουργίας. Αποφεύγει δηλαδή το να ταυτίσει τους λόγους των όντων με τις σκέψεις στο Νου του Θεού. Με άλλα λόγια φεύγουμε από τον Πλατωνισμό, φεύγουμε από τον Φίλωνα και από τον Νεοπλατωνισμό, όπου ταυτίζονται οι λόγοι των όντων με τις σκέψεις του Θεού. Με τον Μάξιμο οι λόγοι ταυτίζονται με τα θελήματα του Θεού. Εδώ είναι η βασική διαφορά, είναι το καίριο σημείο: ταυτιζόμενοι οι λόγοι με τα θελήματα και όχι με τις σκέψεις του Θεού, κάνουν τον κόσμο αποτέλεσμα της θελήσεως του Θεού και όχι της σκέψεως του Θεού. Και επειδή είναι αποτέλεσμα της θελήσεως και όχι της σκέψεως, είναι και αποτέλεσμα ελευθερίας και όχι ανάγκης.
Συγκεφαλαιώνοντας τα βασικά σημεία πρέπει να πούμε ότι η έννοια της δημιουργίας ξεκινάει από αντίδραση στον Γνωστικισμό και στον Πλατωνισμό. Στον μεν Γνωστικισμό αντιδρά η Εκκλησία με το να τονίσει την ταύτιση Δημιουργού και Πατρός και την αμεσότητα της αναμίξεως του Θεού στη δημιουργία. Στον δε Πλατωνισμό αντιδρά αφ' ενός μεν στον καθαρό Πλατωνισμό του Πλάτωνα με το να τονίσει ότι "εκ του μηδενός" σημαίνει όχι από προϋπάρχουσα ύλη, ούτε εκ προϋπαρχουσών των ιδεών, αφ' ετέρου δε στον Μέσο Πλατωνισμό και στον Νεοπλατωνισμό αντιδρά με την άποψη ότι ο κόσμος ούτε και ως σκέψη δεν υπήρχε στον Νου του Θεού αιώνια, αλλά - όπως διευκρινίζεται πλέον με τον Μάξιμο - ως θελήματα του Θεού. Επειδή δε αυτά τα βουλήματα ταυτίσθηκαν με τον Λόγο του Θεού, με τον Υιό του Θεού, με την αγαπητική σχέση, πήραν κάποια βάση οντολογική και ο κόσμος έγινε πραγματική οντότητα, χωρίς όμως να αποτελούν αναγκαιότητα για τον Θεό.

