Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 31

Οἱ Ἅγιοι Κῦρος καὶ Ἰωάννης οἱ Ἀνάργυροι, καὶ ἡ Ἁγία Ἀθανασία µὲ τὶς τρεῖς θυγατέρες της Θεοδότη, Θεοκτίστη καὶ Εὐδοξία
Ὁ Ἅγιος Κῦρος, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ (292), πῆγε σὲ µοναστήρι ποὺ ἦταν στὸν Ἀραβικὸ κόλπο. Ἡ φήµη δὲ τῆς θαυµατουργικῆς χάριτος µὲ τὴν ὁποία ἦταν προικισµένος, ἔφερε σ᾿ αὐτὸν συµµοναστὴ τὸν Ἰωάννη (ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴνἜδεσσα τῆς Μεσοποταµίας), στολισµένο ἐπίσης µὲ πολλὰ πνευµατικὰ χαρίσµατα. Οἱ δυὸ Ἅγιοι, µὲ τὴν δύναµη τῆς πίστης στὸ Σωτῆρα Χριστό, γιάτρευαν θαυµατουργικὰ κάθε πάσχοντα ποὺ πήγαινε στὸ ἐρηµητήριό τους. Αὐτὸ δὲν εἶναι παράξενο, διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε: «Ἀµήν, λέγω ὑµῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐµέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ µείζονα τούτων ποιήσει». Δηλαδή, ἀλήθεια σᾶς λέω, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει σὲ µένα, τὰ ὑπερφυσικὰ ἔργα ποὺ κάνω ἐγὼ θὰ τὰ κάνει καὶ ἐκεῖνος, καὶ µάλιστα µεγαλύτερα κι ἀπὸ αὐτά. Ὅµως, ὁ Κῦρος καὶ ὁ Ἰωάννης δὲν ἦταν ἀποκλειστικὰ κλεισµένοι στὰ κελλιά τους. Ἔµαθαν ὅτι σε κάποια πόλη οἱ εἰδωλολάτρες ἔπιασαν µία χήρα γυναῖκα, τὴν Ἀθανασία, µὲ τὶς τρεῖς νεαρὲς θυγατέρες της, Θεοδότη, Θεοκτίστη καὶ Εὐδοξία, καὶ εἶχαν σκοπὸ νὰ τὶς βασανίσουν. Τότε, οἱ δυὸ Ἅγιοι ἄφοβα πῆγαν στὸν τόπο τοῦ µαρτυρίου καὶ µὲ τὰ λόγια τους ἐνδυνάµωσαν καὶ παρακίνησαν τὶς τέσσερις γυναῖκες στὸν ἀγῶνα τοῦ µαρτυρίου. Ἐξ αἰτίας ὅµως αὐτοῦ, οἱ εἰδωλολάτρες, µαζὶ µὲ τὶς γυναῖκες ἀποκεφάλισαν καὶ τοὺς δυὸ Ἁγίους.

Οἱ Ἅγιοι Οὐϊκτωρῖνος, Οὐΐκτωρ, Νικηφόρος, Κλαύδιος, Διόδωρος, Σαραπῖνος καὶ Παππίας
Ἦταν ὅλοι Κορίνθιοι καὶ ἔζησαν στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Δεκίου (249-251 µ.Χ.). Διατάχθηκαν ν᾿ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό, ἀλλ᾿ αὐτοὶ τὸν ὁµολόγησαν γενναῖα. Τότε ὁ ἀνθύπατος Τέρτιος τοὺς ὑπέβαλε σὲ φρικτὰ µαρτύρια, ποὺ µπροστὰ τοὺς οἱ Ἅγιοι ἔµειναν ἄφοβοι καὶ ἀµετακίνητοι, ἄξιοι τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τοῦ θεµελιωτῆ τῆς Ἐκκλησίας τους. Καὶ πέθαναν µὲ τὴν σειρά, κάτω ἀπὸ τὸν ὡραῖο οὐρανὸ τῆς πατρίδας τους, χωρὶς νὰ λυπηθοῦν καθόλου. Ἀντίθετα µάλιστα, χαίρονταν διότι ὁ θάνατος αὐτὸς θὰ τοὺς ἔφερνε, ἐκεῖ ὅπου λάµπει ὁ ἀνέσπερος Ἥλιος καὶ ἁπλώνονται τὰ ἀνέκφραστα καὶ ἄπειρα καὶ ἀθάνατα κάλλη καὶ θέλγητρα τῆς θείας βασιλείας. Ἔτσι οἱ µὲν Οὐΐκτωρινος, Οὐΐκτωρ καὶ Νικηφόρος πέθαναν, ἀφοῦ τοὺς συνέτριψαν τὰ µέλη, ὁ Κλαύδιος πέθανε, ἀφοῦ τοῦ ἔκοψαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, ὁ Διόδωρος ῥίχτηκε στὴ φωτιά, τοῦ Σαραπίνου ἔκοψαν τὸ κεφάλι καὶ τὸν Παππία τὸν ἔπνιξαν µέσα στὴ θάλασσα.

Ἡ Ἁγία Τρυφαίνη
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύζικο καὶ εἶχε πατέρα Συγκλητικὸ ὀνοµαζόµενο Ἀναστάσιο, µητέρα δὲ τὴν εὐσεβὴ καὶ ἐνάρετη Σωκρατία, χριστιανή. Ἔτσι ἡ κόρη ἀνατράφηκε µὲ τὴν ἐνθουσιώδη φλόγα τῆς πίστης καὶ ἔγινε ἀληθινὴ ἡρωΐδα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ γενναιότητά της φάνηκε σ᾿ ἕναν διωγµό. Γιὰ νὰ ἐνθαῤῥύνει τοὺς ἀσθενέστερους καὶ γιὰ νὰ ἀπελπίσει τοὺς εἰδωλολάτρες, παρουσιάστηκε µόνη της καὶ γνωστοποίησε ὅτι εἶναι χριστιανὴ καὶ κήρυξε τὸν βέβαιο θρίαµβο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ τόλµη της αὐτὴ τὴν ὁδήγησε στὸ µαρτύριο. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς δοκιµασίες, ποὺ ὑπέµεινε µὲ θαυµαστὴ ὑποµονή, ῥίχτηκε στὰ ἄγρια θηρία. Τότε, ταῦρος ἄγριος ὅρµησε ἐναντίον της καὶ τὴν διέσχισε, χωρὶς αὐτὴ νὰ κάνει καµιὰ κίνηση διαφυγῆς. Ἔτσι ἔνδοξα πῆρε τὸ ἀµάραντο στεφάνι τῆς αἰώνιας δόξας.

Ὁ Ἅγιος Ἠλίας ὁ Ἀρδούνης
Γεννήθηκε στὴν Καλαµάτα ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Ἔκανε τὸ ἐπάγγελµα τοῦ κουρέα καὶ εἶχε µεγάλη ὑπόληψη ἀπὸ τοὺς προεστοὺς τῆς Καλαµάτας. Μιλῶντας κάποτε σ᾿ αὐτούς, τοὺς προέτρεψε νὰ ἐνεργήσουν γιὰ νὰ ἐλαφρυνθοῦν οἱ φόροι ποὺ ἐπιβάλλουν οἱ Τοῦρκοι στοὺς χριστιανούς, διότι ἀλλιῶς κινδυνεύουν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τῶν πατέρων τους. Κατὰ τὴν συζήτηση δηµιουργήθηκε λογοµαχία καὶ ὁ Ἀρδουνης παρουσιάστηκε στὸν κριτὴ καὶ ἀπαρνήθηκε τὴν χριστιανικὴ πίστη. Ἐλεγχόµενος ὅµως ἀπὸ τὴν συνείδησή του, πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀπου µόνασε γιὰ 8 χρόνια, ἀσκούµενος στὴν ἀρετή, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν προετοιµασία γιὰ τὸ µαρτύριο. Ἐπανῆλθε λοιπὸν στὴν Καλαµάτα, παρουσιάστηκε στὸν κριτὴ καὶ ὁµολόγησε µπροστά του τὴν χριστιανικὴ πίστη. Παρὰ τὶς κολακεῖες καὶ τὰ φρικτὰ βασανιστήρια, ὁ Ἠλίας ἔµεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του. Ἔτσι στὶς 31 Ἰανουαρίου 1686, τὸν ἔκαψαν ζωντανό. Ἡ τίµια κάρα τοῦ νεοµάρτυρα αὐτοῦ, εἶναι θησαυρισµένη στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βουλκάνου τῆς Μεσσηνίας.

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Νέος ἐν Πάρῳ
Διακρίθηκε στὴν εὐσέβεια σὰν µοναχὸς καὶ τιµᾶται σήµερα στὶς Κυκλάδες ὡς Ὅσιος. Γεννήθηκε στὰ Ἰωάννινα στὶς 31 Ἰανουαρίου 1800 καὶ τὸ κατὰ κόσµον ὄνοµά του ἦταν Ἀθανάσιος. Σὲ ἡλικία ἐννέα ἐτῶν πῆγε στὶς Κυδωνιὲς τῆς Μ. Ἀσίας, ὅπου σπούδασε στὴν ἐκεῖ ὀνοµαστὴ σχολὴ τῆς πόλης, ἔχοντας διδάσκαλο τὸν Γρηγόριο Σαράφη. Τὸ 1815 ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, µαζὶ µὲ κάποιο γέροντα ἀπὸ τὴν Ζαγορά, ὀνόµατι µοναχὸς Δανιήλ, ποὺ ὑπῆρξε χειραγωγός του κατὰ τὴν παιδικὴ καὶ ἐφηβικὴ ἡλικία του, καὶ ὅπου στὴ συνέχεια ἔγινε µοναχός. Μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια οἱ δυὸ µοναχοί, ἔφυγαν καὶ ἦλθαν στὴ Μονὴ Πεντέλης καὶ ἀπὸ κεῖ στὶς Κυκλάδες. Ὁ Ἀρσένιος, κυρίως ἔδρασε στὴν Πάρο καὶ τὴν Φολέγανδρο, ὅπου δίδαξε γιὰ κάποιο διάστηµα στὴ σχολὴ ἑλληνικῶν γραµµάτων, ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Τὸ περισσότερο ὅµως τῆς ζωῆς του τὸ πέρασε στὴν Πάρο, ἀφοσιωµένος σὲ πνευµατικὰ ἔργα καὶ ἰδίως στὴν ἐξοµολόγηση. Ἀπεβίωσε, τὴν 31η Ἰανουαρίου τοῦ 1877 στὴν ἐν Πάρῳ γυναικεία Μονὴ τῆς Μεταµορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, ὅπου διετέλεσε πνευµατικὸς πατήρ. Ὁ λαός, ἰδίως τῆς Πάρου, τίµησε, τὸν Ἀρσένιο καὶ ζωντανὸ ὡς Ὅσιο, µετὰ δὲ τὸν θάνατό του ἀνηγέρθη ναΐσκος στὴν Πάρο, στὸν ὁποῖο περιλαµβάνεται ὁ τάφος του. Ἀναφέρονται δὲ καὶ θαύµατα αὐτοῦ.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 30

Οἱ Ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες
Ἡ γιορτὴ αὐτὴ καθιερώθηκε ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 11ου αἰῶνα, γιὰ νὰ σταµατήσουν οἱ φιλονικίες σχετικῶς µὲ τὸ ποιὸς εἶναι ἀνώτερος. Ὁ Μέγας Βασίλειος; ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος; ἢ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος; Στὰ νεώτερα ὅµως χρόνια καθιερώθηκε ὡς ἑορτὴ τῶν Γραµµάτων καὶ γενικὰ τῆς Παιδείας. Τὸ ἠθικὸ καὶ πνευµατικὸ τάλαντο τοῦ καθενὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς δὲν ἦταν, βέβαια, ἐντελῶς τὸ ἴδιο. Φιλοσοφικότερος καὶ ἀλύγιστος στὴν ἄµυνα ὁ Βασίλειος. Θεολογικότερος καὶ ποιητικότερος ὁ Γρηγόριος. Εὐγλωττότερος καὶ ἡγέτης τολµηρότατος ὁ Χρυσόστοµος. Ἀλλὰ καὶ οἱ τρεῖς εἶχαν σὲ µεγάλο βαθµὸ εἰλικρινῆ καὶ θερµὴ πίστη, ὑπέρλαµπρη εὐγλωττία, µεγάλη παιδεία, πλήρη ἀφοσίωση στὴ σηµαία τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀγάπη στὸ ποίµνιο, ἀφοβία στοὺς ἄρχοντες, ἀνεξάντλητη φιλανθρωπία, διαρκὴ νηφαλιότητα, ἄµεπτη σωφροσύνη, συνεχὴ ἀγῶνα γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν καὶ τὸ θρίαµβο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Βασίλειος, ὁ Γρηγόριος καὶ ὁ Χρυσόστοµος λάµπουν µέσα στοὺς αἰῶνες καὶ ἀποδεικνύουν ὅτι τὰ µεγάλα πνεύµατα γνωρίζουν νὰ συνδέουν τὴν ἐφήµερη σοφία τοῦ κόσµου µὲ τὴ βαθύτερη καὶ ἀληθινὴ πίστη στὸ Σωτῆρα µας Χριστό. Ὁ δὲ Ἑλληνισµὸς ἔχει ἀθάνατο καύχηµα τὸ ὅτι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα του βγῆκαν αὐτοὶ οἱ µεγάλοι φωστῆρες. Οἱ κυρίως µνῆµες τους εἶναι: τοῦ Μ. Βασιλείου 1 Ἰανουαρίου, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόµου 13 Νοεµβρίου καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου 25 Ἰανουαρίου.

Οἱ Ἅγιοι Ἱππόλυτος πάπας Ῥώµης, Κενσουρῖνος, Σαβῖνος (ἢ Σαβαΐνος), Χρυσή (ἢ Αὔρα), Φῆλιξ, Μάξιµος, Ἐρκούλιος (ἢ Ἐρκουλῖνος), Βενέριος, Στυράκιος, Μηνᾶς, Κόµοδος, Ἑρµῆς, Μαῦρος, Εὐσέβιος, Ῥούστικος, Μονάγριος, Ἀµανδῖνος, Ὀλυµπῖνος (ἢ Ὀλύµπιος), Κύπρος, Θεόδωρος τριβούνιος, Μάξιµος πρεσβύτερος, Ἀρχέλαος διάκονος, Κυριακὸς (ἢ Κυρῖνος) ἐπίσκοπος, Μάξιµος ἄλλος πρεσβύτερος Πάπας Ῥώµης µὲ τὸ ὄνοµα Ἰππόλυτος οὐδέποτε ὑπῆρξε. Ἴσως ὁ Ἰππόλυτος αὐτὸς νὰ ἦταν τοποτηρητὴς τοῦ θρόνου πρὸ τῆς ἀναῤῥήσεως, στὸν θρόνο, τοῦ Φήλικος. Ὅλοι πάντως µαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκράτορος Κλαυδίου τοῦ Β΄ (268-9 µ.Χ.). Ἰδιαίτερα ἀναφέρεται τὸ µαρτύριο τῆς Ἁγίας Χρυσῆς.

Ἡ Ἁγία Χρυσή
Καταγόταν ἀπὸ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια, καὶ µαρτύρησε στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Κλαυδίου. Ὅταν συνελήφθη ἀπ΄ τοὺς εἰδωλολάτρες, στὴν ἀρχὴ ἄνοιξαν τὶς πλευρές της καὶ ἔκαψαν τὶς πληγές της µὲ ἀναµµένες λαµπάδες. Ἔπειτα ἔσπασαν µὲ πέτρες τὰ σαγόνια της, καὶ µὲ µολύβδινα σφαιρίδια τὴν ῥάχη της. Ἀλλ᾿ αὐτή, ἂν καὶ κατατραυµατισµένη καὶ ἐνῷ πέθαινε, ὁµολογοῦσε τὴν πίστη της. Ἡ δὲ θηριωδία τῶν φονέων της ἦταν τέτοια, ποὺ ἀφοῦ ἔθεσαν στὸ λαιµό της µεγάλη πέτρα, τὴν ἔριξαν στὸν βυθὸ τῆς θάλασσας. Ἀλλὰ τί κι ἂν τὸ σῶµα της ἐξαφανίστηκε ἀπ΄ τὰ νερά, ἡ µνήµη της παρέµεινε αἰώνια καὶ ἀθάνατη, περισσότερο χρυσὴ ἀπὸ τὸ λαµπρότατο ὄνοµά της.

Ὁ Ἅγιος Θεόφιλος ὁ Νέος
Ὑπῆρξε στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Κωνσταντίνου καὶ Εἰρήνης (780-795). Γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἔγινε στρατηγὸς καὶ τοποθετήθηκε στὸ «θέµα» τῶν Κιβυραιωτῶν µὲ ἕδρα τὴν Κιβύρα τῆς Μ. Ἀσίας. Σὲ µία ναυµαχία µὲ τοὺς Σαρακηνούς, οἱ δυὸ ἄλλοι στρατηγοὶ ποὺ τὸν συνόδευαν, ἐπειδὴ τὸν φθονοῦσαν, τὸν ἐγκατέλειψαν µὲ ἀποτέλεσµα νὰ συλληφθεῖ ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς αἰχµάλωτος. Τὸν µετέφεραν στὰ µέρη τους καὶ τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Κατόπιν τὸν ἔβγαλαν καὶ µὲ κολακεῖες καὶ ἀπειλὲς τὸν παρακινοῦσαν ν΄ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἐπειδὴ ὅµως ὁ Θεόφιλος ἀρνήθηκε σταθερὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πίστη του, τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ ἐκ Μυτιλήνης
Ἦταν ἔγγαµος µὲ παιδιά. Κάποτε στὴ Μυτιλήνη βρέθηκε σὲ κατάσταση ὀργῆς καὶ ἔγινε Μωαµεθανός. Κάποτε ὅµως συνῆλθε, συναισθάνθηκε τὸ ἁµάρτηµά του καὶ πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ ἔζησε γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστηµα, κοινώνησε τῶν ἀχράντων µυστηρίων καὶ προετοιµάστηκε γιὰ τὸ µαρτύριο. Ἐπανῆλθε λοιπὸν στὴ Μυτιλήνη, παρουσιάστηκε στὸν κριτή, µὲ τόλµη ὁµολόγησε τὸν Χριστὸ καὶ δήλωσε ὅτι ἡ µουσουλµανικὴ θρησκεία εἶναι ψεύτικη. Ὁ κριτὴς ἀµέσως ἐξέδωσε ἀπόφαση, νὰ θανατωθεῖ ὁ µάρτυρας µὲ ἀγχόνη καὶ κατόπιν τὸν παρέδωσε σ΄ ἄλλον ἄρχοντα, τὸν Ναζὶρ Ὀµὲρ ἀγά, ποὺ προσπάθησε µὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις νὰ τὸν µεταπείσει. Ὁ Ἅγιος ὅµως πρόβαλλε ἀκατάβλητο φρόνηµα καὶ µετὰ ἀπὸ φρικτὰ βασανιστήρια, ὁδηγήθηκε στὸν τόπο τῆς ἐκτέλεσης, ὅπου ἀφοῦ πρῶτα φίλησε τὸ σχοινὶ τῆς ἀγχόνης, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ ἔτσι δέχτηκε τὸ στεφάνι τῆς νίκης στὶς 30 Ἰανουαρίου 1784. Τὸ τίµιο λείψανό του ῥίχτηκε στὴ θάλασσα, ἀλλὰ βρέθηκε ἀργότερα καὶ τάφηκε µὲ τιµὲς στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόµου στὴ θέση Μόθονα, ἀπ΄ ὅπου ἀργότερα, ἄγνωστο πὼς καὶ ἀπὸ ποιούς, ἐξαφανίστηκε.

