Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Η διόρθωση των Πλατωνικών ιδεών από τη Χριστιανική πίστη

Ένα κύριο ιστορικό στοιχείο στο οποίο αντιδρά η Εκκλησία δια του Συμβόλου της Πίστεως είναι η έννοια περί δημιουργίας, ο οποία κυκλοφορούσε στη φιλοσοφία της εποχής εκείνης ξεκινώντας από τον Πλατωνισμό και φθάνοντας μέχρι τον Νεοπλατωνισμό, ο οποίος είχε επιφέρει κι αυτός τις αλλοιώσεις του στον αρχικό Πλατωνισμό. Σας υπενθυμίζω τις βασικές θέσεις του Πλατωνισμού, στις οποίες αντιδρά η Εκκλησία με το Σύμβολο.
Ο καθαρός Πλατωνισμός εμφανίζεται στο έργο Τίμαιος του Πλάτωνα. Εκεί πράγματι ο Θεός καλείται Δημιουργός και Πατήρ συγχρόνως και Νους. Και συνεπώς εκεί, θα έλεγα σε σχέση με τον Γνωστικισμό, έχουμε συγγένεια της Χριστιανικής σκέψεως με τον Πλατωνισμό και όχι με τον Γνωστικισμό. Αλλά υπάρχουν και άλλα βασικά σημεία στα οποία η πατερική σκέψη διεφώνησε με τον πλατωνισμό και αυτά είναι τα εξής:
Πρώτα είναι η αντίληψη ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από προϋπάρχουσα ύλη και προϋπάρχουσες ιδέες. Δηλαδή ο Πλατωνισμός δεχόταν το θεό Δημιουργό κατ’ ανάγκην, διότι δεν μπορούσε να μη δώσει μορφή στις ιδέες οι οποίες προϋπήρχαν και στην ύλη. Έπρεπε να δώσει κάποια μορφή στο χάος. Ήταν υποχρεωμένος να δημιουργήσει τον κόσμο. Ήταν ανάγκη). Αυτή την αντίληψη η οποία εισήγε την έννοια της ανάγκης στη δημιουργία, την αντικατέστησε η Χριστιανική αντίληψη περί δημιουργίας με τη θέση ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε εκ της ελευθέρας θελήσεως του Θεού και όχι κατ’ ανάγκην. Επί πλέον χρειάσθηκε για να αντιμετωπίσει τις πλατωνικές ιδέες περί δημιουργίας η Εκκλησία και η πατερική θεολογία να τονίσει την έννοια της δημιουργίας του κόσμου εκ του μηδενός. Να τονίσει δηλαδή ότι δεν υπήρχε προϋπάρχουσα ύλη ούτε μετά με τον Πλωτίνο, ο οποίος εμφανίζει τον κόσμο σαν μια προέκταση, απορροή, αυτών των σκέψεων του νου του Ενός, ο οποίος διαχέεται σε πολλά και ο κόσμος δημιουργείται από αυτή την απορροή των σκέψεων του Θεού. Αυτήν την αντίληψη περί δημιουργίας η Εκκλησία δεν μπορούσε να τη δεχθεί διότι πάλι θα σήμαινε ότι ο κόσμος κατά κάποιον τρόπο ήταν μια αναγκαία προέκταση της υπάρξεως του Θεού. Ο Θεός δηλαδή προεξέτεινε τον ίδιο τον εαυτό Του ή τις σκέψεις Του δημιουργώντας τον κόσμο και μ' αυτόν τον τρόπο ο Θεός κι ο κόσμος δένονται αιώνια και αδιάσπαστα κι ο κόσμος είναι κι αυτός κατά κάποιον τρόπο αιώνιος, όπως είναι κι ο Θεός.
Στον Ωριγένη έχουμε μια προσπάθεια να εκφρασθεί και το ένα και το άλλο μαζί, λέγοντας ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε εκ του μηδενός αλλά η δημιουργία ήταν μια αιώνια πράξη του Θεού. Εισήγαγε δηλαδή την αιωνιότητα της δημιουργίας με το επιχείρημα ότι ο Θεός δεν μπορούσε να είναι παντοδύναμος αν δεν έχει αντικείμενα, πάνω στα οποία να ασκήσει την παντοδυναμία Του. Επομένως υπήρχε αιώνια μια μορφή δημιουργίας. Αλλά αυτό δημιούργησε προβλήματα κι επομένως και αυτό πρέπει να απορριφθεί. Μένουμε λοιπόν, μόνο με την αντίληψη ότι ο κόσμος δημιουργείται εκ του απολύτου μηδενός, δεν είναι προϋπαρκτός μέσα στη σκέψη του Θεού, αλλά είναι αποτέλεσμα της απολύτου ελευθέρας βουλήσεως του Θεού και "ην ποτε ότε ουκ ην", ήταν κάποτε που δεν υπήρχε, κι αυτό το εννοούμε με την απόλυτη έννοια. Δεν ήταν καν ο κόσμος ούτε στη σκέψη του Θεού.