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Σεπτέµβριος 25 & 26

Σεπτέµβριος 25

Ἡ Ὁσία Εὐφροσύνη, θυγατέρα Παφνουτίου τοῦ Αἰγυπτίου
Ἦταν µοναχοκόρη καὶ πολὺ πλούσια. Ὁ πατέρας της Παφνούτιος ἦταν ὁ πλουσιότερος τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ µαζὶ µὲ τὴν σύζυγό του διακρίνονταν γιὰ τὴν θερµὴ πίστη τους στὸ Θεό. Δώδεκα χρονῶν ἡ Εὐφροσύνη ἔµεινε ὀρφανὴ ἀπὸ µητέρα, καὶ ὁ πατέρας της ἀφοσιώθηκε ἀκόµα πιὸ φιλόστοργα στὴν ἐπιµέλεια τῆς κόρης του. Ὅταν ἡ Εὐφροσύνη ἔφθασε στὸ 18ο ἔτος τῆς ἡλικίας της, ὁ πατέρας της θέλησε νὰ τὴν παντρέψει µὲ ἕνα νέο ὑψηλῆς κοινωνικῆς τάξης. Ὅµως τὴν ψυχὴ τῆς Εὐφροσύνης εἶχε καταλάβει ὁ θεῖος ἔρωτας. Ὁ γάµος καὶ οἱ κοσµικότητες θὰ τῆς ἦταν ἐµπόδιο νὰ ἀφιερωθεῖ συστηµατικὰ στὴν ἐλεηµοσύνη καὶ στὴν ὑπηρεσία τοῦ πλησίον. Γι᾿ αὐτὸ κάποια µέρα, ἀφοῦ διαµοίρασε τὰ ὑπάρχοντά της στοὺς φτωχούς, ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ σπίτι, καὶ µετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, κατέληξε µεταµφιεσµένη ἀνδρικὰ σὲ κοινόβιο ἀνδρικὸ µοναστήρι. Ἐκεῖ πῆρε τὸ ὄνοµα Σµάραγδος καὶ ὅλοι οἱ µοναχοὶ θαύµαζαν τὸν πνευµατικό της ἀγῶνα καὶ τὴν διακονία ποὺ πρόθυµα πρόσφερε σὲ ὅλους. Ἔζησε στὸ µοναστήρι 38 χρόνια. Στὸ τέλος τῆς ζωῆς της συναντήθηκε καὶ µὲ τὸν πατέρα της, ὅταν καὶ αὐτὸς ἔγινε µοναχὸς στὸ ἴδιο µοναστήρι. Ἔτσι, µὲ τὴν ζωή της ἡ Εὐφροσύνη µας ὑπενθυµίζει τὰ λόγια της Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ λένε: «ἀρνησάµενοι τὰς κοσµικὰς ἐπιθυµίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωµεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι». Δηλαδή, ἀφοῦ ἀρνηθοῦµε τὶς ἐπιθυµίες τοῦ µαταίου καὶ ἁµαρτωλοῦ αὐτοῦ κόσµου, νὰ ζήσουµε στὸν παρόντα αἰῶνα µὲ ἐγκράτεια στὴ ζωή µας, µὲ δικαιοσύνη πρὸς τοὺς συνανθρώπους µας καὶ µὲ εὐσέβεια πρὸς τὸ Θεό.

Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος
Ἦταν ὁ πατέρας τῆς Ὁσίας Εὐφροσύνης. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Βλέπε βιογραφικὸ σηµείωµα τῆς Ὁσίας Εὐφροσύνης.

 
Ὁ Ὁσιοµάρτυς Παφνούτιος ὁ ἀναχωρητὴς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ 546 µαρτυρήσαντες
Πνευµατικὸς ἀθλητὴς τῆς Αἰγυπτιακῆς ἐρήµου «ἐκ πόλεως Γεντυρίας», ποὺ πήγαινε πολλὲς φορὲς στὶς πόλεις, ὅπου διέδιδε καὶ ὑποστήριζε τὴν πίστη, καὶ ἔφερνε στὸ ἀσκητήριό του πλήθη ποὺ ζητοῦσαν ἀπ᾿ αὐτὸν πνευµατικὴ καθοδήγηση καὶ ἐνίσχυση. Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν διωγµῶν κατὰ τῶν χριστιανῶν, ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Καὶ ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι τὸν καταζητοῦσαν, δὲν προσπάθησε νὰ φύγει, οὔτε περίµενε νὰ συλληφθεῖ, ἀλλὰ µόνος του πῆγε καὶ συνάντησε τὸν ἔπαρχο Ἀρριανό. Αὐτὸς ἐξεπλάγη βλέποντας τὸν ὑψηλὸ καὶ σεβάσµιο γέροντα, τὸν ἀσθενῆ καὶ λεπτὸ καὶ ὅµως ἰσχυρό, τόσο ἰσχυρό, ὥστε νὰ ἔχει καὶ τώρα τὸ ὕφος ὄχι κάποιου κρινόµενου, ἀλλὰ κριτοῦ. Μετὰ τὶς συνηθισµένες διατυπώσεις, ὁ Παφνούτιος ἀπειλήθηκε µὲ θάνατο. Χαµογέλασε. Τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, καὶ ἐκεῖ ἔκανε χριστιανοὺς τοὺς δεσµῶτες του. Ὅταν τὸν ἔφεραν ξανὰ γιὰ ἀνάκριση, κοντὰ στὸν ποταµὸ Νεῖλο, ὅπου ἦταν ὁ Ἀρριανός, ἀνέπτυξε µὲ τόση δύναµη τὴν χριστιανικὴ πίστη, ὥστε πολυάριθµοι ψαράδες δήλωσαν τοὺς ἑαυτούς τους χριστιανούς. Καὶ ὄχι µόνο αὐτοί. Ἀλλὰ καὶ 546 συνολικὰ στρατιῶτες, µαζὶ µὲ τὸν προϊστάµενό τους Εὐσέβιο, ὁµολόγησαν τὸν Χριστὸ καὶ ἀποκεφαλίστηκαν ἐπὶ τόπου. Τὸν δὲ Παφνούτιο, ἀφοῦ τὸν ὑπέβαλαν σὲ πολλὰ βασανιστήρια, τελικὰ τὸν σταύρωσαν ἐπάνω σ᾿ ἕνα ξερὸ φοίνικα, ὅπου καὶ παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του στὸν στεφανοδότη Χριστό.