Τῆς Παναγίας Θεοτόκου, πέραν τῆς Γωργίας
Ἀνάµνησις εὑρέσεως ἐν Τήνῳ τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Εὐαγγελιστρίας τὸ 1823

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 29

Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου
Ἡ γιορτὴ τῆς µνήµης του εἶναι ὀτις 20 Δεκεµβρίου. Ἐδῶ γιορτάζουµε τὴν µνήµη τῆς ἀνακοµιδῆς τῶν Ἱερῶν Λειψάνων του, ἀπὸ τὴν Ῥώµη, ὅπου οἱ Χριστιανοὶ τὰ περισυνέλεξαν ἀπὸ τὸν Ἱππόδροµο καὶ τὰ µετέφεραν στὴν Ἀντιόχεια (Α´ ἀνακοµιδὴ µᾶλλον τὸ ἴδιο ἔτος τοῦ µαρτυρίου του δηλ. τὸ 107 µ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος, ὅµως, εἰδικὰ γιὰ τὴν σηµερινὴ γιορτὴ τῆς ἀνακοµιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου ἀπὸ τὴν Ῥώµη στὴν Ἀντιόχεια, ἔκανε λόγο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο παραθέτουµε ὁρισµένα ἀποσπάσµατα σὲ µετάφραση. «Ὁ Ἰγνάτιος ἔτρεξε πρὸς τὸν θάνατο µὲ τόση µεγάλη προθυµία, µὲ ὅση φυσικὸ ἦταν νὰ τρέχει ἔκεινος ποὺ καλεῖται στὰ οὐράνια ἀνάκτορα. Καὶ ἔτσι, ὁ λαὸς µάθαινε ἀπὸ τὴν προθυµία καὶ τὴν ὑπερβολικὴ χαρὰ ἐκείνου, ὅτι δὲν ἦταν θάνατος ἐκεῖνος πρὸς τὸν ὁποῖο ἔτρεχε, ἀλλὰ κάποια ἀποδηµία καὶ µετάθεση καὶ ἀνάβαση πρὸς τὸν οὐρανό. Δίδασκε ἔτσι, σ᾿ ὅλους ποὺ τὸν παρακολουθοῦσαν νὰ περιφρονοῦν τὴν παροῦσα ζωή, νὰ ἐπιθυµοῦν τὰ µελλοντικὰ καὶ ν᾿ ἀποβλέπουν στὸν οὐρανό, καὶ νὰ µὴ δίνουν σηµασία στὰ κακά της παροῦσας ζωῆς. Τέτοιοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἐρωτευµένοι· ὅ,τι κι ἂν πάσχουν ὑπὲρ ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦν, τὸ δέχονται µὲ εὐχαρίστηση. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ µ᾿ αὐτόν. Ἔσπευδε νὰ µιµηθεῖ τοὺς Ἀποστόλους ὄχι µόνο στὸ θάνατο, ἀλλὰ καὶ στὴν προθυµία, γι᾿ αὐτὸ ἔλεγε: «Θὰ ὠφεληθῶ ἀπὸ τὰ θηρία». Καὶ θεωροῦσε τὰ στόµατα αὐτῶν πολὺ πιὸ ἡµέρα ἀπὸ τὴν γλῶσσα τοῦ τυράννου. Καὶ πολὺ σωστά. Διότι ἐκείνη τὸν καλοῦσε στὴ γέεννα, ἐνῷ τὰ στόµατα τῶν θηρίων τὸν ἔστελναν στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» 1. 1.37ος τόµος Ε.Π.Ε.Οἱ Ἅγιοι Φιλόθεος, Ὑπερέχιος, Ἄβιβος, Ἰουλιανός, Ῥωµανός, Ἰάκωβος καὶ Παρηγόριος οἱ ἐν Σαµοσάτοις τελειωθέντες.Ἦταν καὶ οἱ ἑπτά τους ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ἐκείνους ἥρωες, ποὺ µποροῦσαν νὰ διατηρήσουν τὴν σταθερότητά τους, ἀπέναντι ὅλων τῶν δυνάµεων τοῦ κόσµου. Ὅταν τοὺς συνέλαβαν οἱ εἰδωλολάτρες, στὴν ἀρχὴ µὲ βαριὰ ῥόπαλα ἔσπασαν τοὺς µηροὺς καὶ τοὺς βραχίονές τους. Καὶ τέλος τοὺς σκότωσαν µὲ θηριώδη τρόπο, ἀφοῦ διαπέρασαν τὰ κεφάλια τους µὲ καρφιά. Τὴ φρίκη αὐτοῦ τοῦ θανάτου, εἶναι ἀδύνατο νὰ φαντασθεῖ ἢ νὰ περιγράψει κανείς. Καὶ ὅµως, ἐκεῖνοι γενναιόψυχοι καὶ ὁµόψυχοι, τὸν ὑπέστησαν µὲ ὅλο τὸν ἡρωϊσµὸ καὶ παρέδωσαν τὶς ψυχές τους φωνάζοντας ὁ καθένας τους µέχρι τελευταίας στιγµῆς σὲ κάθε νέο κτύπηµα καρφιοῦ «ΕΙΜΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ».

Οἱ Ἅγιοι Σιλουανὸς ἐπίσκοπος, Λουκᾶς διάκονος καὶ Μώκιος ἀναγνώστης
Ἦταν καὶ οἱ τρεῖς στὴν πόλη τῶν Ἐµεσηνῶν της Κοίλης Συρίας, στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Νουµεριανοῦ (284).Ὅταν λοιπὸν τοὺς εἶπαν νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό, αὐτοὶ µεγαλόφωνα ἐπανέλαβαν τὴν ὁµολογία τους, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ τοὺς µαστιγώσουν σκληρὰ καὶ νὰ τοὺς φυλακίσουν. Ὅταν µετὰ ἀπὸ µέρες, ἐξαντληµένους, τοὺς ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ τοὺς ἐξέτασαν γιὰ νὰ δοῦν ἂν ἔχει καµφθεῖ τὸ φρόνηµά τους, ἀποδείχθηκε ὅτι οἱ τρεῖς Ἅγιοι παρέµειναν ἀκλόνητοι καὶ ἀλύγιστοι. Τότε τὰ ἴδια µαρτύρια ἐπαναλήφθηκαν, ἀλλὰ καὶ πάλι χωρὶς ἀποτέλεσµα. Τότε τοὺς ἔφεραν στὸ ἀµφιθέατρο, ὅπου γίνονταν θηριοµαχίες, γιὰ νὰ βροῦν ἐκεῖ τροµερὸ θάνατο ἀπὸ τὰ πεινασµένα θηρία. Τὰ λείψανά τους τὰ παρέλαβαν οἱ χριστιανοὶ καὶ τὰ ἔθαψαν µὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ ἀγάπη. (Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδηµου καθὼς καὶ στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 ἡ µνήµη τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ ἐπαναλαµβάνεται καὶ τὴν 6η Φεβρουαρίου µαζὶ µὲ τοὺς µάρτυρες Φαῦστο καὶ Βασίλειο).

Οἱ Ἅγιοι Σορβῆλος καὶ Βεβαία οἱ αὐτάδελφοι
Ἔζησαν στὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰῶνα µ.Χ. (110). Ὁ Σόρβηλος, Ἱερέας τῶν εἰδώλων προηγούµενα, εἶχε προσέλθει στὸν Χριστιανισµό, ἀφοῦ κατηχήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ἔδεσσας Βαρσιµαῖο. Μαζὶ µ᾿ αὐτὸν δέχτηκε τὴν θρησκεία τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ζωῆς καὶ ἡ ἀδελφὴ τοῦ Βεβαία. Ὁ ἔπαρχος Λυσίας ὅταν τὸ πληροφορήθηκε, τοὺς ὑπέβαλε σὲ σειρὰ ὠµοτάτων µαρτυρίων. Ἀλλὰ τὰ µαστίγια, οἱ ἀναµµένες λαµπάδες καὶ τὸ γδάρσιµο τοῦ δέρµατος δὲν µπόρεσαν νὰ ἰσχύσουν ἀπέναντι στὴν ἀκλόνητη πίστη τους. Τέλος τοὺς ἀποκεφάλισαν καὶ τὸ αἷµα τους, τοὺς κάλυψε λαµπρότερο ἀπὸ κάθε βασιλικὴ πορφύρα.

Ὁ Ἅγιος Βαρσιµαῖος ὁ Ὁµολογητὴς ἐπίσκοπος Ἐδέσσης
Ὁ Βαρσιµαῖος, ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος Ἐδέσσης,ὅπως εἴπαµε πιὸ πάνω, ἔφερε στὴ θρησκεία τῆς Ἀλήθειας καὶ τῆς Ζωῆς, δηλαδὴ τὸν Χριστιανισµό, τοὺς ἁγίους µάρτυρες Σόρβηλο καὶ τὴν ἀδελφή του Βεβαία. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ λοιπόν, καταγγέλθηκε στὸν ἡγεµόνα Ἐδέσσης Λυσία καὶ ἀφοῦ ὁµολόγησε τὸν Χριστό, µαστιγώθηκε καὶ ῥίχτηκε στὴ φυλακή. Ἀλλὰ στὸ διάστηµα αὐτό, ἔπαψε µὲ βασιλικὸ διάταγµα ὁ διωγµὸς τῶν Χριστιανῶν. Ἔτσι ὁ Βαρσιµαῖος βγῆκε ἀπὸ τὴν φυλακή, γύρισε στὴν Μητρόπολή του καὶ ἀφοῦ ἔζησε κατὰ πάντα θεάρεστα, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Ἀφραάτης
Ὁ Ὅσιος Ἀφραάτης ἦταν Πέρσης στὴν καταγωγὴ καὶ ἔζησε στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Οὐάλη (370 µ.Χ.), καὶ πρὶν ἦταν εἰδωλολάτρης. Ἔγινε χριστιανὸς στὴν Ἔδεσσα καὶ κατόπιν πῆγε καὶ µόνασε σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐρηµητήρια ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Ὅταν ὁ ἀρειανὸς Οὐάλης ἐξόρισε τὸν ὀρθόδοξο κλῆρο τῆς Ἀντιόχειας καὶ πολλὲς πιέσεις ἀνάγκαζαν τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ἀσπάζονται τὸν ἀρειανισµό, ὁ Ἀφραάτης ἄφησε τὸ ἐρηµητήριό του, ἦλθε στὴν πόλη, ὅπου ἄφοβα καὶ µὲ ζῆλο ἐνθάῤῥυνε καὶ παρηγοροῦσε τὰ πλήθη καὶ τὰ στήριζε στὴν Ὀρθοδοξία. Τέτοιες ὑπηρεσίες, πολλὲς πρόσφερε ὁ Ἄφραατης στὴν πίστη. Τελείωσε τὴν ζωή του, ὑπηρετῶντας µὲ ἀφοσίωση τὸ Εὐαγγέλιο.

Ὁ Ὅσιος Ἀκεψιµᾶς
Ἔζησε ἀσκητικὰ καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Δηµήτριος ὁ Χιοπολίτης
Γεννήθηκε στὸ Παλιόκαστρο τῆς Χίου τὸ 1780, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, τὸν Ἀποστόλη καὶ τὴν Μαρουλού. Σὲ νεαρὴ ἡλικία, ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐργαζόταν κοντὰ στὸν ἐκεῖ ἐγκατεστηµένο ἀδελφό του Ζαννῆ, ποὺ ἦταν ἔµπορος. Ἀργότερα, ἀῤῥαβωνιάστηκε κάποια νέα, καὶ ἐπειδὴ δὲν πῆρε τὴν συγκατάθεση τοῦ ἀδελφοῦ του, τὸν ἔδιωξε ἀπὸ τὸ κατάστηµά του. Ἔπεσε σὲ µεγάλη φτώχεια καὶ θυµήθηκε ὅτι ὁ Σεΐχ- ουλ- ισλάµης ὄφειλε στὸν ἀδελφό του κάποιο ποσὸν ἀπὸ ἀγορά, ἐπὶ πιστώσει, ὑφασµάτων. Ἔτσι πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Τούρκου γιὰ νὰ εἰσπράξει τὸ ποσὸ αὐτό, γιὰ νὰ τὸ χρησιµοποιήσει ὁ ἴδιος. Ἐκεῖ ὅµως τὸν περιποιήθηκε κάποια νεαρὴ µωαµεθανίδα, ποὺ τὸν ἐρωτεύθηκε καὶ τοῦ δήλωσε ὅτι γιὰ νὰ τὴν παντρευτεῖ ἔπρεπε νὰ γίνει Μωαµεθανὸς ἢ νὰ πεθάνει. Ὁ Δηµήτριος αἰφνιδιάστηκε, δέχτηκε τὶς προτάσεις τῆς µουσουλµανίδας καὶ παρέµεινε στὸ σπίτι αὐτὸ δυὸ µῆνες σὰν ἐξωµότης. Ὅταν ὅµως συνῆλθε, δραπέτευσε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πῆγε στὴ συνοικία τοῦ Σταυροδροµίου, ὅπου κρύφτηκε σὲ µία χριστιανικὴ οἰκογένεια. Συγχρόνως εἰδοποιήθηκε ὁ ἀδελφός του Ζαννῆς καὶ πῆγε νὰ τὸν συναντήσει. Ὁ Δηµήτριος ἐξοµολογήθηκε στὸν πνευµατικὸ τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ ἔστειλε ἐπιστολὴ στὸν πατέρα του στὴ Χῖο, ὅπου ἐξιστοροῦσε ὅλα τὰ γεγονότα καὶ τὸν πόθο του νὰ µαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Ἀφοῦ λοιπὸν κοινώνησε τῶν ἀχράντων µυστηρίων, παρουσιάστηκε στὸν Τοῦρκο Διοικητὴ καὶ ὁµολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Οἱ Χιῶτες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, µάζεψαν χρήµατα γιὰ νὰ τὸν ἀπελευθερώσουν, ἀλλ᾿ ὁ Δηµήτριος τοὺς ἐπετίµησε καὶ τοὺς συνέστησε νὰ προσεύχονται γιὰ νὰ τελειώσει τὴν ζωή του µαρτυρικὰ γιὰ τὴν πίστη. Παρὰ τὶς κολακεῖες τῶν Τούρκων καὶ τὶς παρακλήσεις ἐκείνης τῆς µουσουλµανίδας, ὁ Δηµήτριος παρέµεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του. Ἔτσι, µετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, ἀποκεφαλίστηκε στὶς 29 Ἰανουαρίου 1802. Τὸ λείψανό του παρέλαβαν οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὸ ἔθαψαν µὲ εὐλάβεια σ᾿ ἕνα µοναστήρι στὸ νησὶ Πρώτη.

Ὁ Ἅγιος Gildas the wise
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων» τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 28

Ὁ Ὅσιος Ἐφραίµ, ὁ Σύρος
Ἀσκητὴς µὲ πολλὴ ἁπλότητα, ἐγκράτεια καὶ ἐνθουσιώδη πίστη. Προικισµένος µὲ πλουσιότατη καὶ φλογερώτατη φαντασία, ἐξασκοῦσε µεγάλη ἐπιῤῥοὴ στοὺς συµπολῖτες του. Ὁ Ἐφραὶµ γεννήθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα, στὴ Νισίβη τῆς Συρίας. Διδάσκαλο εὐτύχησε νὰ ἔχει τὸν ἐπίσκοπο Ἰάκωβο, ἄνδρα µεγάλης θεολογικῆς παιδείας, ποὺ τὸν χειροτόνησε διάκονο. Ἀλλ΄ αὐτὸς παραδίδεται ὁλοκληρωτικὰ στὶς µελέτες του καὶ δὲ θέλησε νὰ προβιβασθεῖ σὲ ἀνώτερο ἀξίωµα. Διότι θεωρεῖ σπουδαιότερο αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιµος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἐλέγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισµένος». Δηλαδή, ὅλη ἡ Γραφὴ ἔχει ἐµπνευσθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό. Γι΄ αὐτὸ εἶναι ὠφέλιµη νὰ διδάσκει τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐλέγχει τὶς πλάνες, νὰ διορθώνει αὐτοὺς ποὺ ἁµαρτάνουν, νὰ παιδαγωγεῖ στὴν ἀρετή, καὶ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι τέλειος, καταρτισµένος σὲ κάθε ἔργο ἀγαθό. Ἔτσι, µ΄ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ Ἐφραὶµ ἀπέκτησε ξεχωριστὴ θέση στὴν ἐκκλησιαστικὴ κίνηση τοῦ ἔθνους του. Ἦταν ὁ περίφηµος ῥήτορας, ὁ βαθὺς καὶ φλογερὸς συγγραφέας. Ὀνοµάστηκε προφήτης τῶν Σύρων, στῦλος τῆς Ὀρθοδοξίας, στόµα καὶ κιθάρα τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ὁ Ἐφραὶµ πέθανε τὸ 379 (κατ΄ ἄλλους τὸ 373 στὴν Ἔδεσσα τῆς Συρίας) ἀφοῦ ἄφησε µεγάλο συγγραφικὸ ἔργο.

Ὁ Ὅσιος Ἰσαάκ, ὁ Σύρος
Ἐπίσκοπος Νινευί (+ 6ος αἰ.).

Ὁ Ὅσιος Παλλάδιος
Μέγας ἀσκητὴς ὁ Παλλάδιος, ἔκτισε ἕνα µικρὸ κελὶ σ΄ ἕνα βουνὸ ποὺ ὀνοµαζόταν Ἴµµαι (ἢ Ἤµµη). Ἐκεῖ, µὲ πολλὴ ἀγρυπνία, νηστεία καὶ συνεχῆ προσευχή, ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ θαυµατουργεῖ. Κάποτε µάλιστα, βρέθηκε µπροστὰ στὴν πόρτα του κάποιος ἔµπορος σφαγµένος, ποὺ τὸν εἶχε σφάξει καὶ ληστέψει κάποιος λῃστής. Τότε ὅλοι καταδίκασαν τὸν Παλλάδιο, σὰν φονιὰ τοῦ ἐµπόρου. Ὁ Παλλάδιος, ὅµως, προσευχήθηκε καὶ ἀνέστησε τὸν ἔµπορο ποὺ ἀµέσως ἔδειξε τὸν ἀληθινὸ φονιά, ποὺ ἦταν µάλιστα ἀνάµεσα σ΄ αὐτοὺς ποὺ κατηγοροῦσαν τὸν Παλλάδιο. Τὸ θαῦµα αὐτὸ ἔκανε ν΄ ἀποκτήσει ὁ Παλλάδιος φήµη ἁγίου ἀνδρὸς σ΄ ὅλα τὰ περίχωρα. Ἔτσι λοιπόν, θεοσεβῶς, ἀφοῦ ἔζησε ὁ Παλλάδιος, εἰρηνικὰ τελείωσε τὴν ἐπίγεια ζωή του. (Κατὰ τὸν Παρισινὸ Κώδικα 259, καθὼς καὶ σὲ ὁρισµένους Λαυριωτικούς, ἡ µνήµη του φέρεται καὶ κατὰ τὴν 27η Νοεµβρίου).