Εδώ χρειάζεται πολλή επεξήγηση διότι δημιουργείται μια δυσκολία με την αντίληψη ότι η δημιουργία του κόσμου δια του Λόγου του Θεού ήταν "βουλή προαιώνιος" για τη σωτηρία του κόσμου. Αυτή η προαιώνιος βουλή του Θεού συνεπάγεται κάποια αιωνιότητα του κόσμου; Συνεπάγεται; Ναι ή όχι; Είναι πάρα πολύ δύσκολο πρόβλημα. Ο Θεός δεν θέλησε τον κόσμο να υπάρχει κατά κάποιον τρόπο ξαφνικά. Χωρίς όμως να χρησιμοποιήσει προϋπάρχουσες ιδέες, όταν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο.
Πρώτος αναπτύσσει την ιδέα αυτή της δημιουργίας του κόσμου εκ του μηδενός ο Θεόφιλος Αντιοχείας, ο οποίος επηρέασε πολύ τον Ειρηναίο. Ο Ειρηναίος βασίζει τη θεολογία του κατά μεγάλο μέρος στον Θεόφιλο Αντιοχείας. Στην "Προς Αυτόλυκον Επιστολή" 2,4 λέει ότι ο Θεός δημιούργησε εκ του μηδενός όσα ήθελε και όπως ήθελε. Ήταν συνεπώς συνδεδεμένη η έννοια της βουλήσεως της ελευθερίας του Θεού με την έννοια της δημιουργίας του κόσμου εκ του μηδενός. Ο δεν Ειρηναίος αναπτύσσει την έννοια αυτή διεξοδικά πλέον και μπαίνει στην πατερική θεολογία, την αναπτύσσει επίσης ο Τερτυλλιανός, ο Αθανάσιος, κλπ. Και εδραιώνεται η άποψη ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από το μηδέν. Θα δούμε, όταν ερμηνεύσουμε το δόγμα της δημιουργίας, τι σημαίνει αυτό το πράγμα. Τώρα κάνοντας ιστορία, πρέπει να πούμε ότι αυτή η ιδέα "εκ του μηδενός" πρέπει να εκληφθεί με τρόπο απόλυτο. Διότι, ιστορικά μιλώντας πάλι, την εποχή που αναπτύσσεται το Σύμβολο της Πίστεως, ο Πλατωνισμός είχε υποστεί ορισμένες αλλοιώσεις, οι οποίες εκ πρώτης όψεως έδιναν την εντύπωση πως ο Θεός δεν δημιούργησε τον κόσμο από προϋπάρχουσα ύλη και προϋπάρχουσες ιδέες. Αυτό όμως δεν σήμαινε αυτομάτως ότι δημιούργησε εκ του μηδενός. Εκ του μηδενός δηλαδή με την απόλυτη έννοια.
Συγκεκριμένα ο μέσος Πλατωνισμός με τον Αλβίνο και ο Φίλων, απέρριψαν την αντίληψη, που συναντάμε στον Τίμαιο του Πλάτωνος, ότι ο Θεός δημιούργησε από προϋπάρχουσα ύλη και προϋπάρχουσες ιδέες. Είδαν ότι αυτό δεν συμβιβάζεται με τη Βίβλο και υπεστήριξαν την ιδέα ότι την ύλη τη δημιουργεί ο Θεός - και σ' αυτό ήσαν σύμφωνοι και οι Χριστιανοί- αλλά με τις ιδέες υπήρχε ένα πρόβλημα, επειδή εξακολουθούσαν να είναι πλατωνισταί, και δεν μπορούσαν να πουν ότι κι αυτές τις δημιούργησε ο Θεός. Βρήκαν σαν διέξοδο τη θέση ότι οι ιδέες ήσαν σκέψεις μέσα στο νου του Θεού. Αιώνιες σκέψεις. Απ' αυτές τις αιώνιες σκέψεις μέσα στο νου του Θεού, που τις αναπτύσσει ο Αλβίνος και κυρίως ο Φίλων, προέρχεται ο Νεοπλατωνισμός. Έτσι μπορούμε να πούμε συγχρόνως ότι ο κόσμος υπήρχε πάντοτε σαν μια αιώνια σκέψη μέσα στο Θεό.