Ἀνάµνηση Μεγάλου Σεισµοῦ
Ὁ σεισµὸς αὐτὸς ἔγινε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (410). Καὶ σύµφωνα µὲ τὴν παράδοση, κατὰ τὴν ὥρα τῆς λιτανείας, στὴν Κωνσταντινούπολη, ἁρπάχτηκε στὸν ἀέρα ἕνα παιδί, γιὰ νὰ ἀποκαλύψουν οἱ Ἄγγελοι τοῦ Κυρίου τὶς λανθασµένες δοξασίες τῶν αἱρετικῶν θεοπασχιτῶν.

Οἱ Ἅγιοι Παῦλος, Τάττη καὶ τὰ παιδιὰ τοὺς Σαβινιανός, Μάξιµος, Ροῦφος καὶ Εὐγένιος
Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Δαµασκό. Ἐπειδὴ ἦταν χριστιανοὶ συλλήφθηκαν καὶ βασανίστηκαν φρικτὰ µέχρι θανάτου.

Ὁ Ἅγιος Βυζατηνός
Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Τὸν ἀναφέρει τὸ Ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο, ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν Ἀρχιµανδρίτη Κάλλιστο σελ. 112.

Ὁ Ὅσιος Σέργιος ὁ θαυµατουργὸς (Ρῶσος)

 
Ὁ Ὅσιος Θεόφιλος Ἀρχιεπίσκοπος Ἐφέσου
Ὁ Σ. Εὐστρατιάδης ἀναφέρει γιὰ τὸν ὅσιο αὐτὸ τὰ ἑξῆς: « Ἄγνωστος καθ᾿ ὁλοκληρίαν εἰς τοὺς ἐντύπους Συναξαριστάς. Ἡ µνήµη τούτου µετὰ τῆς αὐτοῦ Ἀκολουθίας, ποίηµα Θεοφάνους τοῦ Γραπτοῦ, ἀπαντᾷ ἐν τῷ Παρισινῷ Κώδικι 1619 φ. 62. Ἐκ τοῦ περιεχοµένου τῆς Ἀκολουθίας φαίνεται, ὅτι ἣν πρότερον µοναχὸς ἐν ἐρήµῳ φυγαδεύων καὶ εἴτα διὰ τὴν ἁγιωσύνην καὶ ἀρετὴν αὐτοῦ προήχθη εἰς τὴν µητρόπολιν Ἐφέσου, ἣν θεαρέστως διεκυβέρνησεν «ἐλέγχων διὰ τῶν διδαχῶν αὐτοῦ τοὺς φρενοβλαβῶς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀτιµάζοντας» ἐξ οὗ δῆλον ὅτι ἐπὶ τῶν εἰκονοµάχων ἤκµασεν ἴσως δὲ ἣν καὶ σύγχρονος Θεοφάνους τοῦ ποιητοῦ καὶ Γραπτοῦ, ὅστις καὶ τὴν τούτου Ἀκολουθίαν συνέθετο. (Ἐν τῷ Συναξαριστῇ Delehaye φέρεται ἡ µνήµη κατὰ τὴν ἡµέραν ταύτην «τοῦ ὁσίου Θεοφίλου Ἀρχιεπισκόπου Ἐφέσου τοῦ ὁµολογητοῦ» σ. 77,14). Εἰς τὸ Συνοδικὸν τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναφέρεται ἡ µνήµη τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεοφίλου ἄνευ µνείας τῆς ἐπισκοπῆς αὐτοῦ, µετὰ τοῦ Νικολάου ἀρχιεπισκόπου (ἴσως Θεσσαλονίκης, Νοεµ. 29). Εἰκάζω ὅτι περὶ τούτων πρόκειται, καίτοι περὶ τοῦ Νικολάου λέγεται, ὅτι ἐν εἰρήνῃ ἐτελειώθη. Ὁµοίως καὶ ἐν τῷ Πατµιακῷ Κώδ. 266 «µνήµη τοῦ ὁσίου Θεοφίλου ἀρχιεπισκόπου Ἐφέσου».