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ὁ Ἀσκητὴς
Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ἐγκατέλειψε τὸν κόσµο καὶ παρέµεινε γιὰ 20 χρόνια κλεισµένος µέσα σὲ µία σπηλιὰ κοντὰ στὴν κωµόπολη Πορφυριανή, αὐστηρὰ ἀσκούµενος. Στὸ διάστηµα αὐτό, προσῆλθε στὸν ὅσιο µία πόρνη καὶ τὸν βίαζε νὰ ἁµαρτήσει µαζί της. Ὁ Ὅσιος µε διακριτικὸ τρόπο τῆς ὑπενθύµισε τὴν µέλλουσα κρίση καὶ ἔτσι κατόρθωσε νὰ τὴν ἐπαναφέρει στὸ δρόµο τῆς θεογνωσίας. Κάποτε ὅµως θεράπευσε ἀπὸ τὸ δαιµόνιο µία νεαρὴ κόρη καὶ ὁ πατέρας της τὴν ἄφησε κοντά του γιὰ νὰ µὴ ἐπανέλθει ἡ ἀῤῥώστια. Τότε ὁ ἀσκητὴς ἡττήθηκε. Διέφθειρε τὴ νεαρὴ κόρη καὶ κατόπιν τὴν σκότωσε µὲ τὸν ἀδελφό της. Τὰ πτώµατά τους τὰ ἔριξε στὸ ποτάµι. Ἡ συνείδησή του ὅµως τὸν ταρακούνησε καὶ συναισθάνθηκε τὸ ἀνοσιούργηµά του. Τότε κλείστηκε µέσα σ΄ ἕναν τάφο, ὅπου ἔκλαιγε καὶ προσευχόταν νυχθηµερὸν καὶ ἔχυνε δάκρυα µετανοίας. Ὁ Θεὸς γιὰ νὰ δείξει στὸν Ἰάκωβο ὅτι τὸν συγχώρεσε γιὰ τὴν πραγµατική του µετάνοια, φάνηκε στὸ ὄνειρο τοῦ ἐπισκόπου τῆς περιοχῆς καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάει νὰ παρακαλέσει τὸν Ἰάκωβο νὰ προσευχηθεῖ γιὰ νὰ βρέξει, διότι ὁ τόπος εἶχε µεγάλη ἀνοµβρία. Πρᾶγµα ποὺ ἔγινε. Αὐτὸ ἐνθάῤῥυνε τὸν Ἰάκωβο καὶ ἐντονότερα ἀσκούµενος ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος
Ἐπιφανὴς θεολόγος καὶ µέγας διδάσκαλος τοῦ Γένους, ἀπὸ τοὺς πολυγραφότερους καὶ σπουδαιότερους συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς του. Γεννήθηκε στὸ Κῶστο τῆς Πάρου τὸ 1721/2 καὶ πέθανε στὰ Ῥευστὰ Χίου τὸ 1813. Τὴν πρώτη παιδεία ἔλαβε στὴ γενέτειρά του καὶ συνέχισε στὴ Σµύρνη κοντὰ στὸν Ἰερόθεο Δενδρινὸ καὶ τὸν ἰατροφιλόσοφο Χριστόδουλο. Τὸ 1752 ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ γράφτηκε στὴν περιώνυµη Ἀθωνιάδα Σχολή, ποὺ διηύθυνε ὁ Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης καὶ ἀργότερα ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης. Μαθήµατα ἄκουσε ἀργότερα στὴν Κέρκυρα καὶ ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Θεοτόκη. Μὲ παράκληση τοῦ Παν. Παλαµᾶ ἦρθε στὸ Μεσολόγγι, ἀλλὰ µετακλήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ διδάξει (1767-1770). Ἀπὸ τὴν Ἀθωνιάδα Σχολή, ὅπου κλήθηκε γιὰ νὰ διδάξει, ἀναγκάστηκε νὰ ἀποχωρήσει ἐξαιτίας τῆς ἀναµίξεώς του στὶς ἔριδες τῶν Κολλυβάδων. Ἔφτασε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἀνέλαβε τὴν διεύθυνση τῆς ἐκεῖ Σχολῆς µέχρι τὸ 1786. Ἐπιθυµῶντας νὰ ἐπιστρέψει στὴν Πάρο, ἀναχώρησε στὰ τέλη τοῦ 1786 ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, ἀλλὰ τελικὰ βρέθηκε στὴ Χῖο. Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς τῆς Χίου κατόρθωσε νὰ τὴν διευρύνει καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσει σὲ µεγάλη ἀκµὴ (1788-1811). Σὲ ἡλικία 90 περίπου χρόνων ἀποσύρθηκε στὸ µονίδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ῥευστῶν, ὅπου πέθανε στὶς 24 Ἰουνίου 1813. Ὁ Ἀθανάσιος ἀνήκει στὴ µεγάλη χορεία τῶν διδασκάλων τοῦ Γένους ποὺ µὲ ὅλη τους τὴν δύναµη ἐργάστηκαν ἀκαταπόνητα γιὰ τὴν µόρφωσή του. Πρέπει ὅµως νὰ σηµειωθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ Πάριος διδάσκαλος ἦταν πολέµιος τῶν νέων ἰδεῶν τοῦ Διαφωτισµοῦ καὶ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, σὲ τέτοιο µάλιστα βαθµό, ὥστε νὰ ξεσηκώσει τὴ σφροδρότατη διαµαρτυρία τοῦ Κοραῆ. Τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ Ἀθανασίου καλύπτει εὐρύτατο χῶρο τῆς θεολογικῆς καὶ τῆς θύραθεν ἐπιστήµης. Τὰ ἔργα του, ἐκδοθέντα καὶ ἀνέκδοτα, θὰ µποροῦσαν νὰ καταταγοῦν στὶς παρακάτω γενικὲς κατηγορίες: Ἀπολογητικά, Ἱστορικοδογµατικά, Λειτουργικά, Ὑµνολογικά, Φιλοσοφικά, Παιδαγωγικά, Ποιητικά, Βιογραφίες, Ὁµιλίες, Λόγοι, Ἐπιστολὲς κ.ἄ. Ἀπὸ τὰ πιὸ σπουδαία εἶναι τὰ παρακάτω: Ἀντιπάπας (1785)· ἐξυµνεῖ τὸ ἔργο τοῦ Μάρκου Εὐγενικοῦ καὶ κατακρίνει τὶς καινοτοµίες τῶν Λατίνων, Χριστιανικὴ ἀπολογία (1798) καταπολεµᾷ τὶς ἀρχὲς τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καὶ γράφτηκε µὲ ἀξίωση τοῦ Γρηγορίου Ε΄. Μεταφράστηκε στὴ Ῥουµανική. Ἀλεξίκακον φάρµακον ἤτοι πνευµατικὸν ἐγχειρίδιον, γράφτηκε ἐναντίον τῶν ἰδεῶν τοῦ Βολταίρου, Πατρικὴ διδασκαλία (1798), ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν Ἄνθιµο Ἱεροσολύµων. Προκάλεσε τὴν σφοδρότατη διαµαρτυρία τοῦ Κοραῆ, ποὺ ἀπάντησε µὲ τὸ ἔργο Ἀδελφικὴ διδασκαλία (1798), «Ἀντιφώνησις πρὸς τὸν παράλογον ζῆλον τῶν ἀπὸ Εὐρώπης ἐρχοµένων φιλοσόφων, δεικνύουσα ὅτι µάταιος καὶ ἀνόητος εἶναι ὁ ταλανισµὸς ὅπου κάµνουσι τοῦ Γένους µας καὶ ἡ διδάσκουσα ὁποία εἶναι ἡ ὄντως καὶ ἀληθινὴ φιλοσοφία...», ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1802 µὲ τὸ ψευδώνυµο Ναθαναὴλ Νεοκαισαρεύς. Ἄλλα ἔργα τοῦ Ἀθανασίου εἶναι: Ἐπιτοµὴ γραµµατικῆς τοῦ κυροῦ Νεοφύτου ἐκείνου (1787), Ῥητορικὴ πραγµατεία, Στοιχεῖα µεταφυσικῆς.

Οἱ Ἁγίες Μητέρα καὶ Θυγατέρα
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Ἡ Ἁγία Χάρις
Μαρτύρησε ἀφοῦ τῆς ἔκοψαν τὰ πόδια.

Μνήµη ὅλων τῶν Ἐρηµιτῶν
Ἡ µνήµη τους σύµφωνα µὲ τὸ Ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο.

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ὁ Ἰβηροσκητιώτης
(Βλ. βιογραφία του τὴν 1η Νοεµβρίου).

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 27

Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόµου
Εἶναι γνωστὸς ὁ µαρτυρικὸς θάνατος τοῦ µεγάλου διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόµου. Ἀπὸ τὸ ἕνα µέρος οἱ σκοτεινοὶ καὶ µοχθηροὶ ἐπίσκοποι ποὺ δὲν ἄντεχαν τὴν ὑπεροχὴ καὶ τὴν δόξα του, ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ αὐλικὲς ῥᾳδιουργίες καὶ ἐµπάθειες µὲ πρωταγωνίστρια τὴν βασίλισσα Εὐδοξία, ἐπέφεραν τελικὰ τὴν ἐξορία του. Κατὰ τὴν διάρκεια δὲ αὐτῆς, οἱ ἐχθροί του πῆραν ὅλα τὰ ὠµὰ µέτρα γιὰ νὰ πολλαπλασιάσουν τὶς θλίψεις του. Τελικά, µ᾿ αὐτὸ τὸ σκληρὸ τρόπο ἐπέφεραν τὸ θάνατό του. Ἐτάφη σὲ µία ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ Κόµανα τῆς Καππαδοκίας. Τὸ λείψανό του ἔµεινε τριάντα ὁλόκληρα χρόνια ἐκεῖ, ὅπου ἦταν καὶ ὁ τελικὸς τόπος τῆς ἐξορίας καὶ ὑπέφερε τόσες δοκιµασίες. Ἀλλὰ «πᾶσα παιδεία πρὸς µὲν τὸ παρὸν οὐ δοκεῖ χαρᾶς εἶναι, ἀλλὰ λύπης, ὕστερον δὲ καρπὸν εἰρηνικὸν τοῖς δι᾿ αὐτῆς γεγυµνασµένοις ἀποδίδωσι δικαιοσύνης». Κάθε, δηλαδή, δοκιµασία πρὸς τὸ παρὸν δὲ φαίνεται πρόξενος χαρᾶς, ἀλλὰ λύπης. Ὕστερα, ὅµως, ἀνταµείβει ἐκείνους ποὺ δοκιµάστηκαν, µὲ καρπὸ εἰρηνικό, ποὺ εἶναι δικαιοσύνη καὶ ἁγιότητα. Πράγµατι, ἔτσι ἔγινε καὶ µὲ τὸν Ἰωάννη τὸ Χρυσόστοµο. Στὶς 27 Ἰανουαρίου 438, ὅταν Πατριάρχης ἦταν ὁ µαθητής του Πρόκλος καὶ αὐτοκράτωρ ὁ Θεοδόσιος ὁ Β´, µεταφέρεται µὲ συγκινητικὴ ποµπὴ τὸ λείψανό του στὴν Κωνσταντινούπολη. Τίθεται στὸ νάο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ὁ πολυπληθὴς λαός, ἔξαλλος ἀπὸ χαρά, φώναζε: «Ἀπόλαβε τὸν θρόνον σου, Ἅγιε!».

Ἡ Ἁγία Μαρκιανὴ ἡ βασίλισσα
Ἦταν ἡ εὐσεβέστατη σύζυγος τοῦ Ἰουστίνου Α´ τοῦ γέροντος (518-527), πρῶτα µὲν ὀνοµαζόταν Λουπικία, ἔπειτα δὲ Εὐφηµία. Ἔλαµψε µὲ τὰ ἀγαθά της ἔργα καὶ ἀφοῦ ὁσιακὰ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ὁ Ὅσιος Κλαυδῖνος
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Αἰγύπτιος
Ὑπῆρξε µαθητὴς τοῦ Ἀββᾶ Λώτ. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ σὲ πολὺ βαθιὰ γεράµατα.

Ὁ Ὅσιος Κλήµης ὁ Στυλίτης, ποὺ ἀσκήτευσε στὸ ὄρος Σαγµατᾶ τῆς Βοιωτίας
Τὸν ἀσκητὴ αὐτὸ ἀγνοοῦν οἱ Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Ἡ µνήµη του µαζὶ µὲ τὴν Ἀκολουθία του, βρίσκεται στοὺς Λαυριωτικοὺς Κώδικες Ε 152 φ. 332 α καὶ Γ 12φ. 82 β. Στὴν Ἀκολουθία του ὑµνολογεῖται σὰν «πνευµατοφόρος ἐπὶ στύλου ὑψηλοῦ ἀναβὰς καὶ ἀσκητικώτατος φανεῖς, ὡς στῦλος τῶν µοναζόντων ἀκλινής, ὡς µοναστῶν τὸ στήριγµα ἔργα φωτὸς διαπραξάµενος». Στὸ δὲ Κοντάκιο δηλώνεται, ὅτι «ἀνδρείας ψυχῇς εἰς ὄρος Σαγµάτειον ἐν στύλῳ στενῷ µονάσας, προθυµότατα τὸν χορὸν ἐκόσµησας τῶν ὁσίων, Κλήµη ὁσιώτατε».

Ὁ Ἅγιος Δηµήτριος ὁ ἐν Κωνσταντινούπολει
Ἦταν ὄµορφος στὴν ὄψη, δυνατὸς στὸ σῶµα καὶ σεµνὸς στὰ ἤθη. Εἰκοσιπέντε χρονῶν, ἐργαζόταν στὸν Γαλατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως σ᾿ ἕνα οἰνοπωλεῖο, ποὺ ἀνῆκε στὸν Χριστιανὸ Χατζῆ Παναγιώτη. Κάποιοι ἀπὸ τοὺς θαµῶνες τοῦ οἰνοπωλείου, µωαµεθανοὶ ἀπὸ τὸν Πόντο, προσπάθησαν νὰ παρασύρουν στὸν Μωαµεθανισµὸ τὸν Δηµήτριο. Κάποια µέρα λοιπόν, µετὰ ἀπὸ πολύωρη οἰνοποσία, οἱ Τουρκοπόντιοι αὐτοὶ διώχτηκαν ἀπὸ τὸν οἰνοπώλη µὲ τὴ βοήθεια τοῦ ῥωµαλέου Δηµητρίου κακὴν κακῶς. Κατὰ τὴν συµπλοκὴ αὐτή, τραυµατίστηκε κάποιος ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι κατάγγειλαν σὰν δράστη τὸν Δηµήτριο. Ἔτσι ὁ Δηµήτριος ὁδηγήθηκε στὸν βεζίρη καὶ ἐπειδὴ δὲν µπόρεσε νὰ ἀποδείξει τὴν ἀθῳότητά του, τοῦ ἐτέθη τὸ ἑξῆς δίληµµα: ἢ νὰ γίνει µωαµεθανὸς ἢ θὰ πεθάνει. Ἀλλ᾿ ὁ Δηµήτριος σθεναρὰ ἐπέµενε στὴν χριστιανικὴ πίστη. Μπροστὰ στὴ σταθερὴ ἐµµονὴ τοῦ Δηµητρίου, ὁ βεζίρης διέταξε τὸν ἀποκεφαλισµό του. Πρὸ τῆς ἐκτελέσεως, ὁδηγήθηκε καὶ πάλι µπροστὰ στὸν βεζίρη, ἀλλὰ καὶ πάλι ὁ Δηµήτριος δὲν ὑπέκυψε στὶς κολακεῖες, τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὰ βασανιστήρια τῶν Τούρκων, καὶ εἰδικὰ αὐτὰ τῶν ἰδίων τῶν κατηγόρων του. Ἔτσι ὁ Δηµήτριος, στὶς 27 Ἰανουαρίου 1784, ἀποκεφαλίστηκε µπροστὰ στὸ οἰνοπωλεῖο ποὺ ἐργαζόταν.

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 26

Ὁ Ὅσιος Ξενοφῶν µετὰ τῆς συµβίας του Μαρίας καὶ τῶν τέκνων τους Ἀρκαδίου καὶ Ἰωάννη
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἰδικὰ γιὰ τοὺς πλουσίους παραγγέλλει: «Τοῖς πλουσίοις ἐν τῷ νῦν αἰώνι παράγγελλε µὴ ὑψηλοφρονεῖν, µηδὲ ἠλπικέναι ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι, ἀλλ᾿ ἐν τῷ Θεῷ τῷ ζώντι, τῷ παρέχοντι ἡµῖν πάντα πλουσίως εἰς ἀπόλαυσιν». Πές, δηλαδή, στοὺς πλουσίους, σ᾿ αὐτὴ τὴν πρόσκαιρη ζωὴ νὰ µὴν ὑψηλοφρονοῦν, οὔτε νὰ ἔχουν στηριγµένες τὶς ἐλπίδες τους στὸν ἀβέβαιο ὑλικὸ πλοῦτο, ἀλλὰ νὰ ἐλπίζουν στὸ ζωντανὸ Θεό, ποὺ ὅλα µᾶς τὰ δίνει πλούσια γιὰ νὰ τὰ ἀπολαµβάνουµε. Αὐτὴ τὴν παραγγελία, ὁ Ὅσιος Ξενοφῶν µὲ τὴν γυναῖκα του Μαρία καὶ τὰ παιδιὰ τοὺς Ἀρκάδιο καὶ Ἰωάννη, ποὺ ἦταν πολὺ πλούσια οἰκογένεια στὴν Κωνσταντινούπολη τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰουστινιανοῦ (518-527-565 µ.Χ.), θὰ δοῦµε ὅτι τὴν διαφυλάττουν µέχρι τέλους. Τί κάνουν; Ὅ,τι καὶ πάλι παραγγέλλει γιὰ τοὺς πλουσίους ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Ἀγαθοεργεῖν, πλουτεῖν ἐν ἔργοις καλοῖς, εὐµεταδότους εἶναι, κοινωνικούς». Δηλαδή, νὰ ἀγαθοεργοῦν, νὰ γίνονται πλούσιοι σὲ καλὰ ἔργα, νὰ εἶναι πρόθυµοι νὰ δίνουν καὶ σὲ ἄλλους ἀπὸ τὰ ἀγαθά τους, νὰ εἶναι ἁπλοὶ καὶ καταδεκτικοί. Πράγµατι, ἡ πόρτα τοῦ Ξενοφῶντος ἦταν πάντα ἀνοικτὴ στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅλη ἡ οἰκογένεια ἐργαζόταν µὲ γνήσιο πνεῦµα χριστιανικῆς φιλανθρωπίας. Οἱ ἴδιοι ἀναζητοῦσαν τοὺς πάσχοντες καὶ ἔτρεχαν νὰ περιθάλψουν καὶ νὰ παρηγορήσουν ὀρφανά. Μεγάλα δὲ ποσὰ ἀφιέρωναν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση αἰχµαλώτων. Προκειµένου ὅµως νὰ µορφώσουν περισσότερο τὰ παιδιά τους, τὰ ἔστειλαν στὴ Βηρυττὸ γιὰ νὰ διδαχθοῦν νοµικά. Ἀλλὰ καθ᾿ ὁδὸν ναυάγησαν καὶ ἀφοῦ διασώθηκαν πῆγαν στὴν Ἱερουσαλήµ, ὅπου ἔγιναν µοναχοί. Ὅταν οἱ γονεῖς τους ἔµαθαν γιὰ τὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν στὰ παιδιά τους, δόξασαν τὸν Θεὸ καί, ἀφοῦ διαµοίρασαν τὰ ὑπάρχοντά τους στοὺς φτωχούς, ἔφυγαν καὶ αὐτοί. Ὁ µὲν Ξενοφῶν στὴν ἔρηµο σὰν µοναχὸς ἀσκητής, ἡ δὲ γυναῖκα του Μαρία, σὰν µοναχὴ σὲ γυναικεία µονή. Ἔζησαν ὁσιακὰ καὶ ἀφοῦ ἔκαναν θαύµατα, ἀπεβίωσαν εἰρηνικὰ πρὸς Κύριον.
Μνήµη τοῦ Μεγάλου Σεισµοῦ
Εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους τῆς βασιλείας Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ ἐν ἡµέρᾳ Κυριακὴ ὥρα δευτέρα, ἔγινε σεισµὸς εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν τόσον µέγας, ὥστε ἐκρηµνίσθησαν τὰ τείχη αὐτῆς καὶ πολλὰ µέρη καὶ πολλοὶ οἰκίαι τῆς πόλεως, ἐξαιρέτως ὅµως ἀπὸ τὸ ἔµβασµα, τὸ καλούµενον Τρωαδίσιον, ἕως τὸ χάλκινον Τετράπυλον. Ἐσυνέχισε δὲ ὁ τοιοῦτος σεισµὸς µῆνας τρεῖς. Τότε ὁ βασιλεὺς ποιῶν λιτανείαν, µεθ᾿ ὅλου του λαοῦ, ἔλεγε ταῦτα δακρύων πρὸς τὸν Θεόν: «Ῥῦσαι ἡµᾶς, Κύριε, τῆς δίκαιας σοῦ ὀργῆς καὶ δὸς συγχώρησιν τῶν ἁµαρτιῶν ἡµῶν. Ἐπειδὴ διὰ τὰς ἁµαρτίας ἡµῶν ἐσάλευσας τὴν γῆν καὶ συνετάραξας αὐτήν, ἵνα σὲ δοξάζωµεν τὸν µόνον ἀγαθὸν Θεὸν ἡµῶν καὶ φιλάνθρωπον».