Εκεί μόνο ο Άγιος Μάξιμος δίνει μια ολοκληρωμένη απάντηση τονίζοντας ότι ο Θεός για τον Οποίο δεν υπάρχει το πριν και το μετά στην αιώνιά Του ύπαρξη, θέλησε την ύπαρξη του κόσμου προαιώνια. Αλλά το ότι τη θέλησε προαιώνια δεν σημαίνει ότι και της έδωσε ύπαρξη αυτομάτως. Δηλαδή ο Μάξιμος κάνει αυτή τη διάκριση μεταξύ βουλήσεως και υπάρξεως. Θέλει μεν προαιώνια ο Θεός τον κόσμο να υπάρχει, αλλά όταν δημιουργείται ο κόσμος, δημιουργείται χωρίς αυτό να αποτελεί αναγκαία προέκταση της προαιωνιότητος της θελήσεως του Θεού. και ο Λόγος με τον οποίο και εν τω Οποίω δημιουργεί ο Θεός τον κόσμο είναι συνεπώς αυτός ο Ίδιος Λόγος με τον Οποίον αιώνια ο Θεός βρισκόταν στην αγαπητική σχέση Πατρός και Υιού, αλλά δεν αποτελεί αναγκαία συνέπεια της αγαπητικής σχέσεως Πατρός και Υιού η ύπαρξη του κόσμου, έστω και αν η βούληση για την ύπαρξη του κόσμου ήταν προαιώνια. Το σημαντικό του Αγίου Μαξίμου είναι η διάκριση μεταξύ θελήσεως και πραγματοποιήσεως της θελήσεως του Θεού. Αν δεν τα διακρίνουμε, τότε πρέπει να πούμε ότι έχει αιωνιότητα και ο κόσμος αφού η βουλή ήταν προαιώνια (βλ. Προς Θαλάσσιον 60, Άπορα).
Επομένως διακρίναμε
 α) σκέψη του Θεού,
 β) θέληση και
 γ) πραγματοποίηση της θελήσεως του Θεού.
    Οι Νεοπλατωνικοί έβλεπαν τις σκέψεις του Θεού αιώνιες και συνδέοντας τον κόσμο με τη σκέψη περί του κόσμου έκαναν και τον κόσμο αιώνιο. Η συμβολή του Μαξίμου ήταν ότι εισήγαγε τη θέληση του Θεού. Η θέληση να κάνει τον κόσμο είναι αιώνια. Διακρίνει όμως τη θέληση από την πραγματοποίηση της θελήσεως και έτσι αρνείται την αιωνιότητα του κόσμου.
Ο Θεός έχει τις σκέψεις του, ο κόσμος έχει τα διάφορα όντα που έχουν τους λόγους των όντων. Οι λόγοι των όντων συνδέονται με το σύνολο των σκέψεων του Θεού, που είναι ο ένας Λόγος του Θεού. Έχει όμως αυτούς τους λόγους των όντων μέσα του με τη μορφή των σκέψεων του Θεού. Είναι άκτιστοι βασικά λόγοι (βέβαια το να λέμε τους λόγους άκτιστους είναι αναχρονισμός για την εποχή του αρειανισμού και των Καππαδοκών, γιατί αυτά ξεκαθαρίσθηκαν μετά την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο). Για τον Άρειο ο Λόγος βρισκόταν στην κατώτερη μοίρα, γιατί ανήκε στον κόσμο. Για τους μέχρι τον Άρειο χρόνους τον Λόγο τον τοποθετούσαν μεταξύ Θεού και κόσμου, αναλόγως του πώς ο καθένας αντιλαμβανόταν τα πράγματα. Πάντως μεταξύ Θεού και κόσμου. Η Σύνοδος της Νικαίας ήταν που μετέφερε οριστικά το Λόγο στην περιοχή του Ακτίστου. Παραμένει τώρα το τι γίνεται με τη σύνδεση των λόγων των όντων με τον Θεό. Γι' αυτό την έννοια του Λόγου δεν την ξανασυναντάμε μέχρι τον Μάξιμο. Την αποφεύγουν οι Πατέρες γιατί είναι επικίνδυνη.
Ο Μάξιμος κάνει αυτή την τολμηρή θεολογική ενέργεια να χρησιμοποιήσει την έννοια του Λόγου. Αλλά τώρα κάνει αυτή τη διάκριση. Ο Θεός έχει τον Λόγο Του, υπάρχει μια σχέση αγαπητική μεταξύ Πατρός και Υιού, μεταξύ Θεού και Λόγου. Ο κόσμος δημιουργείται εν τω Λόγω, δια του Λόγου.