 Σεπτέµβριος  26

Ἡ Μετάστασις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου
Ἀρκετοὶ εἶχαν τὴν ἄποψη ὅτι ὁ Ἰωάννης δὲν πέθανε, ἀλλὰ µετατέθηκε στὴν ἄλλη ζωή, ὅπως ὁ Ἐνὼχ καὶ ὁ Ἠλίας. Ἀφορµὴ γι΄ αὐτὴν τὴν ἄποψη ἔδωσε τὸ γνωστὸ εὐαγγελικὸ χωρίο, Ἰωάννου κα΄ 22. Ὅµως, ὁ ἀµέσως ἑπόµενος στίχος κα΄ 23 διευκρινίζει τὰ πράγµατα. Ἡ παράδοση ποὺ ἀσπάσθηκε ἡ Ἐκκλησία µας εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὁ Ἰωάννης σὲ βαθειὰ γεράµατα πέθανε στὴν Ἔφεσο καὶ τάφηκε ἔξω ἀπ΄ αὐτή. Ἀλλὰ µετὰ ἀπὸ µερικὲς ἡµέρες, ὅταν οἱ µαθητές του ἐπισκέφθηκαν τὸν τάφο, βρῆκαν αὐτὸν κενό. Ἡ Ἐκκλησία µας, λοιπόν, δέχεται ὅτι στὸν ἀγαπηµένο µαθητὴ τοῦ Κυρίου συνέβη ὅ,τι καὶ µὲ τὴν Παναγία µητέρα Του. Δηλαδή, ὁ Ἰωάννης ναὶ µὲν πέθανε καὶ ἐτάφη, ἀλλὰ µετὰ τρεῖς ἡµέρες ἀναστήθηκε καὶ µετέστη στὴν αἰώνια ζωή, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος, νὰ τί λέει σχετικά: «Ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴ ζωήν, ὁ µὴ ἔχων τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὴ ζωὴν οὐκ ἔχει». Ἐκεῖνος, δηλαδή, ποὺ εἶναι ἑνωµένος µέσῳ τῆς πίστης µὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὸν ἔχει δικό του, ἔχει τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή. Ἐκεῖνος, ὅµως, ποὺ δὲν ἔχει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν του πὼς δὲν ἔχει καὶ τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή.
Οἱ Ἁγίες Πέντε Παρθένες καὶ Μονάστριες Θέκλα, Μαριαµνή, Μάρθα, Μαρία καὶ Ἐνναθᾶ
Θανατώθηκαν ἀπὸ τὸν φιλάργυρο πνευµατικό τους πατέρα Παῦλο. Εἶναι οἱ ἴδιες µὲ αὐτὲς τῆς 9ης Ἰουνίου.
Ἡ Ἁγία Χήρα :  Μαρτύρησε, ἀφοῦ θανατώθηκε µὲ µαχαῖρι.

Ὁ Δίκαιος Γεδεών
Εἶναι γνωστὸς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑµνογραφία, ποὺ παροµοιάζει τὸν Χριστὸ (τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ) σὰν δροσιὰ «ἐν τῷ πόκῳ», δηλαδὴ στὸ ἀκατέργαστο πρόβειο µαλλί.

Ἀνακοµιδὴ τῆς Τιµίας Κάρας τοῦ πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἀνδρέου
Ἀπὸ τῆς Ρώµης εἰς τὴν πόλιν τοῦ µαρτυρίου αὐτοῦ, τὰς Πάτρας (26/9/1964).