Ὁ Ὅσιος Συµεὼν ὁ Παλαιὸς
Τὴ βιογραφία του ἔγραψε ὁ Κύρου Θεοδώρητος (βλ. Φιλόθεος Ἱστορία ἀριθµ. 6). Ὁ Ὅσιος Συµεὼν λοιπόν, ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία εἶχε ἔφεση πρὸς τὴν ἄσκηση καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀποσύρθηκε στὸ ὄρος Ἄµανον καὶ ζοῦσε µέσα σὲ µία σπηλιά. Ἡ ζωή του ἐκεῖ ἦταν πολὺ ἀσκητικὴ καὶ δὲν ἔτρωγε οὔτε κὰν λίγο ψωµί. Τρεφόταν µὲ χορτάρια τῆς ἐρήµου. Ἀπὸ τὴν ἔρηµο πῆγε στὸ ὄρος Σινᾶ, γιὰ νὰ προσκυνήσει τοὺς τόπους ὅπου κατέβηκε ὁ Θεός. Ἐκεῖ κλείστηκε σὲ µία σπηλιά, ὅπου κρύφτηκε ὁ Μωϋσῆς, καὶ ἔµεινε µπρούµυτα ἑπτὰ µέρες, νηστικὸς καὶ προσευχόµενος. Σηκώθηκε µόνο ὅταν ἄκουσε φωνὴ νὰ τοῦ λέει νὰ σηκωθεῖ καὶ νὰ φάει τρία µῆλα, ποὺ ἦλθαν µπροστά του µὲ θαυµατουργικὸ τρόπο. Ὅταν ἐπέστρεψε στὸ Σινᾶ, ἔκτισε δυὸ µοναστήρια καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Οἱ Ἅγιοι Ἀνανίας ὁ Πρεσβύτερος, Πέτρος ὁ δεσµοφύλακας καὶ οἱ µαζὶ µ᾿ αὐτοὺς Ἑπτὰ Στρατιῶται
Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ ἦταν στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξίµου ἡγεµόνα τῆς Φοινίκης (295 µ.Χ.). Ὅταν λοιπὸν συνελήφθη ὁ Ἱερέας Ἀνανίας, καὶ ἐπειδὴ ὁµολόγησε τὸν Χριστὸ καὶ γκρέµισε διὰ τῆς προσευχῆς τὰ εἴδωλα, ὁ Μάξιµος διέταξε καὶ τὸν µαστίγωσαν ἀνελέητα καὶ ἔκαψαν τὶς πλευρές του µὲ πυρωµένα σουβλιά. Ἔπειτα ἐπάνω στὰ κοµµένα µέλη του, ἔριξαν ξύδι καὶ ἁλάτι. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὸν ἔβαλαν στὴ φυλακή, ὅπου, διὰ θαύµατος, µέρες ὁλόκληρες, τρεφόταν ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ θαῦµα αὐτὸ εἵλκυσε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, τὸν δεσµοφύλακα Πέτρο καὶ ἄλλους ἑπτὰ στρατιῶτες, τοὺς ὁποίους, µαζὶ µὲ τὸν Ἀνανία, ὁ ἡγεµόνας ἔπνιξε στὴ θάλασσα. Ἔτσι ὅλοι µαζὶ πῆραν ἀπὸ τὸν στεφανοδότη Κύριο, τὰ στεφάνια τῆς ἀθλήσεως.

Ὁ Ὅσιος Ἀµµωνᾶς
Ἔζησε στὰ χρόνια του Μεγάλου Ἀντωνίου, ὁ ὁποῖος ἔτρεφε µεγάλη ὑπόληψη πρὸς αὐτόν. Σπάνια ἄνθρωπος ἔγινε τόσο κύριος τοῦ ἑαυτοῦ, ὥστε νὰ εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὶς βρισιές, εὐλογῶντας µάλιστα καὶ εὐεργετῶντας τοὺς ὑβριστές του. Ἰδιαίτερη ἐπίσης προσπάθεια κατέβαλε ὁ Ἅγιος γιὰ τὸ φωτισµὸ καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀρετή, δυστυχισµένων γυναικῶν, ποὺ εἶχαν βγεῖ ἀπὸ τὸ δρόµο τῆς τιµῆς. Ἐνῷ ὁ κόσµος τὸν κακολογοῦσε, αὐτὸς συµβούλευε καὶ παρακαλοῦσε. Καὶ πετύχαινε. Πολλὲς παράτησαν τὴν ἁµαρτία καὶ ἦλθαν µέσῳ αὐτοῦ στὴν εὐσέβεια καὶ τὴν σωφροσύνη. Ἐπίσης ἐδῶ ἀναφέρεται στὸ Λαυσαϊκὸ καὶ ἕνας ἄλλος Ὅσιος Ἀµµωνᾶς, ποὺ ἦταν ἱερέας.

Ὁ Ὅσιος Γαβριήλ
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Ξενοφῶν
Κτίτωρ ὁµώνυµης Μονῆς Ἁγίου Ὄρους.

Οἱ Ἅγιοι Δύο Μάρτυρες οἱ ἐν Φρυγίᾳ
«Βάκλοις τυπτόµενοι ἐτελειώθησαν».

Ὁ Ὅσιος Κλήµης, ὁ ἐν τῷ Ὄρει Σαγµατίῳ ἀσκήσας
Ἄσκησε στὸ ὄρος Σαγµατᾶ τῆς Βοιωτίας. Τὸν ἀσκητὴ αὐτὸν ἀγνοοῦν οἱ Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Ἡ µνήµη του, µαζὶ µὲ τὴν ἀκολουθία του, βρίσκεται στοὺς Λαυριωτικοὺς Κώδικες Ε 152 φ. 334α καὶ Π 2 φ82β. Στὴν ἀκολουθία του ὑµνολογεῖται ὡς πνευµατοφόρος ἐπὶ στύλου ὑψηλοῦ ἀναβὰς καὶ ἀσκητικώτατος φανείς, ὡς στῦλος τῶν µοναζόντων ἀκλινής, ὡς µοναστῶν τὸ στήριγµα, ἔργα φωτὸς διαπραξάµενος. (Νοµίζω ὅµως, ὅτι ἐδῶ περιττῶς ἀναφέρεται ἡ µνήµη του ἀπὸ ὁρισµένους Συναξαριστές, διότι οἱ περισσότερες ἁγιολογικὲς πηγές, ἀναφέρουν τὴ µνήµη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ τὴν 27η Ἰανουαρίου).

Ἀνακοµιδὴ Λειψάνου Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου
Ἡ ἀνακοµιδὴ αὐτὴ ἔγινε ἀπὸ τὴν Πρίγκηπο στὴν Ἱ. Μονὴ Στουδίου, ἐπὶ Πατριάρχου Μεθοδίου τὸ 844 µ.Χ.

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 25

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
Ἀπὸ τὰ µεγαλύτερα πνεύµατα τοῦ χριστιανισµοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς λαµπρότερους ἀθλητὲς τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Γεννήθηκε τὸ 329 στὴν Ἀριανζό, κωµόπολη τῆς Καππαδοκίας, ἀπὸ τὸν Γρηγόριο, ἐπίσκοπο Ναζιανζοῦ (1 Ἰανουαρίου) καὶ τὴν Νόννα (5 Αὐγούστου). Στὴ Ναζιανζὸ διδάσκεται τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευση, ἐνῷ τὴν µέση στὴν Καισάρεια, ὅπου γνωρίζεται µὲ τὸ συµµαθητή του Μ. Βασίλειο. Ἔπειτα, πηγαίνει κοντὰ σὲ περίφηµους διδασκάλους τῆς ῥητορικῆς καί, τέλος, στὰ πανεπιστήµια τῆς Ἀθήνας, ὅπου βρίσκει, συµφοιτητὴ τώρα, τὸ Μ. Βασίλειο. Ὅταν ἐπιστρέφει στὴν πατρίδα του, ὁ πατέρας του, ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ, τὸν χειροτονεῖ πρεσβύτερο. Ἀλλ΄ αὐτὸς προτίµα τὴν ἡσυχία τοῦ ἀναχωρητηρίου στὸν Πόντο, κοντὰ στὸ φίλο του Βασίλειο, γιὰ περισσότερη ἄσκηση στὴν πνευµατικὴ ζωή. Μετά, ὅµως, ἀπὸ θερµὲς παρακλήσεις τῶν δικῶν του, ἐπιστρέφει στὴν πατρίδα του καὶ µπαίνει στὴν ἐνεργὸ δράση τῆς Ἐκκλησίας. Ὅµως, τὸ δρεπάνι τοῦ θανάτου ἔρχεται νὰ πληγώσει τὴν ψυχή του, µὲ ἀλλεπάλληλους θανάτους συγγενικῶν του προσώπων. Πρῶτα του ἀδελφοῦ του Καισαρείου, ἔπειτα τῆς ἀδελφῆς του Γοργονίας, µετὰ τοῦ πατέρα του καί, τέλος, τῆς µητέρας του Νόννας. Μετὰ ἀπ΄ αὐτὲς τὶς θλίψεις, ἡ θεία Πρόνοια τὸν φέρνει στὴν Κωνσταντινούπολη (378), ὅπου ὑπερασπίζεται µὲ καταπληκτικὸ τρόπο τὴν Ὀρθοδοξία καὶ χτυπᾷ καίρια τοὺς Ἀρειανούς, ποὺ εἶχαν πληµµυρίσει τὴν Κωνσταντινούπολη. Μετὰ τὸ σκληρὸ αὐτὸ ἀγῶνα, ὁ Μ. Θεοδόσιος τὸν ἀναδεικνύει Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (381). Στὴ Β΄ Οἰκουµ. Σύνοδο, µία µερίδα ἐπισκόπων τὸν ἀντιπολιτεύεται γιὰ εὐτελὴ λόγο. Τότε ὁ Γρηγόριος, ἀηδιασµένος, δηλώνει τὴν παραίτησή του, ἀναχωρεῖ στὴ γενέτειρά του Ἀριανζὸ καὶ τελειώνει µὲ εἰρήνη τὴν ζωή του, τὸ 390. Ἄφησε µεγάλο συγγραφικὸ ἔργο. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν τὰ φιλοσοφηµένα ποιήµατά του.

Ὁ Ὅσιος Πούπλιος
Καταγόταν ἀπὸ τὰ µέρη τοῦ ποταµοῦ Εὐφράτη καὶ ἦταν βουλευτῆς. Ὁ Πούπλιος, ψυχὴ ἐµπνεόµενη ἀπὸ τὴν φιλάνθρωπη αὐταπάρνηση τῶν πρώτων χριστιανῶν, µοίρασε τὰ ὑπάρχοντα τοῦ ὅλα στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀποσύρθηκε σ΄ἕνα µικρὸ ἀναχωρητήριο. Ἐκεῖ, δὲν ἄργησε νὰ σχηµατισθεῖ γύρω τοῦ µικρὴ κοινωνία ἀδελφῶν ἐρηµιτῶν, τῆς ὁποίας αὐτὸς ἦταν ὁ ὁδηγὸς καὶ ὁ διδάσκαλος. Τοὺς κατάρτιζε στὴν εὐσέβεια καὶ ἐγκράτεια, καὶ ἀνέδειξε ἄπ΄ αὐτοὺς πνευµατικοὺς ἄνδρες οἱ ὅποιοι πολλὲς φορὲς χρησίµευσαν στὴν προστασία τῶν Χριστιανῶν καὶ στὴν ὑπεράσπιση τῆς Ἐκκλησίας. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔτσι καλὰ ἀγωνίστηκε ὁ ἀοίδιµος Πούπλιος, παρέδωσε τὴν µακάρια ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ὅσιος Μαρής
Τὴ βιογραφία του ἔγραψε ὁ Κύρου Θεοδώρητος. Ὁ Ὅσιος Μαρὴς ἦταν ἀπὸ τὴν πόλη Κύρου καὶ ἦταν ὡραῖος στὴν ὄψη καὶ καλλίφωνος. Ἔψαλλε στοὺς ναοὺς καὶ ζοῦσε µὲ ἐγκράτεια καὶ σεµνότητα. Ὅταν ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὰ ἐγκόσµια, ἦλθε σ΄ ἕνα χωριὸ ποὺ ὀνοµαζόταν Ὅµηρου ἡ Νήτις καὶ ἔκτισε σπίτι, ὅπου βιέµεινε γιὰ τριάντα ἑπτὰ (37) ὁλόκληρα χρόνια, µὲ νηστεία καὶ προσευχή. Ἔζησε συνολικὰ ἐνενήντα (90) χρόνια καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Ἀπολλώς
Ὁ ὅσιος Ἀπολλὼς βρέφος ἀκόµα ἀπαρνήθηκε τὸν κόσµο καὶ σὲ ἡλικία δέκα πέντε χρονῶν πῆγε στὴν ἔρηµο, ὅπου ἀπόκτησε πολλὲς καὶ µεγάλες ἀρετές. Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη. Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε µεγάλων χαρισµάτων, ὅπως τὸ προορατικὸ καὶ τὸ θαυµατουργικό. Ἔτσι ὥστε ἀπὸ τὰ µεγάλα θαύµατα ποὺ ἐπετέλεσε, πίστεψε σχεδὸν ὅλη ἡ Αἴγυπτος στὸν Χριστό. Ἔτσι, λοιπόν, καλὰ ἀγωνιζόµενος, παρέδωσε εἰρηνικὰ τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Κύριο.

Ἡ Ἁγία Μεδούλη µὲ τὴν συνοδεία της
Μαρτύρησαν ἀφοῦ τὶς ἔριξαν µέσα στὴ φωτιά.

Ὁ Ὅσιος Καστῖνος ἐπίσκοπος Βυζαντίου
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ῥώµη, εἶχε ἀξίωµα συγκλητικοῦ καὶ ἦταν στὴν ἀρχὴ εἰδωλολάτρης. Στὸν χριστιανισµὸ τὸν προσείλκυσε ὁ ἐπίσκοπος Ἀργυρουπόλεως Κυριλλιανός. Ἀµέσως τότε ὁ Καστῖνος µοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀφοσιώθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσκοπος Βυζαντίου ἔκανε τὸ 230 µὲ 237. Μέχρι τῆς ἐποχῆς του ὁ καθεδρικὸς ναὸς ἦταν στὰ παραθαλάσσια τοῦ σηµερινοῦ Γαλατᾶ. Πρῶτος δὲ αὐτὸς ἔκτισε ναὸ στὸ Βυζάντιο, στὸ ὄνοµα τῆς Ἁγίας Εὐφηµίας. Ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος τὸν γράφει: Κωνσταντῖνον.

Ὁ Ὅσιος Δηµήτριος ὁ Σκευοφύλακας
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Αὐξέντιος ὁ Νεοµάρτυρας
Γεννήθηκε στὴν ἐπαρχία Βελλᾶς τῶν Ἰωαννίνων τὸ 1600, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Νεαρὸς ἀκόµα, πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ δούλευε τὴν τέχνη τῶν γουναράδων στὸ χάνι, τὸ λεγόµενο Μαχµούτ-Πασᾶ. Ἀργότερα ὅµως, ἐπεθύµησε τέρψεις καὶ ἡδονές, ἐγκατέλειψε τὴν τέχνη του καὶ προσλήφθηκε στὰ βασιλικὰ καράβια, ὅπου ξεφάντωνε µὲ τοὺς Τούρκους φίλους του. Αὐτοὶ οἱ φίλοι του ὅµως, τὸν συκοφάντησαν ὅτι ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ καὶ ὁµολόγησε τὴ θρησκεία τους. Φοβισµένος ὁ Αὐξέντιος ἐγκατέλειψε τὰ καράβια καὶ ἀφοῦ ἀγόρασε µία βάρκα, ἔκανε τὸν βαρκάρη. Μετανιωµένος ὅµως γιὰ τὰ προηγούµενα σφάλµατά του, θέλησε νὰ µαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Τυχαία τότε, συνάντησε τὸν Σύγκελλο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Γρηγόριο Ξηροποταµηνὸ καὶ ἐξοµολογήθηκε τὸν πόθο του. Ἀργότερα, τὸν συνάντησαν στὸν δρόµο ναυτικοί του στόλου, τὸν ἀναγνώρισαν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτή. Στὸ κριτήριο ὁ Αὐξέντιος, παρὰ τὰ σκληρὰ βασανιστήρια, ὁµολόγησε πὼς εἶναι χριστιανός. Ἔτσι τὸν φυλάκισαν στὸ Πασά - Καπισί. Στὴ φυλακὴ αὐτή, ὁ Σύγκελλος Γρηγόριος τὸν ἐπισκέφθηκε καὶ τὸν ἐνθάῤῥυνε νὰ σταθεῖ ἀνδρεῖος µπροστὰ στοὺς ἀπίστους. Ἀνακρινόµενος καὶ πάλι ὁ Αὐξέντιος ἐπέµενε λέγοντας: «Ἐγὼ χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ χριστιανὸς θέλω ν΄ ἀποθάνω». Τότε τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο µὲ ἀποκεφαλισµό. Τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 25 Ἰανουαρίου 1720 στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου σῴζεται στὴ Μονὴ Ξηροποτάµου.

Ὁ Ὅσιος Θεόδοτος ἡγούµενος Μονῆς Πουπλίου
Τὸν ὅσιο αὐτὸ ἀναφέρει ὁ Θεοδώρητος Κύρου. Σύµφωνα λοιπὸν µὲ τὰ γραφόµενά του, ὁ Ὅσιος αὐτός, ἀφοῦ ἔγινε ἡγούµενος τῆς Μονῆς Πουπλίου (βλ. σχετικῶς γιὰ τὸν ὅσιο Πούπλιο, αὐτὴ τὴν µέρα, πιὸ πάνω), καὶ ἀφοῦ ἔζησε ὁσιακά, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ἡ Ἁγία Μαργαρίτα
Ἴσως πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια µ΄ αὐτὴ τῆς 1ης Σεπτεµβρίου.

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 24

Ἡ Ὁσία Ξένη Ὀνοµαζόταν Εὐσεβία, καταγόταν ἀπὸ τὴν Ῥώµη καὶ ἦταν «φεµινίστρια» τῆς ἐποχῆς της, µὲ τὴν ὑγιή, βέβαια, ἔννοια τῆς λέξης. Πίστευε πὼς ἡ γυναῖκα εἶχε δικαίωµα καὶ καθῆκον νὰ µὴ δέχεται σύζυγο ποὺ θὰ τῆς ἦταν καθηµερινὸ ἐµπόδιο στὴν κατὰ Χριστὸν ζωή. Καὶ ὅπως εἶπε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Μὴ γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις». Δηλαδή, µὴ µπαίνετε στὸν ἴδιο ζυγὸ (γάµο) µὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν πίστη στὸ Θεό. Διότι «τὸ µυστήριον τοῦτο µέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν», ποὺ σηµαίνει, τὸ µυστήριο αὐτὸ τοῦ γάµου εἶναι µεγάλης σηµασίας. Καὶ τὸ λέω αὐτό, ἀναφερόµενος στὴν πνευµατικὴ ἕνωση τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ γονεῖς, ὅµως, τῆς ὁσίας, εἶχαν διαφορετικὴ γνώµη καὶ ἤθελαν νὰ τὴν παντρέψουν στανικῶς, µὲ ὅποιον αὐτοὶ ἤθελαν. Τότε ἐκείνη κρυφὰ φεύγει γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Μετονοµάζεται Ξένη καὶ γιὰ νὰ χαθοῦν τὰ ἴχνη της, πηγαίνει στὸ νησὶ Κῶς. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, στὰ Μύλασσα τῆς Καριᾶς. Ἐκεῖ, ἐγκαταστάθηκε µὲ τὶς δυὸ ὑπηρέτριες ποὺ τὴν εἶχαν συνοδεύσει σὲ ἡσυχαστικὰ κελιά. Κοντὰ ἐκεῖ, ἔκτισε µικρὸ ναὸ στὸ ὄνοµα τοῦ Ἁγίου πρωτοµάρτυρα Στεφάνου. Ἀφοῦ ἦλθαν κοντά της καὶ µερικὲς ἄλλες µοναχές, ἔκαναν µία ἐξαίρετη χριστιανικὴ ἀδελφότητα. Ἡ παιδεία της, ἡ εὐγένειά της καὶ ἡ θερµή της πίστη γρήγορα ἔφθασαν παντοῦ. Καθηµερινὰ ἔτρεχαν κοντά της γυναῖκες, γιὰ νὰ πάρουν συµβουλὲς καὶ νὰ ζητήσουν τὶς προσευχές της. Ἔτσι, µ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Ὁσία τὶς εἵλκυε στὸ Χριστὸ καὶ τὶς ὁδηγοῦσε στὸ δρόµο τῆς σωτηρίας.

Οἱ Ἅγιοι Παῦλος, Παύστριος καὶ Θεοδοτίων οἱ αὐτάδελφοι
Ἔζησαν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Κλεοπατρίδα τῆς Αἰγύπτου, τὸ τωρινὸ Σουέζ. Οἱ δυὸ πρῶτοι ἀκολούθησαν τὴν ἁγία ἐρηµικὴ ζωή. Ὅταν ὅµως ἄναψε ὁ διωγµὸς ἐπὶ Διοκλητιανοῦ, συνελήφθησαν ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Ἀρειανὸ καὶ καταδικάστηκαν σὲ θάνατο. Ὁ τρίτος ἀδελφός, ὁ Θεοδοτίων, εἶχε πάρει ἄλλο δρόµο. Παρασύρθηκε ἀπὸ κακοὺς φίλους καὶ ἔγινε λῃστής. Ὅταν ὅµως ἔµαθε τὴν τύχη τῶν δυὸ µεγαλύτερων ἀδελφῶν του, πῆγε νὰ δεῖ τὸ τέλος τους. Τότε ἡ καρδιὰ του µαλάκωσε, συγκινήθηκε, µετάνιωσε καὶ ὁµολόγησε τὸν ἑαυτό του χριστιανό, ἐπιπλήττοντας θαῤῥαλέα τὸν τύραννο. Ἐκεῖνος ἐξαγριωµένος διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν ἀνελέητα. Κατόπιν τὸν ἀποκεφάλισαν. Τοὺς δυὸ µεγαλύτερους ἀδελφούς του, τοὺς ἔριξαν στὰ νερὰ καὶ τοὺς ἔπνιξαν. Ἔτσι καὶ τὰ τρία ἀδέλφια µαζί, πῆραν τὸ ἀµάραντο στεφάνι τῆς αἰώνιας δόξας.

Οἱ Ἅγιοι Βαβύλας ὁ ἐν Σικελίᾳ καὶ Ἀγάπιος καὶ Τιµόθεος οἱ µαθητές του
Ὁ Ἅγιος Ἱεροµάρτυς Βαβύλας καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεούπολη (τὴν Ἀντιόχεια πιθανῶς), καὶ πῆρε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του τὴν ἀνάλογη χριστιανικὴ ἀνατροφή. Μετὰ τὸ θάνατό τους, διαµοίρασε τὰ πλούτη του στοὺς φτωχοὺς καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ ἀποσύρθηκε σὲ ἡσυχαστήριο µὲ δυὸ µαθητές του, τὸν Ἀγάπιο καὶ τὸν Τιµόθεο. Ἐκεῖ, συµπλήρωσε τὶς µελέτες του, καὶ κατάρτησε καλά τους µαθητές του στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν πίστη. Μετὰ ἀπὸ ἔντονη παράκληση καὶ πίεση, χειροτονήθηκε Ἱερέας, µὲ πλήρη συναίσθηση τῶν µεγάλων καὶ Ἱερῶν ὑποχρεώσεών του. Μετὰ ἀπὸ καιρὸ ταξίδεψε στὴ Ῥώµη καὶ κατόπιν στὴ Σικελία, ἐργαζόµενος πάντα ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Ἀλλὰ ὁ ἐκεῖ διοικητής, ἀφοῦ µάταια προσπάθησε νὰ ἀποσπάσει αὐτὸν καὶ τοὺς µαθητές του ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ ὁµολογία, τοὺς ὑπέβαλε σὲ σειρὰ σκληρῶν βασανιστηρίων. Ὅταν δὲ καὶ αὐτὰ ἀποδείχτηκαν ἀδύνατα νὰ κάµψουν τὴν σταθερότητα τῶν Ἁγίων, τοὺς κατέσφαξε µὲ µαχαίρια καὶ τὰ σώµατά τους ἔριξε στὴ φωτιά. Τὰ λείψανά τους, ὅµως, διαφυλάχτηκαν ἀβλαβῆ, καὶ χριστιανοὶ εὐσεβεῖς τὰ παρέλαβαν καὶ τὰ ἔθαψαν µὲ ὅλη τὴν χριστιανικὴ τιµή.

Ὁ Ὅσιος Μακεδόνιος
Πέρασε τὴν ζωή του στὰ ἐρηµικὰ ἀναχωρητήρια της Φοινίκης, τῆς Συρίας καὶ τῆς Κιλικίας. Περίφηµος γιὰ τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν ἀρετή του, ἔβλεπε πολλὲς φορὲς νὰ ἔρχονται σ᾿ αὐτὸν ἄνδρες µεγάλων ἀξιωµάτων, ποὺ ὠφελοῦνταν πολὺ ἀπὸ τὴν συνοµιλία του. Ἀλλὰ καὶ στὶς πόλεις κατέβαινε, ὅταν ἦταν ἀνάγκη νὰ πάρουν ἐνίσχυση οἱ χριστιανοὶ στὶς γενικὲς δοκιµασίες τους. Εἶναι γνωστὸ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Ἀντιόχειας συνέτριψαν τοὺς βασιλικοὺς ἀνδριάντες ἐπὶ Μεγάλου Θεοδοσίου καὶ ἡ πόλη περίµενε µὲ τροµερὴ ἀγωνία τὴν ἀπόφαση τοῦ αὐτοκράτορα, στὸν ὁποῖο πῆγε σὰν ἱκέτης ὁ ἐπίσκοπος Φλαβιανός. Ὁ Χρυσόστοµος, ἱερέας τότε, ἔβγαζε τοὺς περίφηµους παρηγορητικοὺς λόγους του, πλήθη δὲ ἐρηµιτῶν κατέβηκαν γιὰ νὰ δώσουν καὶ αὐτοὶ ἠθικὴ ἐνίσχυση καὶ παρηγοριά. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἦταν καὶ ὁ Μακεδόνιος, ποὺ πολὺ συνετέλεσε στὴν ἐνθάῤῥυνση τῶν φοβισµένων κατοίκων. Τὸν κόσµο αὐτὸ ἄφησε ὁ Μακεδόνιος 70 χρονῶν. Ὁ δὲ θάνατός του θρηνήθηκε ἀπὸ πολλούς.

Ἀνακοµιδὴ Λειψάνων Ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Πέρσου
Ἡ ἀνακοµιδὴ τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου ὁσιοµάρτυρα Ἀναστασίου τοῦ Πέρσου, ἔγινε δέκα χρόνια µετὰ τὸ µαρτυρικό του τέλος. Κατὰ τοὺς Συναξαριστές, κάποιος ἐπίσκοπος Ῥωµαῖος πῆγε στὴν Περσία καὶ µετακόµισε αὐτὰ στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τὴν δὲ κάρα του µετέφερε στὴ Ῥώµη.

Οἱ Ἅγιοι Ἑρµογένης καὶ Μᾶµας
Ποῦ καὶ πὼς µαρτύρησαν δὲν γνωρίζουµε. Ἴσως νὰ εἶναι αὐτοὶ ποὺ γιορτάζουν τὴν 10η Δεκεµβρίου, Μηνᾷς ὁ Καλλικέλαδος καὶ Ἑρµογένης.

Ὁ Ὅσιος Φίλων ἐπίσκοπος Καλπασίου (Καρπασίας)
Τὸν Φίλωνα, ἁπλὸ ἀκόµα διάκονο, ἐκτίµησε πολὺ ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος καὶ τὸν ἀνέδειξε ἐπίσκοπο Καλπασίου στὴν Κύπρο τὸ 401. Κατὰ δὲ τὸν Σουίδα, ὁ ἐπίσκοπος αὐτὸς ἔγραψε ὑποµνήµατα στὴν Πεντάτευχο καὶ στὸ Ἆσµα Ἀσµάτων.

Ὁ Ὅσιος Φιλιππικός ὁ πρεσβύτερος
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Βάρσιµος καὶ τὰ Δύο του ἀδέρφια
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Ὁ Ὅσιος Ζωσιµᾶς
Ὁ Ὅσιος Ζωσιµᾶς, ἄλλος ἀπὸ τὸν ἀββᾶ Ζωσιµᾶ ποὺ βρῆκε τὴν Ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία καὶ γιορτάζει στὶς 4 Ἀπριλίου, διακρίθηκε γιὰ τὴν λαµπρὴ µέθοδο ποὺ εἶχε ἐφαρµόσει στὸν ἑαυτό του ἐναντίον τοῦ θυµοῦ καὶ δίδαξε κατόπιν καὶ στοὺς ἄλλους. Ἡ µέθοδος αὐτὴ ἦταν νὰ µένει σὲ ἀπόλυτη σιωπή, ὅταν θύµωνε. Ἔτσι ὁ θυµὸς ἔσβηνε ἀπὸ ἀτροφία, χωρὶς νὰ βγάλει φλόγες, καὶ ἡ ὀργὴ κόπαζε εὔκολα, ὅπως ἡσυχάζει ἀµέσως ἡ θάλασσα, ἀπὸ τὴν ὁποία πέρασε ἄνεµος στιγµιαῖος.

Μνήµη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόµου πλησίον τοῦ Ταύρου
Ἴσως τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τοῦ Προδρόµου κοντὰ στὸν Ταῦρο.

Ὁ Ἅγιος Φιλήµων ἐπίσκοπος Καρπάθου
Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸν Πατµιακὸ Κώδικα 266, χωρὶς βιογραφικὸ ὑπόµνηµα.

Ὁ Ὅσιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος
Αὐτὸς ἦταν Κύπριος καὶ γεννήθηκε στὴ Λευκάρα τῆς ἐπαρχίας Ἀµαθοῦντος τὸ 1134. Μὲ τὴν µεγάλη του ἀσκητικὴ ζωή, ἀναδείχτηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ µεγάλους ἀσκητὲς τῆς Κύπρου. Ἔκτισε µάλιστα τὴν διάσηµη Ἐγκλείστρα, ποὺ σῴζεται µέχρι σήµερα, στὴν ὁποία µέσα πέρασε ὅλη σχεδὸν τὴν ζωή του µὲ προσευχὴ καὶ µελέτη. Ἐπίσης, ἀναδείχτηκε γλαφυρὸς συγγραφέας καὶ ἀσκητὴς ὅσιος. Πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στὴ σπηλιὰ τῆς Ἐγκλείστρας. (Ἡ µνήµη του ἐπαναλαµβάνεται καὶ τὴν 12η Ἀπριλίου).

Ἐγκαίνια τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας στή Θεσσαλονίκη
Δηµητριεύσκη, Τυπικὸν Α, 158. Δὲν βρίσκουµε ἄλλο στοιχεῖο γιὰ τὴν περίπτωση αὐτή.

Ὁ Ἅγιος Ἑλλάδιος ὁ Κοµενταρήσιος

Ἡ µνήµη του βρίσκεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 καὶ στὶς παλιὲς ἐκδόσεις τῶν Μηναίων. Ἴσως νὰ εἶναι ὁ ἴδιος µε αὐτὸν τῆς 18ης Ἰανουαρίου.
Ἡ Ἁγία Χρυσοπλόκη
Τὴν µάρτυρα αὐτὴ ἀγνοεῖ ὁ Ἅγιος Νικόδηµος στὸν Συναξαριστή του. Ἡ µνήµη της ἀναφέρεται στὸν Πατµιακὸ Κώδικα 266 µαζὶ µὲ αὐτὴ τῆς Θεοδούλης (βλ. 18 Ἰανουαρίου). Ἀλλὰ στὶς 24 Ἰανουαρίου, τὴν ἡµέρα αὐτὴ δηλαδή, ἀναφέρεται στὸν Κώδικα αὐτὸν καὶ ἡ µνήµη Ἑρµογένους καὶ Φιλήµονος ἐπισκόπου Καρπάθου, γιὰ τοὺς ὁποίους καµιὰ ἀναφορὰ δὲν γίνεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόδηµο στὸν Συναξαριστή του.

Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος, ἱδρυτὴς Μονῆς Φιλόθεου Ἁγίου Ὄρους καὶ οἱ Ὅσιοι Θεοδόσιος, Διονύσιος, Συµεών, Δοµέτιος, Δαµιανὸς καὶ Κοσµᾶς (ὁ Αἰτωλός)
Ὑπῆρξε ὁ πρῶτος Ἱδρυτὴς τῆς Μονῆς Φιλόθεου στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 10ου αἰῶνα. Τὴ µνήµη του γιορτάζουν οἱ µοναχοὶ τῆς ἐν λόγῳ Μονῆς, µαζὶ µὲ τοὺς ἄλλους ὁσίους ποὺ ἔλαµψαν πνευµατικὰ σ᾿ αὐτή, ὅπως µαρτυρεῖ ἡ χειρόγραφη Ἀκολουθία, ποὺ σῴζεται στὴ Μονή. Καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἀκολουθία τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων Πατέρων Φιλόθεου πρωτίστου δοµήτορος τῆς ἱερᾶς ταύτης ἐπωνύµου αὐτοῦ Μονῆς. Θεοδοσίου ἡγουµένου ταύτης καὶ µητροπολίτου Τραπεζοῦντος. Διονυσίου καὶ Συµεῶνος ἤγησαντων αὐτῆς. Δοµετίου τοῦ ἡσυχαστοῦ καὶ σηµειοφόρου. Διαµιανοῦ µαθητοῦ αὐτοῦ καὶ ὁσιοµάρτυρος. Καὶ Κοσµᾶ τοῦ Ἰσαποστόλου καὶ ἱεροµάρτυρος, ἐφόρων, προστατῶν καὶ συνασκητῶν τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς». Ἡ µνήµη δὲ ὅλων αὐτῶν εἶναι ἄγνωστη στοὺς Συναξαριστές.

Ὁ Ὅσιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύµπῳ
Ὁ Ὅσιος Διονύσιος γεννήθηκε στὸ χωριὸ Πλατίνα τῆς Θεσσαλικῆς ἐπαρχίας Φαναρίου, καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ παιδὶ µὲ εὐσέβεια ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, Νικόλαο καὶ Θεοδώρα. Τὴ νεανική του ἡλικία πέρασε µὲ σωφροσύνη καὶ καθαρότητα, ἀγωνιζόµενος νὰ ἐπαναφέρει στὸ δρόµο τοῦ Θεοῦ, ὅσους νέους ἔβλεπε νὰ παρασύρονται ἀπὸ τὰ ῥεύµατα τῶν παθῶν. Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του πῆγε στὰ µοναστήρια τῶν Μετεώρων καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου χειροτονήθηκε διάκονος καὶ κατόπιν πρεσβύτερος. Ἔπειτα ἐπισκέφθηκε τὰ Ἱεροσόλυµα καὶ ὁ ἐκεῖ Πατριάρχης, ἐκτιµῶντας τὴν µεγάλη του ἀρετή, θέλησε νὰ τὸν κάνει διάδοχό του. Ὁ Ὅσιος ὅµως ἐπέστρεψε στὸ ἡσυχαστήριό του, στὸν Ἄθω. Ὕστερα ἀπὸ καιρὸ οἱ κάτοικοι τῆς Βεροίας θέλησαν νὰ τὸν κάνουν Μητροπολίτη τους. Ἐκεῖνος, ἀποφασισµένος νὰ µὴ δεχτεῖ ποτὲ ἀρχιερατικὸ ἀξίωµα, ἔφυγε καὶ ἔµενε στὸν Ὄλυµπο, ὅπου ἔκτισε ναὸ στὸ ὄνοµα τοῦ προφήτη Ἠλία. Ἀπὸ ἐκεῖ χάριζε πλούσια τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλεηµοσύνη του στοὺς κατοίκους τῶν γύρω περιοχῶν, καὶ ἔτσι ἅγια τελείωσε τὴν ζωή του.

Μνήµη ἐγκαινίων ναοῦ Ἁγ. Ζαχαρία στὴ Μονὴ τῆς ὁσίας Δοµνίκης

Ἡ Ἁγ. Ξενία τῆς Πετρουπόλεως. Ἡ θαυµατουργὸς (Ῥωσίδα)
Διὰ Χριστὸν σαλή.

Ὁ Ἅγιος Cadoc, ἡγούµενος (Οὐαλός)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτού του ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων» τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 23

Ἅγιος Κλήµης ἐπίσκοπος Ἀγκύρας καὶ ὁ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος
Ὁ πατέρας τοῦ Κλήµη ἦταν εἰδωλολάτρης. Πέθανε, ὅµως, νωρὶς καὶ ἡ ἀνατροφὴ τοῦ Κλήµη ἔγινε µὲ ὅλη τὴν χριστιανικὴ ἐπιµέλεια, ἀπὸ τὴν εὐσεβέστατη µητέρα του. Ὅταν µεγάλωσε, ἡ παιδεία του, ἡ φιλανθρωπία του καὶ οἱ ἄλλες φηµισµένες ἀρετές του τὸν ἀνέδειξαν ἐπίσκοπο τῆς πατρίδας του Ἀγκύρας. Τὸ µεγάλο ἀξίωµα δὲν τὸν ἔκανε νὰ πέσει στὴ µεγάλη παγίδα τῆς ἀλαζονείας, Ἀντίθετα, ἀνέπτυξε περισσότερο τὴν ἐνεργητικότητά του, γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς πνευµατικὲς καὶ ὑλικὲς ἀνάγκες τοῦ ποιµνίου του. Ἐκεῖνο, ὅµως, ποὺ πρέπει νὰ προσέξουµε ἰδιαίτερα στὸν ἐπίσκοπο Κλήµη, εἶναι ὅτι φρόντιζε πατρικὰ γιὰ τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς φτωχούς. Παρηγοροῦσε τοὺς πάσχοντες, µὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ ἔπαιρνε στὴν Ἐκκλησία παιδιὰ ἐγκαταλελειµµένα καὶ ἔκθετα, φροντίζοντας ὄχι µόνο γιὰ τὴν συντήρησή τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν κατήχηση καὶ βάπτισή τους. Ὅλα αὐτά µας δίνουν τὸ δικαίωµα νὰ ποῦµε ὅτι ἡ πίστη του ἦταν ζωντανή, µὲ ἔργα. Διότι «ἡ πίστις, ἐὰν µὴ ἔργα ἔχει, νεκρά ἐστι καθ΄ ἑαυτήν».Ἡ πίστη, δηλαδή, ἂν δὲν ἔχει σὰν καρπὸ ἔργα ἀρετῆς, εἶναι ἀπὸ τὴν ῥίζα της νεκρή. Ὁ Θεός, ὅµως, θέλησε νὰ δοκιµάσει τὸν Κλήµη καὶ ἀπὸ τὸ καµίνι τοῦ µαρτυρίου. Ἐπὶ βασιλείας Διοκλητιανοῦ, λοιπόν, βασανίζεται φρικτὰ καὶ τὰ ὑποµένει ὅλα καρτερικότατα, µέχρι ποὺ τὸν ἀποκεφαλίζουν, ἐπισφραγίζοντας, ἔτσι, µὲ τὸ µαρτύριο τὴν µεγάλη καὶ ζωντανή του πίστη. Ὁ δὲ Ἀγαθάγγελος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ῥώµη καὶ ἔγινε χριστιανὸς ἀπὸ τὸν ἅγιο Κλήµεντα, τὸν ὁποῖο ἀκολούθησε. Συµµερίστηκε µάλιστα τὶς περιπέτειές του καὶ τὰ βασανιστήριά του, καὶ πέθανε µαζί του µὲ ἀποκεφαλισµό.

Ὁ Ὅσιος Εὐσέβιος
Ἦταν κλεισµένος µέσα σ΄ ἕνα κελὶ πολὺ µικρὸ καὶ σκοτεινό, ἐπειδὴ δὲν εἶχε κανένα παράθυρο, καὶ ἐκεῖ σκληραγωγοῦσε µὲ διάφορες ἀσκήσεις τὸ σῶµα του. Ὕστερα ἀπὸ συνεχῆ παρακίνηση ἑνὸς πνευµατικοῦ του ἀδελφοῦ, τοῦ Ἀµµιανοῦ, πῆγε σὲ µοναστήρι γιὰ νὰ δεχτεῖ τὴν προστασία καὶ τὴν ἡγουµενία τῶν ἀδελφῶν. Ἐκεῖ ζοῦσε µὲ πραότητα, ταπεινοφροσύνη καὶ πολλὴ ἄσκηση. Ἔτρωγε κάθε τρεῖς ἢ τέσσερις ἡµέρες. Εἶχε σιδερένια ζώνη στὴ µέση του καὶ βαρεῖα ἁλυσίδα στὸ λαιµό του. Ὅταν κάποιος τὸν κατηγόρησε γι᾿ αὐτό, ὁ Εὐσέβιος ἀπάντησε: «Τὸ κάνω αὐτὸ γιὰ νὰ ἀποφύγω τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου, ποὺ προσπαθεῖ νὰ µὲ στερήσει ἀπὸ µεγάλα πράγµατα. Δηλαδὴ τὶς ἀρετές, τὴν σωφροσύνη καὶ τὴν δικαιοσύνη. Γι΄ αὐτὸ λοιπὸν καὶ ἐγώ, ἔστησα πόλεµο ἐναντίον του µ΄ αὐτὰ τὰ µικρὰ κακοπαθήµατα, διότι ἂν µὲ νικήσει δὲν θὰ ὑπερηφανευθεῖ πολύ, ἂν ὅµως νικηθεῖ ἀπὸ µένα, θὰ εἶναι γιὰ γέλια, ἐπειδὴ οὔτε στὰ µικρὰ µπόρεσε νὰ µὲ νικήσει». Ἔτσι λοιπὸν θεάρεστα ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Εὐσέβιος, παρέδωσε εἰρηνικὰ τὴν ψυχή του στὸν Κύριο.

Ὁ Ὅσιος Μαϋσιµᾶς ὁ Σύρος.
Οἱ γραµµατικές του γνώσεις ἦταν µέτριες. Διακρίθηκε ὅµως, γιὰ τὴν πολὺ ἐνάρετη ζωή του. Ἡ ἐξωτερική του ἐµφάνιση ἦταν µᾶλλον ἄσχηµη. Καὶ ὅµως, ἐνῷ ὁ ἴδιος ντυνόταν µὲ παλιὰ φορέµατα, τὰ φιλάνθρωπα ἔργα του ἦταν πλούσια καὶ ἀµέτρητα. Τὸ κελλί του ἔµενε πάντοτε ἀνοικτὸ γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους, ἐφοδιαζόµενος δὲ µὲ σιτάρι καὶ λάδι, µοίραζε σ΄ ὅσους ἀπ΄ αὐτοὺς εἶχαν ἀνάγκη. Ὅταν κάποτε πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ἄρχοντας τῆς κωµοπόλεώς τους καταπίεζε τοὺς γεωργούς, δὲν δίστασε νὰ παρουσιασθεῖ µπροστὰ στὸν ὑπερήφανο καὶ λαµπροφορεµένο ἐκεῖνο ἐγωιστὴ µὲ τὰ φτωχικά του ῥοῦχα, καὶ νὰ τοῦ δώσει µαθήµατα δικαιοσύνης καὶ εὐγενείας. Ἔτσι µὲ τέτοιες ἅγιες ἀσχολίες τελείωσε τὴν θεοφιλὴ ζωή του. (Ἡ µνήµη του ἐπαναλαµβάνεται καὶ στὶς 13 Φεβρουαρίου σὰν Μαϊουµᾶς).

Ὁ Ὅσιος Σαλαµανής ὁ Ἡσυχαστής
Φίλος της ἐρηµικῆς ζωῆς, ἔστησε τὸ κελλί του πέραν τοῦ ποταµοῦ Εὐφράτη στὸ χωριὸ Καπερσανά. Ὁ ἐκεῖ ἐπίσκοπος, πληροφορήθηκε γιὰ τὴν ἀρετή του καὶ πῆγε ὁ ἴδιος καὶ τὸν συνάντησε, γιὰ νὰ τὸν πείσει νὰ δεχτεῖ τὴν ἱεροσύνη. Ἀλλ΄ ὁ Ὅσιος ἀρνήθηκε καὶ ἀρκέστηκε στὴν ἥσυχη προσευχὴ καὶ µελέτη του καὶ στὰ καλά, ποὺ ἔκανε παρηγορῶντας καὶ ὁδηγῶντας διάφορες ψυχές, ποὺ προσέρχονταν σ΄ αὐτόν.

Ὁ Ἅγιος Ἀχόλιος ἢ Ἀσχολίας ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἔδρασε τὰ ἔτη 360-383 καὶ ἦταν γνωστὸς γιὰ τὶς ἀρετές του. Ἐβάπτισε τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο, ὁ ὁποῖος ἐξαιτίας του ἐξέδωσε τὸ 380 τὸ περίφηµο διάταγµα (Edictum) τῆς Θεσσαλονίκης. Ἔλαβε µέρος στὴ Β΄ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο. Ὁ Μέγας Βασίλειος τὸν ἀποκαλεῖ φωστῆρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχιερατείας του ἡ Θεσσαλονίκη ἦταν κέντρο τῆς χριστιανοσύνης.

Οἱ Ἅγιοι Δύο Μάρτυρες οἱ ἐν τῷ Παρίῳ
Μαρτύρησαν ἀφοῦ τοὺς ἔριξαν µέσα σ΄ ἕνα λάκκο, στὴν πόλη Πάριον. Αὐτὴ ἦταν πόλη παραθαλάσσια µε λιµάνι, µεταξὺ Κυζίκου καὶ Λαµψάκου, πού, κατὰ τὸν Μελέτιο, κτίστηκε ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ Πάρος, ὁπότε ἀπ΄ αὐτοὺς ὀνοµάστηκε Πάριον.

Ὁ Ἅγιος Γεννάδιος ὁ ἐν Κοστρόµᾳ, ὁ Λιθουανός
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ἡ ἐν Ὀρθοδοξίᾳ Ἡνωµένη Εὐρώπη» τοῦ Γ.Ε. Πιπεράκη,Ἔκδ. Ἑπτάλοφος, Ἀθῆναι 1997.

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 22

Ὁ Ἅγιος Τιµόθεος ὁ Ἀπόστολος
Γεννήθηκε ἀπὸ Ἕλληνα πατέρα καὶ Ἰουδαία µητέρα, τὴν Εὐνίκη, στὰ Λύστρα τῆς Λυκαονίας. Στερήθηκε πολὺ νωρὶς τὸν πατέρα του, καὶ ἡ γιαγιά του Λωΐδα ἀπὸ µικρὸ παιδὶ ἀκόµα τοῦ δίδαξε τὴν Ἁγία Γραφή. Ὅταν πέρασε ὁ Παῦλος ἀπὸ τὰ Λύστρα, ἐκτίµησε τὰ πνευµατικά του χαρίσµατα καὶ εἶδε σ᾿ αὐτὸν ἕνα σπουδαῖο ἀποστολικὸ ἐργάτη. Τὸν διαπαιδαγωγεῖ ἀνάλογα, τὸν καθιστᾶ ἐπίσκοπο Ἐφέσου καὶ ἀπὸ τὴν 2η ἀποστολική του περιοδεία ὁ Παῦλος παίρνει τὸν Τιµόθεο συνοδό του. Ἀπὸ τότε, κοντὰ στὸν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν, ζεῖ πολλὲς περιπέτειες γιὰ τὴν διάδοση τοῦ µηνύµατος τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας. Μετὰ τὸ µαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Παύλου, ὁ Τιµόθεος ἐπιστρέφει στὴν Ἔφεσο καὶ ἐκεῖ συνεχίζει τὴν διαποίµανση τῆς περιοχῆς ποὺ τοῦ εἶχε ἀναθέσει. Κατὰ τὴν παράδοση, ἐκεῖ ὑπέστη µαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ τοὺς ἐξαγριωµένους ὄχλους τῶν εἰδωλολατρῶν, ἐπειδὴ ἐπέκρινε τὰ ὄργιά τους σὲ µία σειρὰ γιορτῶν τῆς Ἀρτέµιδος τῆς Ἐφεσίας. Ἔτσι, δίκαια θὰ µποροῦσε νὰ ἐπαναλάβει καὶ ὁ Τιµόθεος αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ διδάσκαλός του, ὅταν πλησίαζε τὸ τέλος του: «Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισµαι, τὸν δρόµον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα λοιπὸν ἀπόκειταί µοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει µοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ, ὁ δίκαιος Κριτής». Δηλαδή, τὸν καλὸ ἀγῶνα τῆς διάδοσης τοῦ Εὐαγγελίου ἀγωνίστηκα, τὸ δρόµο τῆς ἀρετῆς τελείωσα καὶ τὴν πίστη διαφύλαξα. Λοιπόν, µοῦ ἐπιφυλάσσεται ὁ στέφανος τῆς δικαιοσύνης, ποὺ θὰ µοῦ ἀποδώσει ὁ Κύριος τὴν µεγάλη ἡµέρα τῆς Κρίσεως, σὰν δίκαιος Κριτής. Τὸ δὲ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, µετακοµίστηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατατέθηκε µέσα στὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, µαζὶ µ᾿ αὐτὰ τῶν Ἁγ. Ἀπ. Ἀνδρέου καὶ Λουκᾶ.

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Πέρσης
Ἔζησε τὸν 7ο αἰῶνα µ.Χ. στὰ χρόνια του βασιλιᾶ τῶν Περσῶν Χοσρόη καὶ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως Ἡρακλείου. Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Ῥαζὴχ τῆς ἐπαρχίας Ῥασνουνί. Γιὸς Πέρση, ἀπὸ τὴν τάξη τῶν Μάγων, εἶχε λάβει ἀξιόλογη ἐκπαίδευση καὶ εἶχε µεγάλο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ φιλοσοφικὰ καὶ θρησκευτικὰ προβλήµατα. Ὅταν ὁ Χοσρόης κυρίευσε τὰ Ἱεροσόλυµα τὸ 614, καὶ ἔστειλε τὸν Τίµιο Σταυρὸ στὴν Περσία, οἱ µορφωµένοι Πέρσες ἐνδιαφέρθηκαν πολὺ γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν θρησκεία Του. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Μαζοενδὰτ (κατ᾿ ἄλλους Μαγουνδάτ), ὁ γιὸς τοῦ Βάβ, ποὺ κατέληξε στὸ ν᾿ ἀποφασίσει ν᾿ ἀσπασθεῖ τὴν χριστιανικὴ θρησκεία. Γι᾿ αὐτὸ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυµα, ὅπου βαπτίσθηκε, ἐκάρη µοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ ἀββᾶ Ἰουστίνου (κατ᾿ ἄλλους τοῦ Ἁγίου Σάββα) καὶ µετονοµάσθηκε Ἀναστάσιος. Κατόπιν πῆγε στὴν Καισάρεια, ὅπου θεώρησε καθῆκον του νὰ προσηλυτίσει στὸν χριστιανισµὸ τὴν ἐκεῖ περσικὴ φρουρά. Στὴν προσπάθειά του αὐτή, καταγγέλθηκε στὸν διοικητὴ Μαρζαβανά. Αὐτός, ὅταν ἔµαθε ὅτι ὁ Ἀναστάσιος ἦταν γιὸς Μάγου, προσπάθησε µὲ κάθε τρόπο νὰ τὸν ἐπαναφέρει στὴν περσικὴ θρησκεία. Ἀπέτυχε ὅµως καὶ διέταξε τὸ θάνατό του µὲ ἀπαγχονισµό. Ἀλλ᾿ ὅταν τὸν ἔπνιγαν, τὴν τελευταία στιγµὴ ποὺ θὰ πέθαινε τὸν ἔλυσαν, γιὰ νὰ δεῖ ὅτι καὶ θὰ τὸν ἀποκεφάλιζαν. Ὁ Ἀναστάσιος µειδίασε εὐτυχισµένος, διότι ἀξιώθηκε ὄχι µόνο νὰ πιστέψει, ἀλλὰ καὶ νὰ πάθει γιὰ τὸ Χριστό.

Οἱ Ἅγιοι Μανουήλ, Γεώργιος, Πέτρος, Λέων, Γαβριήλ, Σιώνιος, Ἰωάννης, Λέων, Πάροδος καὶ ἄλλοι 377
Ὁ Μανουὴλ ἦταν Μητροπολίτης Ἀδριανουπόλεως. Συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἡγεµόνα τῶν Βουλγάρων µαζὶ µὲ ἄλλους ἐπισκόπους, Γεωργίου ἐπισκόπου Δολβέρτου καὶ ἐπισκόπου Πέτρου, καθὼς καὶ µὲ πολλοὺς ἄλλους χριστιανούς, ὅταν οἱ Βούλγαροι κατέβηκαν νὰ πολεµήσουν κατὰ τοῦ Βυζαντίου ἐπὶ Λέοντος Ἀρµενίου τοῦ εἰκονοµάχου (815). Ἡγέτης τους ἦταν ὁ Κροῦµος καὶ κατέλαβαν τὴν Ἀδριανούπολη. Τρεῖς µέρες οἱ αἱµοχαρεῖς ἔσφαζαν τοὺς χριστιανούς. Ἀλλὰ καὶ µετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κρούµου οἱ διάδοχοί του Δούκουµος καὶ µετὰ ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ Δίτσεγγος, ἔδειξαν θηριώδη συµπεριφορὰ στοὺς ἄτυχους χριστιανούς. Ὁ δὲ Μουρτάγων µὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια ἔκοψε ἀπὸ τοὺς ὤµους τὰ χέρια τοῦ Μανουὴλ καὶ τὸ σῶµα του τὸ ἔριξε στὰ σκυλιά. Ἐπίσης, τοὺς ἐπισκόπους Γεώργιο καὶ Πέτρο, ἀφοῦ τοὺς καταξέσχισε, κατόπιν τοὺς ἀποκεφάλισε. Ἔπειτα ὁ ἴδιος ἀποκεφάλισε τοὺς στρατηγοὺς Λέοντα καὶ Ἰωάννη, τοῦ ἐπισκόπου Νικαίας Λέοντα ξέσχισε τὴν κοιλιὰ µὲ ξίφος καὶ τοὺς Γαβριὴλ καὶ Σιώνιο ἀποκεφάλισε. Τὸν δὲ σεβάσµιο πρεσβύτερο Πάροδο λιθοβόλησε, καὶ ἄλλους 377 χριστιανοὺς ἀποκεφάλισε.

Ὁ Ἅγιος Βικέντιος ὁ διάκονος
Ὑπῆρξε ἐπὶ βασιλείας Μαξιµιανοῦ καὶ ἡγεµόνος Δοµετιανοῦ. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Αὐγουστόπολη καὶ ἦταν διάκονος τῆς ἐκεῖ ἐκκλησίας. Συνελήφθη µαζὶ µὲ τὸν ἐπίσκοπο Οὐαλλέριο στὴ Βαλεντία καὶ κλείστηκε στὴ φυλακή. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, παρέδωσε τὸ πνεῦµα του στὸν Θεό. (Πιθανὸν νὰ εἶναι ὁ ἴδιος µε αὐτὸν τῆς 11ης Νοεµβρίου).

Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ ἡγιασµένος ὁ Σαµάκος
Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ἦταν γέννηµα καὶ θρέµµα τῆς Κρήτης, ἀπὸ ἕνα χωριὸ ποὺ ὀνοµαζόταν Κεράµων. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του, ὅταν ἦλθε σὲ κατάλληλη ἡλικία τὸν παρέδωσαν σ᾿ ἕναν δάσκαλο, σεβάσµιο πνευµατικὸ πατέρα, ποὺ κατοικοῦσε στὸ µονύδριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Δερµατάνου ὅπως πολλοὶ τὸ ἤξεραν. Αὐτὸ βρισκόταν κοντὰ στὴ θάλασσα, στὸν Χάνδακα (Ἡράκλειο). Ἐκεῖ ὁ Ἰωσὴφ ἔµαθε τὴν θεία θεωρία καὶ καλλιγραφοῦσε. Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς του, µοίρασε τὴν µεγάλη κληρονοµιά του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἐπιδόθηκε περισσότερο στοὺς πνευµατικοὺς ἀγῶνες. Ἀργότερα ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ γίνει ἱερέας καὶ νὰ πάει νὰ προσκυνήσει στοὺς Ἁγίους Τόπους. Κατόπιν ἐπέστρεψε στὸ µονύδριό του καὶ ἔζησε ζωὴ ἁγία µὲ ἀγάπη καὶ ἐλεηµοσύνες πρὸς τοὺς συνανθρώπους του. Πέθανε πάνω ἀπὸ 70 χρονῶν στὶς 22-1-1511. Τὸ 1669, στὶς 29 Αὐγούστου, οἱ συγγενεῖς του ἔφεραν τὸ ἅγιο λείψανό του στὴ Ζάκυνθο. Μνήµη τῆς εὑρέσεως τῆς ἱερᾶς εἰκόνος Παναγίας «Ἐλεήστριας» Κορώνης, ἐν Μεσσηνίᾳ (1897).

Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος Διάκονος
(Ῥῶσος, 12ος αἰ.).

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 21

Ὁ Ὅσιος Μάξιµος ὁ ὁµολογητής
Ὃς ἂν ὁµολογήσει ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ µένει καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ».
Δηλαδή, ὅποιος ὁµολογήσει µὲ ὅλες του τὶς δυνάµεις ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς µένει µέσα σ᾿ αὐτὸν καὶ αὐτὸς µέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἕνας τέτοιος ὁµολογητὴς ὑπῆρξε καὶ ὁ Ὅσιος Μάξιµος, ποὺ πραγµατικὰ εἶχε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ἐπάνω του. Ἦταν εὐγενικῆς καταγωγῆς καὶ γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 580 µ. Χ. Ἔκανε λαµπρὲς σπουδὲς στὴ θεολογία, ἀλλὰ καὶ στὴ φιλοσοφία. Μάλιστα, ἔκανε ἰδιαίτερος γραµµατέας τοῦ αὐτοκράτορα Ἡρακλείου. Τότε προόδευε ἡ αἵρεση τῶν Μονοθελητῶν. Ὁ Μάξιµος ἀφήνει τὶς λαµπρότητες τῶν ἀνακτόρων καὶ γίνεται µοναχός, πολεµῶντας παντοιοτρόπως τὴν σατανικὴ αὐτὴ αἵρεση. Στὸν ἀγῶνα του αὐτὸ βρίσκει πολλὰ ἐµπόδια. Κυρίως, τὸν αὐτοκράτορα Κώνστα, ποὺ ὑποστήριζε τοὺς Μονοθελητές. Μάλιστα, ἔφτασε στὸ σηµεῖο µὲ µία ψευτοσύνοδο νὰ καταδικάσει τὸν ὅσιο, νὰ τὸν ἀναθεµατίσει(!), καὶ τὸν παρέδωσε στὸν ἔπαρχο τῆς πόλης γιὰ νὰ τιµωρηθεῖ. Μαστιγώνεται σκληρὰ καὶ τοῦ κόβουν τὴν γλῶσσα καὶ τὸ δεξὶ χέρι. Ἡ θέα, ὅµως, τοῦ ἄγλωσσου, πλέον, στόµατος, θὰ ἦταν ἡ εὐγλωττότερη καὶ φλογερώτερη ὑπόµνηση τῆς ἀφοσίωσης ποὺ χρωστοῦν ὅλοι νὰ ἔχουν στὴν Ἱερὴ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. Πεθαίνει ἐξόριστος στὴ Λαζικὴ τὸ 662 µ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Νεόφυτος
Γεννήθηκε στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, τὸν Θεόδωρο καὶ τὴν Φλωρεντία, ἐπὶ βασιλέως Διοκλητιανοῦ (284-304). Σὲ νεαρὴ ἡλικία κατέφυγε στὸν Ὄλυµπο καὶ ζοῦσε ἀσκητικὰ µέσα σὲ µία σπηλιά. Ἀπὸ τὸν Ὄλυµπο ἐπανῆλθε στὴ Νίκαια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τοὺς γονεῖς του, καὶ κατόπιν πάλι ἐπέστρεψε στὸν Ὄλυµπο. Ἡ ζωή του ὑπῆρξε πολὺ πνευµατική. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὅµως, οἱ διῶκτες τοῦ Χριστιανισµοῦ Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιµιανός, ἔστειλαν στὴν ἐπαρχία τῆς Βιθυνίας ἕναν θηριώδη ἄρχοντα, τὸν Μάξιµο. Αὐτὸς κοµµατίαζε τοὺς χριστιανοὺς µὲ τὸν πιὸ ἀπάνθρωπο τρόπο. Τότε ἄγγελος Κυρίου ἐµφανίστηκε στὸν Νεόφυτο καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάει στὴ Νίκαια γιὰ νὰ µαρτυρήσει. Ἔτσι ὥστε µὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ ἐνισχύσει ψυχικὰ τοὺς χριστιανούς. Πράγµατι ὁ Νεόφυτος παρουσιάστηκε στὸν Μάξιµο καὶ µὲ πρωτοφανὲς θάῤῥος τὸν ἤλεγξε. Τότε ὁ ἄγριος ἄρχοντας διέταξε καὶ τὸν ἔδειραν σκληρά. Κατόπιν τὸν ἔριξαν µέσα σὲ καζάνι µὲ βραστὸ νερό, ἔπειτα στὰ θηρία καὶ στὸ τέλος τὸν σκότωσαν µὲ ξίφος. Τὸ µαρτύριό του, ὅµως, ἐµψύχωσε σὲ µεγάλο βαθµὸ τοὺς χριστιανοὺς τοῦ τόπου ἐκείνου.

Ὁ Ὅσιος Ζώσιµος ἐπίσκοπος Συρακουσῶν
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Σικελία. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του εἶχαν ἕνα κτῆµα κοντὰ σ᾿ ἕνα µοναστήρι, καὶ ὁ µικρὸς γιός τους γρήγορα ἀγαπήθηκε ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ µοναχοὺς γιὰ τὴν ἀφοσίωσή του στὰ θεῖα. Ὁ ἡγούµενος µάλιστα τοῦ µοναστηρίου φρόντισε ὁ µικρὸς νὰ µάθει γράµµατα καὶ ὅταν µεγάλωσε, ὁ ἴδιος πλέον δίδασκε τὰ θεολογικὰ γράµµατα. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἡγουµένου ἔγινε αὐτὸς διάδοχός του, διότι θεωρήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Συρακουσῶν ἀξιώτερος ὅλων. Ὑπῆρξε τόσο µεγάλη ἡ εὐσεβὴς δράση του, ὥστε µετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἐπισκόπου Συρακουσῶν, ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ τὸν ἔφερε στὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωµα. Ἀπὸ τὴν νέα του θέση, ὑπηρέτησε λαµπρὰ τὴν διδασκαλία τοῦ θείου λόγου καθὼς καὶ ὅλα τὰ ποιµαντικά του καθήκοντα. Καὶ ἔτσι ἅγια ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Οἱ Ἅγιοι Εὐγένιος, Οὐαλεριανός, Κάνδιδος καὶ Ἀκύλας οἱ ἐκ Τραπεζοῦντας
Κατὰ τὸν διωγµὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ ζήτησαν νὰ προφυλαχθοῦν στὰ ὄρη. Συνελήφθησαν ὅµως καὶ διατάχθηκαν ν᾿ ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό. Ἐκεῖνοι ἀπάντησαν γενναία, ὅτι δὲν Τὸν ἀρνοῦνται, καὶ τότε τοὺς ἐξόρισαν στὸ φρούριο τῆς Πιτυοῦντος τῶν Λάζων. Ἡ φυλακὴ δὲν µπόρεσε νὰ δαµάσει τὸ φρόνηµά τους. Τοὺς ἔφεραν λοιπὸν καὶ πάλι στὴν Τραπεζοῦντα, ὅπου µὲ ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλές, προσπάθησαν νὰ τοὺς σύρουν στὴν εἰδωλολατρεία. Ἡ ἀποτυχία, ὅµως, ἐξόργισε τὸν ἔπαρχο Λυσία καὶ διέταξε νὰ τοὺς βασανίσουν σκληρά. Πρῶτα τους γύµνωσαν, καὶ ἄνδρες δυνατοὶ µὲ µαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν, καταξέσχισαν τὶς σάρκες τους. Ἔπειτα ἔµπηξαν σιδερένια νύχια στὰ σώµατά τους καὶ ἄνοιξαν βαθειὲς πληγὲς στὰ πλευρά τους. Κατόπιν µὲ ἀναµµένες λαµπάδες, ἔκαψαν τὶς µατωµένες πληγές τους. Τελικὰ θανατώθηκαν µὲ ἀποκεφαλισµό, ἀφοῦ ἔµειναν ἄσειστοι καὶ νικηφόροι στὴν πίστη τους.
(Στὸ τυπικό της Μονῆς Καρακάλου, ἀριθ. 25 φ. 123 σηµειώνεται: «τῇ 24η Ἰουνίου τελεῖται καὶ ἡ γέννησις τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου µεγαλοµάρτυρας Εὐγενίου»).

Ἡ Σύναξις τῆς Ἁγίας Εἰρήνης
Στὴν ἐκκλησία ποὺ βρίσκεται πρὸς τὴν θάλασσα. Αὐτὴ ἴσως εἶναι ἡ ἐκκλησία ποὺ ἔκτισε ὁ Ἅγιος Μαρκιανὸς (+ 10 Ἰανουαρίου), ὁ οἰκονόµος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Διότι αὐτὸς ἔκτισε ἕναν ναὸ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης πρὸς τὴν θάλασσα. Καὶ σ᾿ ἄλλα µέρη τῶν Συναξαριστῶν ἀναφέρεται αὐτὴ ἡ Ἁγία Εἰρήνη πρὸς τὴν θάλασσα.

Ἡ Ἁγία Ἁγνή
Ἦταν κόρη οἰκογενείας εὐγενῶν ἀπὸ τὴν Ῥώµη. Οἱ δραστηριότητες τῆς Ἁγνῆς ἦταν νὰ φέρνει ψυχὲς στὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ οἱ ἐπιτυχίες της ἦταν µεγάλες. Καταγγέλθηκε στὸν ἄρχοντα καὶ διατάχτηκε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἡ Ἁγνὴ ἐπέµενε νὰ τὸν ὁµολογεῖ. Τότε ὁ σκληρὸς ἄρχοντας τὴν ἔριξε σὲ πορνεῖο γιὰ νὰ σπιλώσει τὴν τιµή της. Ἀλλ᾿ ἡ Ἁγνὴ διὰ τῆς προσευχῆς ἔφερε πραγµατικὸ σεισµὸ µέσα στὸ πορνεῖο, καὶ ὅσους διεφθαρµένους τόλµησαν νὰ τὴν πλησιάσουν τοὺς ἔριξε κάτω νεκρούς. Ἀµέσως τότε οἱ διεφθαρµένες γυναῖκες τὴν ἔβγαλαν ἀπὸ τὸ πορνεῖο καὶ ὁ ἄρχοντας ἀπὸ τὴν µανία τὴν ἔριξε στὴν φωτιά. Ἔτσι ἡ ψυχή της στεφανηφόρα πέταξε πρὸς τὸν Θεό. Εὐσεβεῖς χριστιανοὶ παρέλαβαν τὰ ἀπανθρακωµένα λείψανά της καὶ τὰ ἔθαψαν µὲ µεγάλη εὐλάβεια (ἡ µνήµη τῆς περιττῶς ἐπαναλαµβάνεται καὶ τὴν 5ην Ἰουλίου).

Οἱ Ἅγιοι τέσσερις Μάρτυρες
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους στὴν Τύρο.

Ὁ Ὅσιος Νεόφυτος Προσµονάριος τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου
Ἄκουσε τὴν φωνὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀπὸ τὸ στόµα τῆς ἁγίας της εἰκόνας. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

[Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πάτροκλος] Μνήµη ὅλων τῶν Μαρτύρων
Ποὺ µαρτύρησαν ἀπὸ τὸ χρόνο τοῦ πρωτοµάρτυρα Στεφάνου µέχρι σήµερα. Ἡ µνήµη τους συναντᾶται στὸ Ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο (σελ. 30). Ἡ δὲ πανήγυρή τους γινόταν στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου Στεφάνου τῶν Ἱεροσολύµων, ποὺ ἔκτισε ἡ βασίλισσα Εὐδοκία (+ 460), σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ.

Ὁ Ἅγιος Μάξιµος Γραικός
Γεννήθηκε στὴν Ἄρτα τὸ 1470, ἀλλὰ ἡ καταγωγή του ἦταν ἀπὸ τὸν Μοριᾶ καὶ τὸ κοσµικό του ὄνοµα ἦταν Μιχαὴλ Τριβώλης. Μαθήτευσε κοντὰ στὸν Ἰωάννη Μόσχο καὶ ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του στὴν Ἰταλία. Ἐπίσης, µαθήτευσε στὴν Ἑλληνικὴ σχολὴ τῆς Βενετίας καὶ κατόπιν σπούδασε στὰ Πανεπιστήµια τῆς Πάδοβας, τῆς Φλωρεντίας καὶ τοῦ Μιλάνου ἔχοντας ἐπιφανεῖς Ἕλληνες δασκάλους, ὅπως ὁ Ἰανὸς Λάσκαρης, ὁ Λαόνικος Χαλκοκονδύλης κ.ἄ. Τὸ 1505-6 πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκάρη µοναχός µε τὸ ὄνοµα Μάξιµος. Ἀργότερα ὁ Ἅγιος, µετὰ ἀπὸ παράκληση τοῦ τσάρου τῆς Ῥωσίας Βασιλείου Ἰβάνοβιτς, τὸ 1516, πῆγε στὴ Ῥωσία προκειµένου νὰ µεταφράσει διάφορα λειτουργικὰ καὶ θεολογικὰ βιβλία στὴ σλαβωνική. Ἐκεῖ ὅµως συκοφαντήθηκε ἄγρια ἀπὸ τὸν ἰσχυρὸ ἡγούµενο τῆς Μονῆς Βολοκαλὰµκ Δανιὴλ καὶ ἔτσι ὁ Μάξιµος ταλαιπωρήθηκε ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν µὲ ἐξορίες, στέρηση θείας κοινωνίας, φυλακίσεις σιδηροδέσµιος καὶ ἄλλα βάσανα. Τελικὰ τὸ 1551 µεταφέρθηκε στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σεργίου, ὅπου ὁ ἡγούµενος τὸν περιέβαλε µὲ πολλὴ ἀγάπη, ἐκτιµῶντας τὸ πνευµατικό του ἔργο. Ἐδῶ ἄφησε καὶ τὴν τελευταία του πνοὴ στὶς 21 Ἰανουαρίου τοῦ 1556, ἀφοῦ συνέγραψε πολλὰ ἀπολογητικὰ καὶ ἑρµηνευτικὰ ἔργα. Ἁγιοποιήθηκε στὶς 31 Μαίου 1988.

Ὁ Ὅσιος Ἀπολλώνιος ὁ Ἀναχωρητής
(+4ος αἰ.).

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 20

Ὁ Ἅγιος Εὐθύµιος ὁ Μέγας Γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς ποὺ εἶχαν µεγάλη πίστη καὶ θεάρεστη ζωή, τὸν Παῦλο καὶ τὴν Διονυσία, τὸ 377 στὴ Μελιτηνὴ τῆς Ἀρµενίας. Σὲ ἡλικία τριῶν χρόνων χάνει τὸν πατέρα του, ἀλλὰ ἡ µητέρα του ἦταν ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς χῆρες γυναῖκες ποὺ διατήρησαν ὅλη τὴν ψυχική τους δύναµη καὶ µπόρεσαν νὰ ἀναδείξουν µεγάλα τὰ παιδιά τους. Ὁ ἐπίσκοπος Εὐτρώϊος διέκρινε τὰ χαρίσµατα τοῦ παιδιοῦ καὶ τὸ προστάτευσε. Ἀφοῦ σπούδασε ὁ Εὐθύµιος, χειροτονεῖται διάκονος, καί, κατόπιν, Ἱερέας καὶ µάλιστα, κρίνεται κατάλληλος νὰ διευθύνει τὸ µοναστήρι τῆς Μελιτηνῆς. Πόθος του, ὅµως, ἦταν νὰ πάει στοὺς Ἁγίους Τόπους. Πράγµατι, τὸ 406 ὁ Θεὸς τὸν ἀξιώνει καὶ πηγαίνει στὰ Ἱεροσόλυµα. Τὰ µεγάλα πνευµατικὰ καὶ ἠθικὰ χαρίσµατά του γρήγορα τὸν ἀνέδειξαν καὶ ἐκεῖ. Στὸ ἡσυχαστήριό του συγκεντρώνονται πολλοὶ ζηλωτὲς µοναχοὶ καὶ τὸν ἐκλέγουν ἡγούµενο. Τὸ νέο του ἀξίωµα ὁ Εὐθύµιος τὸ διαχειρίζεται σωστὰ καὶ ἀρχίζει συστηµατικὴ Ἱεραποστολικὴ ἐργασία χριστιανικοῦ φωτισµοῦ µεταξὺ τῶν ἀραβικῶν πληθυσµῶν, φέρνοντας πολλοὺς Ἄραβες στὴ χριστιανικὴ πίστη. Ἔτσι, ὁ Εὐθύµιος «θέρισε» πολλὲς ψυχὲς στὸν πνευµατικὸ ἀγρὸ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ σύµφωνα µὲ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου µας, «Ὁ θερίζων µισθὸν λαµβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον». Δηλαδή, ἐκεῖνος ποὺ ἑλκύει ψυχὲς στὴ σωτηρία παίρνει µισθὸ καὶ ἀποθηκεύει καρπὸ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Ὁ Εὐθύµιος πάνω ἀπὸ 90 ἐτῶν, (κάτ᾿ ἄλλους πέθανε τὸ 473 σὲ ἡλικία 97 ἐτῶν), παραδίδει τὸ πνεῦµα του στὸν Κύριο, ἀφοῦ τὸν ὑπηρέτησε µέχρι τέλους, καὶ δίκαια ὀνοµάστηκε Μέγας.
(Στὸν Πατµιακὸ Κώδικα 266, κατὰ τὴν 7η τοῦ µηνὸς Μαΐου φέρεται «ἡ µετάθεσις τῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡµῶν Εὐθυµίου τοῦ Μεγάλου». Στὸν δὲ Συναξαριστὴ Delehaye σελ. 406, ἀναφέρεται κατὰ τὴν 19η Ἰανουαρίου, «ἐπάνοδος τοῦ λειψάνου τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡµῶν Εὐθυµίου»).

Οἱ Ἅγιοι Βάσσος, Εὐσέβιος, Εὐτύχιος καὶ Βασιλείδης
Ἦταν πλούσιοι καὶ συγκλητικοί. Μαρτύρησαν στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ, στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα. Ἐνῷ πρὶν ἦταν εἰδωλολάτρες, πῆραν ἀφορµὴ νὰ µελετήσουν τὴν χριστιανικὴ θρησκεία καὶ νὰ προσέλθουν σ᾿ αὐτή, ὅταν παρακολούθησαν τὸ µαρτύριο τοῦ ἐπισκόπου Θεοπέµπτου. Καὶ τὴν γνήσια καὶ ὁλόθερµη πίστη τους, ἐπικύρωσαν µὲ τὸ µαρτυρικό τους τέλος. Καταγγέλθηκαν σὰ χριστιανοί, δὲν τὸ ἀρνήθηκαν, ἄφοβοι δὲ καὶ πρόθυµοι βάδισαν στὸ στάδιο τοῦ µαρτυρίου. Στὴν ἀρχὴ τοὺς ἀφαίρεσαν τὶς ἐπίσηµες ζῶνες τους, ἐµβλήµατα τῶν συγκλητικῶν ἀξιωµάτων τους, διότι τάχα ἦταν ἀνάξιοι νὰ τὶς φέρουν. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι χαίρονταν, διότι πίστευαν ὅτι εἶχαν γίνει συµπολῖτες τῶν Ἁγίων καὶ θὰ γίνονταν καὶ στεφανηφόροι του Χριστοῦ. Ἔτσι ὑπέστησαν γενναιότατα τὸ µαρτυρικὸ θάνατο ὡς ἑξῆς: τὸν µὲν Βάσσο, ἀφοῦ τὸν ἔβαλαν µέχρι τὰ γόνατα µέσα σὲ βόθρο, κατόπιν τοῦ ἔκοψαν τὰ χέρια καὶ στὴ συνέχεια διαµέλισαν ὅλο τὸ σῶµα του. Τοὺς δὲ Εὐσέβιο καὶ Εὐτύχιο, ἀφοῦ τους κρέµασαν ἀνάποδα, κατόπιν τοὺς διαµέλισαν µὲ τσεκούρια. Καὶ τέλος τὸν Βασιλείδη τὸν θανάτωσαν, ἀφοῦ τοῦ διέῤῥηξαν τὴν κοιλιὰ µὲ µαχαῖρι.

Οἱ Ἅγιοι Ἴννας, Πίννας καὶ Ῥίµµας
Κατάγονταν ἀπὸ τὸν Βοῤῥᾶ καὶ ὀνοµάστηκαν κρυστάλλινοι, µαρτύρησαν ἀφοῦ τους ἔβαλαν, δεµένους σὲ ξύλο καὶ σὲ καιρὸ τροµερῆς παγωνιᾶς, µέσα σὲ παγωµένο ποτάµι. Φοβεροὶ καὶ ἀνυπόφοροι ἦταν οἱ πόνοι ποὺ δοκίµασε ἐκεῖ ἡ ὁλόγυµνη σάρκα τους. Ἀλλ᾿ ἡ ψυχή τους δὲν ἀπέβαλε τίποτα ἀπὸ τὴν θερµὴ εὐσέβειά τους. Καὶ ἔτσι πῆραν τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.

Ὁ µακάριος Πέτρος ὁ τελώνης
Ἦταν Πατρίκιος στὸ ἀξίωµα καὶ διορισµένος ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ διοικητὴς στὴν Ἀφρική. Δυστυχῶς κατεῖχε ἕνα θανάσιµο ἐλάττωµα, τὴν πλεονεξία. Κάποτε ὅµως ἔπεσε στὰ χέρια του τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἀπὸ περιέργεια τὸ διάβασε. Τὸ θαῦµα ἔγινε! ἄνοιξαν τὰ µάτια του καὶ εἶδε ὅλη τὴν ἀσχήµια τῆς ζωῆς του. Καὶ µετὰ ἀπὸ ἕνα σηµαδιακὸ ὄνειρο, µετάνιωσε εἰλικρινά, µοίρασε ὅλη του τὴν περιουσία στοὺς φτωχούς, παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἐπικίνδυνο ἐπάγγελµά του καὶ ζοῦσε βοηθῶντας µὲ κάθε τρόπο τοὺς πάσχοντες. Ἔφτασε µάλιστα στὸ σηµεῖο καὶ νὰ πουληθεῖ ἀκόµα σὰν δοῦλος γιὰ νὰ βοηθήσει µία οἰκογένεια ποὺ ὑπέφερε. Ἀργότερα πῆγε στὴν Ἱερουσαλήµ, προσκύνησε τοὺς ἁγίους Τόπους καὶ ἔπειτα πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἀπεβίωσε φτωχός, ἀλλὰ πλούσιος σὲ οὐρανίους θησαυρούς.
Οἱ Ἅγιοι Θύρσος καὶ Ἁγνὴ
Μάρτυρες ποὺ ἡ σύναξή τους τελεῖται κοντὰ στὶς Ἐλενιάνες.
Ὁ εὐσεβὴς Βασιλεύς Λέων ὁ Μέγας, ὁ Θράξ
Ὁ βασιλεὺς οὗτος Λέων ἔγινε µετὰ τὸν εὔσεβεστατον βασιλέα Μαρκιανόν. Τὴν εἰς τὸν θρόνον ἀνάῤῥησιν προείπεν εἰς αὐτὸν ἡ Θεοτόκος, ὅτε ἦτο εἰσέτι ἁπλοῦς ἰδιώτης. Τριπλοῦν δὲ τότε θαῦµα ἐγένετο ἤτοι α) ἡ ἀκουσθεῖσα φωνὴ τῆς Θεοτόκου ἡ ἀποκαλύψασα εἰς τὸν Λέοντα τὸ ἁγίασµα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς (Μπαλουκλή), β) ἡ πρόῤῥησις ὅτι ὁ Λέων θὰ γίνῃ βασιλεὺς καὶ γ) ἡ διὰ τοῦ Λέοντος θεραπεία τοῦ τυφλοῦ. Ἐφύλαττε δὲ ὁ Λέων οὗτος πολὺ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν, βεβαιώσας ἅπαντα τὰ κηρυχθέντα ὑπὸ τῶν προκατόχων του βασιλέων κατὰ τῶν αἱρετικῶν διατάγµατα καὶ πρὸ πάντων τὰ τῆς ἐν Χαλκηδόνι Ἁγίας Τετάρτης Οἰκουµενικῆς Συνόδου θεσπίσµατα ὅθεν ἡ Ἐκκλησία ἐπὶ τῆς ἐποχῆς του ἦτο ἐν ἀνθηρῇ καταστάσει. Ἐθέσπισεν ἐπίσης νόµον δι᾿ οὗ ἀπηγορεύετο τὸ πωλεῖν, τὸ ἀγοράζειν καὶ τὸ ὀρχεῖσθαι ἐν ἡµέρᾳ Κυριακή. Οὗτος ἀνήγειρε καὶ τὸν Ναὸν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, εἰς τὸν τόπον εἰς ὃν ἀνέβλυσε τὸ ἁγίασµα. Ζήσας δὲ ἔτη δέκα ἑπτὰ ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ θρόνου, ἐξεδήµησε πρὸς Κύριον ἐν ἔτει υοδ´ (474), προσβληθεῖς ὑπὸ ὑπερβολικῆς δυσεντερίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἔγινε τὸ λείψανόν του ὡς φανός. Εἰς τὸν Ἅγιον τοῦτον βασιλέα Λέοντα ἐποίησε πλήρη Ἀκολουθίαν ὁ Ὑµνογράφος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Πατὴρ Γεράσιµος Μικραγιαννανίτης.
Ἡ Ἁγία Ἄννα
Μαρτύρησε στὴ Ῥώµη.
Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας νεοµάρτυρας ἐξ Ἀρτης
Ὁ νεοµάρτυρας αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὰ µέρη τῆς Ἄρτᾳς. Σὲ µικρὴ ἡλικία ἐξισλαµίστηκε καὶ ἀργότερα ἔφυγε στὴν παλιὰ Πάτρα, ὅπου ἔκανε τὴν τέχνη τοῦ γουναρά. Σὲ κάποια στιγµὴ ὅµως µετάνιωσε εἰλικρινά, βρῆκε πνευµατικό, ἐξοµολογήθηκε τὸ ἁµάρτηµα τῆς ἐξωµοσίας τοῦ καὶ ζήτησε τὴν ἄδεια νὰ µαρτυρήσει. Ὁ πνευµατικὸς ὅµως, φοβούµενος µήπως ἀποκάµει ὁ µάρτυρας στὴ διάρκεια τῶν βασανιστηρίων, τὸν ἀπέτρεπε λέγοντάς του ὅτι, ἀπ᾿ τὴν στιγµὴ ποὺ ἦρθαν οἱ Ἀρβανῖτες στὸν Μοριὰ ἔµαθαν στοὺς ντόπιους Τούρκους τόσους καὶ τέτοιους τρόπους βασανιστηρίων, ποὺ µπροστά τους ὠχριοῦν αὐτὰ τῶν πρώτων χριστιανῶν. Ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε τότε στὸν πνευµατικὸ λέγοντάς του ὅτι ἔχει τόση δίψα νὰ βασανιστεῖ γιὰ τὸν Χριστό, ποὺ γιὰ νὰ τὸν ξεδιψάσουν δὲν φτάνουν οὔτε αὐτὰ τὰ βασανιστήρια τῶν Ἀρβανιτῶν. Μπροστὰ στὰ λόγια αὐτὰ τῆς πίστης καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Χριστό, ὁ πνευµατικὸς µετέδωσε τὰ ἄχραντα µυστήρια στὸν Ἅγιο καὶ τὸν εὐλόγησε. Τότε ὁ Ζαχαρίας ἀφοῦ πῆγε στὸ ἐργαστήρι του, πούλησε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του καὶ τὰ ἔδωσε ἐλεηµοσύνη στοὺς φτωχούς. Ἔπειτα παρουσιάστηκε στὸν κριτὴ καὶ µὲ θάῤῥος ὁµολόγησε τὸν Χριστό. Ἐπειδὴ ὁ Κριτὴς δὲν µπόρεσε νὰ τὸν µεταπείσει οὔτε µὲ κολακεῖες, οὔτε µὲ φοβέρες, τὸν ἔστειλε στὸν ἐξουσιαστὴ τῆς πόλης. Αὐτός, µαζί µε τοὺς ἀγάδες, ἀποφάσισε νὰ τὸν ῥίξουν στὴ φυλακὴ καὶ τρεῖς φορὲς τὴν ἡµέρα νὰ τὸν χτυπᾶνε δυνατά, ἔτσι ὥστε ἡ νὰ ἐπανέλθει στὴν πίστη τους ἤ νὰ ξεψυχήσει χωρὶς νὰ χυθεῖ αἷµα ἀπὸ τὸ σῶµα του. Ἔτσι ὁ Ἅγιος βασανίστηκε γιὰ πολλὲς ἡµέρες καὶ µὲ ἀξιοθαύµαστη καρτερία ὑπέµεινε τὰ φρικτὰ βασανιστήρια. Παρέδωσε τὸ πνεῦµα του στὶς 20 Ἰανουαρίου 1782 στὴν Πάτρα. Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου σῴζεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ «Κάτω Παναγιᾶς» Ἄρτᾳς.
Οἱ Ὅσιοι Εὐθύµιος ὁ Ἡσυχαστὴς καὶ Λαυρέντιος ὁ Ἔγκλειστος
Στὴ Λαύρα τοῦ Κιέβου (Ῥῶσοι, 13ος-14ος αἰ.).

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ἰανουάριος - 19

Ὁ Ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος
Ἦταν ἀναχωρητὴς Αἰγύπτιος ἀσκητικότατος. Πέρασε τὰ χρόνια τῆς ζωῆς του µέσα στὴν ἔρηµο, σ᾿ ἕνα στενότατο κελλί, µὲ πολλὴ ἐγκράτεια καὶ προσευχή. Γιὰ τὰ ἀσκητικά του παλαίσµατα, ὁ Μακάριος, ὀνοµάστηκε µέγας καὶ ἡ φήµη του ἦταν διαδεδοµένη σχεδὸν σ᾿ ὅλα τὰ ἀσκητήρια της Αἰγύπτου. Ὅταν µαζευόταν πολὺ πλῆθος κοντά του, γιὰ νὰ πάρει τὴν συµβουλή του καὶ ν᾿ ἀκούσει ἀπ᾿ τὸ στόµα του ῥήµατα ζωῆς αἰωνίου, αὐτὸς ἐξαφανιζόταν µέσῳ ὑπόγειας σύραγγας ποὺ ἕνα µέρος αὐτῆς ἔσκαψε ὁ ἴδιος µε τὰ χέρια του σὲ µία σπηλιά. Ὁ δὲ Παλλάδιος, διηγεῖται γιὰ τὸν ὅσιο Μακάριο, πολλὰ φοβερὰ καὶ ἐξαίσια κατορθώµατα, νῖκες κατὰ τῶν δαιµόνων καὶ ἀναστάσεις νεκρῶν. Ἔζησε στὰ χρόνια του Μεγάλου Θεοδοσίου (373) καὶ πέθανε εἰρηνικὰ 90 χρονῶν.

Ὁ Ὅσιος Μακάριος ὁ Ἀλεξανδρεύς
Ἀσκητὴς καὶ αὐτὸς καὶ πρεσβύτερος τῶν λεγοµένων Κελλιῶν. Πέρασε τὴν ζωή του στὴν Αἰγυπτιακὴ ἔρηµο µὲ ἄκρα ἡσυχία, στερήσεις πολλὲς καὶ κακουχίες. Ἔζησε πολεµῶντας κατὰ τῶν δαιµόνων (σχετικῶς γράφει ὁ Παλλάδιος στὸ Λαυσαϊκό) καὶ πέθανε εἰρηνικά. (Πιθανὸν νὰ εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο µὲ τὸν πιὸ πάνω Μακάριο, διότι οἱ βιογραφίες τους εἶναι σχεδὸν ταυτόσηµες).

Ἡ Ἁγία Εὐφρασία
Πατρίδα της ἦταν ἡ Νικοµήδεια καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαξιµιανοῦ (290). Ἡ οἰκογένειά της διακρινόταν γιὰ τὸ ἐπίσηµο τοῦ γένους της, ἡ ἴδια δὲ ἡ Εὐφρασία, ἔλαµπε ἀπὸ µεγάλη σωφροσύνη καὶ εὐσέβεια. Καταγγέλθηκε ὅτι πίστευε στὸν Χριστὸ καὶ ὁ ἔπαρχος τὴν συνέλαβε καὶ τὴν παρέδωσε σ᾿ ἕνα ἀγροῖκο βάρβαρο, γιὰ νὰ τὴν ἀτιµάσει. Ἡ Εὐφρασία ὅµως, ἄλλαξε τὴν σὲ βάρος της κατάσταση, ὑπέρ της. Εἶπε δηλαδὴ σ᾿ ἐκεῖνον τὸν βάρβαρο, ὅτι ἂν τὴν ἄφηνε ἀπείρακτη, θὰ τοῦ γνώριζε κάποιο φάρµακο, ποὺ θὰ τὸν προφύλαγε στὶς µάχες ἀπὸ κάθε πληγὴ καὶ αὐτοῦ ἀκόµα τοῦ ξίφους. Καὶ πρόσθεσε: «ἂν θέλεις νὰ πεισθεὶς γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων µου, κτύπα δυνατὰ µὲ τὸ ξίφος σου τὸν λαιµό µου καὶ θὰ δεῖς ὅτι δὲν θὰ µὲ βλάψει». Ὁ βάρβαρος δοκίµασε. Τὸ κεφάλι τῆς Ἁγίας κόπηκε καὶ ἔπεσε κάτω αἱµόφυρτο, Ἀλλ᾿ ἡ τιµή της σώθηκε καὶ ἡ ἁγνὴ παρθένος πῆρε τὸ βασιλικὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.

Ἡ Ἀνακοµιδὴ τοῦ Λειψάνου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου
Ἡ ἀνακοµιδὴ τοῦ τιµίου αὐτοῦ λειψάνου ἔγινε ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Πορφυρογέννητο, ποὺ τὸ κατέθεσε στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Τὴν ἱερὴ κάρα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου θησαυρίζει ἡ Ἱερὴ Μονὴ τοῦ Βατοπεδίου στὸ ἍγιονὌρος.

Ἀνάµνηση θαύµατος Μεγάλου Βασιλείου
Αὐτὴ τὴν µέρα γίνεται ἡ ἀνάµνηση τοῦ µεγάλου θαύµατος στὴ Νίκαια, ὅταν ὁ Μέγας Βασίλειος µὲ τὴν προσευχή του ἄνοιξε τὶς πόρτες τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἔδωσε στοὺς Ὀρθοδόξους.

Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος Ἀρχιεπίσκοπος Κερκύρας
Ὑπῆρξε στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Βασιλείου τοῦ Μακεδόνα (867-886), στὴν Ἱερουσαλήµ. Ὁ πατέρας του ἦταν καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήµ, ἡ δὲ µητέρα του ἀπὸ τὴν Βηθανία. Σὲ µικρὴ ἡλικία οἱ γονεῖς του τὸν ἀφιέρωσαν σ᾿ ἕνα τῶν ἐκεῖ µοναστηριῶν, ὅπου διδασκόταν τὴν µοναχικὴ ζωὴ καὶ 12 χρονῶν ἐκάρη µοναχός. Ἀργότερα ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴµ καὶ πῆγε στὴ Σελεύκεια, ὅπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Ἀπὸ τὴν Σελεύκεια ἐπανῆλθε στὴν Ἱερουσαλὴµ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐπὶ Πατριάρχου Τρύφωνος (928-931) πῆρε Ἱερατικὴ θέση. Ἐπὶ δὲ τοῦ διαδόχου του Τρύφωνα, Θεοφύλακτου (933-956) ἐκλέχτηκε ἐπίσκοπος Κερκύρας γιὰ τὴν πολὺ ἐνάρετη ζωή του. Σὰν ποιµενάρχης διακρίθηκε γιὰ τὴν εὐαγγελική του δράση καὶ ἀφοσιώθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὶς ἀνάγκες τοῦ ποιµνίου του. Κάποτε ὅµως, ὁ Κωνσταντῖνος Πορφυρογέννητος (911 -959), ἄγνωστο γιὰ ποιὸ λόγο, ζήτησε νὰ παρουσιαστοῦν στὴ βασιλεύουσα οἱ Κερκυραῖοι πρόκριτοι. Ὁ γέροντας, πλέον Ἀρσένιος, ἀνέλαβε νὰ διευθετήσει τὰ πράγµατα καὶ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὴν ἐπιστροφὴ ὅµως, πέθανε στὸ δρόµο κοντὰ στὴν Κόρινθο. Ἀπὸ ἐκεῖ µετακοµίστηκε στὴν Κέρκυρα καὶ τὸ Ἱερό του λείψανο ἔκανε, µὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, πολλὰ θαύµατα.

Ὁ Ὅσιος Μελέτιος ὁ Γαλασιώτης ὁ Ὁµολογητής
Μαρία ὀνοµαζόταν ἡ µητέρα του καὶ Γεώργιος ὁ πατέρας του, ποὺ ἦταν ἀξιωµατικός. Καταγόταν ἀπὸ µία κωµόπολη τῆς Μαύρης Θάλασσας. Τὸ ἀρχικό του ὄνοµα ἦταν Μιχαὴλ καὶ ὁ εὐσεβὴς πόθος του τὸν ἔφερε στοὺς ἁγίους Τόπους, ἀπ᾿ ὅπου βάδισε πεζὸς στὸ θεοβάδιστο Ὄρος Σινᾶ, καὶ κατατάχθηκε στὸ ἐκεῖ µοναχικὸ τάγµα. Ἀργότερα πῆγε στὴν Αἴγυπτο, ἀπὸ κεῖ στὴ Δαµασκὸ γιὰ νὰ καταλήξει στὴ Μονὴ Ὁσίου Λαζάρου, ποὺ ἦταν στὸ ὄρος Γαλάσιο, καὶ ἀπ᾿ αὐτὸ πῆρε τὸ ἐπώνυµο Γαλασιώτης. Τὸ 1261 ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ δίδασκε µαζὶ µὲ τὸν συµµοναστὴ του Γαλακτίονα στοὺς χριστιανούς, νὰ εἶναι ἀκλόνητοι στὴν Ὀρθοδοξία καὶ πὼς νὰ ἐξασφαλίζουν τὴν ψυχική τους σωτηρία. Ὁ Μιχαὴλ Παλαιολόγος τοὺς ἐξόρισε στὴ Σκῦρο τὸ 1275, ἀλλὰ µετὰ µερικὰ χρόνια ἐπέστρεψαν στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ τότε λατινόφρων πατριάρχης Ἰωσὴφ Βέκκης, εἶπε στὸν Μελέτιο νὰ γίνει ἱερέας, ἀλλ᾿ αὐτὸς δὲν δέχτηκε ἀπὸ ἕναν πολέµιο τῆς Ἐκκλησίας νὰ γίνει ἱερέας. Τελικὰ πέθανε τὸ 1283 σὲ ἡλικία 77 ἐτῶν. Τάφηκε στὴ Μονὴ τοῦ ἁγίου καὶ δικαίου Λαζάρου.

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός
«Μᾶρκος οὐχ ὑπέγραψε, λοιπὸν ἐποιήσαµεν οὐδέν». Ὁ Μᾶρκος δὲν ὑπέγραψε, λοιπὸν δὲν κάναµε τίποτα. Μία παροιµιώδης φράση τοῦ Πάπα Ῥώµης, ὅταν ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς δὲν ἔβαλε τὴν ὑπογραφή του στὸ πρωτόκολλο γιὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐνῷ εἶχαν ὑπογράψει ὅλοι οἱ ἄλλοι ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι. Ὁ ὑπέρµαχος αὐτὸς τῆς Ὀρθοδοξίας γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1392. Γονεῖς εἶχε τὸν διάκονο Γεώργιο καὶ τὴν Μαρία, ποὺ ἦταν κόρη κάποιου γιατροῦ Λουκᾶ ὀνοµαζοµένου. Ὁ Μᾶρκος εἶχε πολλὰ χαρίσµατα καὶ ἀναδείχθηκε ἔξοχος στὶς θεολογικὲς καὶ ἄλλες σπουδές. Δίδασκε στὸ φροντιστήριο τοῦ πατέρα του, καὶ ἀργότερα, µετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ, τὸν διαδέχθηκε στὸ διδασκαλικὸ ἐπάγγελµα. Διακρίθηκε σὰν δάσκαλος τῆς ῥητορικῆς καί, στὸ 25ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἀποφάσισε νὰ γίνει µοναχὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔφυγε σὲ µία Μονὴ στοὺς Πριγκηπόνησους. Ἐκεῖ ἐτάχθη ὑπὸ τὴν πνευµατικὴ ἐπιστασία ἐναρέτου µοναχοῦ, τοῦ Συµεών, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκειρε µοναχὸ καὶ τὸν µετονόµασε ἀπὸ Μανουήλ, ποὺ ἦταν τὸ πρῶτο του ὄνοµα, σὲ Μᾶρκο. Κατόπιν ἀπὸ τὰ νησιὰ αὐτὰ ἔφυγε καὶ πῆγε στὴ Μονὴ τῶν Μαγκάνων, ὅπου χειροτονήθηκε Ἱερέας. Ἀφοῦ ἔγινε κληρικός, τὸ 1436 ἐκλέγεται Ἀρχιεπίσκοπος Ἐφέσου. Τότε, ὁ βασιλεὺς Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος, µπροστὰ στὸν τουρκικὸ κίνδυνο καὶ µὲ τὴν ἰδέα ὅτι θὰ µποροῦσε νὰ τὸν βοηθήσει ὁ Πάπας, πηγαίνει στὴ Φεῤῥάρα τῆς Ἰταλίας γιὰ νὰ συζητήσει τὴν ἕνωση τῶν δυὸ Ἐκκλησιῶν. Στὴν τελικὴ Σύνοδο, ποὺ γίνεται στὴ Φλωρεντία τὸ 1439, βλέπουµε, δυστυχῶς, τοὺς ὀρθοδόξους Ἀρχιερεῖς, ἰδιαίτερα γιὰ τὸ «πρωτεῖο» τοῦ Πάπα, νὰ ὑπογράφουν ὅλοι. Ἐδῶ, ἀκριβῶς στὴν πιὸ κρίσιµη στιγµὴ τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς Ἱστορίας, σηκώνει τὸ πνευµατικό του ἀνάστηµα ὁ Ἐπίσκοπος Ἐφέσου Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς καὶ λέει «Ὄχι. Καλύτερα σκλαβωµένα σώµατα στοὺς Τούρκους, παρὰ σκλαβωµένο πνεῦµα στὸν αἱρετικὸ Πάπα». Κατόρθωσε, ἔτσι, νὰ κρατήσει ψηλὰ τὴν σηµαία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ διδάξει σ᾿ ὅλους µας πὼς τὴν ὀρθόδοξη παράδοσή µας δὲν πρέπει νὰ συµβιβάζουµε καὶ νὰ προδίδουµε, χάριν ἐφήµερων καὶ ἰδιοτελῶν σκοπῶν. Κατόπιν αὐτοῦ ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὑπέστη ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ κυβερνοῦσαν πολλὲς ἐξορίες, καταδιώξεις καὶ ταπεινώσεις, ἀλλ᾿ ἔµεινε ἀδιάσειστος. Ἀῤῥώστησε, γιὰ περίπου 14 µέρες καὶ πέθανε στὶς 23 Ἰουνίου (ὅπου κανονικὰ πρέπει νὰ γιορτάζεται καὶ ἡ κυρίως µνήµη του, σύµφωνα µὲ τὸν Σ. Εὐστρατιάδη) τοῦ ἔτους 1444, σὲ ἡλικία 52 ἐτῶν. Τάφηκε στὴ Μονὴ Ἁγ. Γεωργίου τῶν Μαγκάνων.

Ὁ Ὅσιος Κοσµᾶς ὁ Χρυσοστόµατος
Ἡ µνήµη του ἀναφέρεται στὸ Τυπικό της Κυπριακῆς Μονῆς τοῦ Χρυσοστόµου, ποὺ σῴζεται στὴν ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη τῶν Παρισίων ὑπ᾿ ἀριθµ. 402 Coislin φ. 101. Στὸ Τυπικὸ λοιπὸν αὐτό, σηµειώνεται ἡ µνήµη τοῦ ὡς ἑξῆς: «Ἰστέον ὅτι κατὰ ταύτην τὴν ἡµέραν ἐπιτελοῦµεν µνηµόσυνα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡµῶν Κοσµᾶ τοῦ Χρυσοστόµατος, ὡσαύτως καὶ τὰ µνηµόσυνα τοῦ πρεσβυτέρου καὶ καθηγουµένου κὺρ Νικηφόρου». Σύµφωνα λοιπόν, µ᾿ αὐτά, ὁ ὅσιος Κοσµᾶς ἦταν µοναχὸς τῆς Κυπριακῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόµου, ἀπ᾿ ὅπου πῆρε καὶ τὴν ἐπωνυµία Χρυσοστόµατος, καὶ ἀφοῦ ἔζησε ζωὴ ὁσία καὶ ἀσκητικὴ ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ καὶ γιορτάζεται στὴ Μονή του.

Ὁ Ὅσιος Μακάριος (Ῥῶσος)
Ὁ Νηστευτὴς (12ος αἰ.).
Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος τοῦ Νόβγκοροντ (Ῥῶσος)
Διὰ Χριστὸν σαλός.