Αλλά με το ότι χρησιμοποιεί την έννοια της θελήσεως πλέον για την ύπαρξη του κόσμου και όχι της κατ' ευθείαν γνωστικής προεκτάσεως των σκέψεων του Θεού στον κόσμο, αποφεύγει να πει ότι αυτή η σύνδεση είναι αναγκαστική σύνδεση. Γίνεται σύνδεση θελητική, δηλαδή σύνδεση ελεύθερη. Υπάρχει μια προαιώνια βουλή του Θεού αλλά η προαιώνια αυτή βουλή του Θεού πραγματοποιείται εν τω Λόγω, δια του Λόγου. Δηλαδή είναι βουλή, είναι θέληση και δεν είναι αναγκαία προέκταση των σκέψεων του Θεού. Θέλει ο Θεός κάποτε να δημιουργήσει τον κόσμο. Η αιώνια αυτή θέλησή Του δεν σημαίνει ότι η σκέψη Του προεκτείνεται αυτομάτως. Δεν είναι πλέον σκέψεις Του μέσα στον Νου του Θεού ο κόσμος. Γίνονται οι λόγοι των όντων, πλέον ταυτίζει τους λόγους με τα θελήματα του Θεού και όχι τις σκέψεις του Θεού. Ταυτίζονται θελήματα και λόγοι και προορισμοί. Οπότε αυτό είναι μια επανάσταση σε σχέση με τα προηγούμενα, που διευκολύνει στο να αποφύγουμε αυτή την προέκταση των σκέψεων του Θεού μέσα στον κόσμο. Διότι τα θελήματα συνεπάγονται την ελευθερία να γίνουν ή να μη γίνουν (και εκεί ακριβώς είναι η διάκριση μεταξύ πραγματοποιήσεως και μη πραγματοποιήσεως των θελημάτων). Αυτή είναι η βασική διαφορά μεταξύ μιας σκέψεως, η οποία ούτως ή άλλως πραγματοποιείται, πρέπει να πραγματοποιηθεί για να ολοκληρωθεί, και από την άλλη πλευρά του θελήματος, το οποίο επειδή είναι θέλημα δεν είναι αναγκαία συνέπεια της σκέψεως. Και επομένως το θέλημα, έστω και αν θα πραγματοποιηθεί, δεν συνδέει και δεν ταυτίζει την πραγματοποίηση με την πρόνοια, με την έννοια της σκέψεως. Το ότι το σκέφθηκε και το ότι το πραγματοποίησε, αυτά δεν ταυτίζονται, διότι ακριβώς πρόκειται περί θελημάτων.Με το να ταυτίζει τα θελήματα με τους λόγους ο Μάξιμος αποφεύγει την αναγκαιότητα της δημιουργίας. Αποφεύγει δηλαδή το να ταυτίσει τους λόγους των όντων με τις σκέψεις στο Νου του Θεού. Με άλλα λόγια φεύγουμε από τον Πλατωνισμό, φεύγουμε από τον Φίλωνα και από τον Νεοπλατωνισμό, όπου ταυτίζονται οι λόγοι των όντων με τις σκέψεις του Θεού. Με τον Μάξιμο οι λόγοι ταυτίζονται με τα θελήματα του Θεού. Εδώ είναι η βασική διαφορά, είναι το καίριο σημείο: ταυτιζόμενοι οι λόγοι με τα θελήματα και όχι με τις σκέψεις του Θεού, κάνουν τον κόσμο αποτέλεσμα της θελήσεως του Θεού και όχι της σκέψεως του Θεού. Και επειδή είναι αποτέλεσμα της θελήσεως και όχι της σκέψεως, είναι και αποτέλεσμα ελευθερίας και όχι ανάγκης.
Συγκεφαλαιώνοντας τα βασικά σημεία πρέπει να πούμε ότι η έννοια της δημιουργίας ξεκινάει από αντίδραση στον Γνωστικισμό και στον Πλατωνισμό. Στον μεν Γνωστικισμό αντιδρά η Εκκλησία με το να τονίσει την ταύτιση Δημιουργού και Πατρός και την αμεσότητα της αναμίξεως του Θεού στη δημιουργία. Στον δε Πλατωνισμό αντιδρά αφ' ενός μεν στον καθαρό Πλατωνισμό του Πλάτωνα με το να τονίσει ότι "εκ του μηδενός" σημαίνει όχι από προϋπάρχουσα ύλη, ούτε εκ προϋπαρχουσών των ιδεών, αφ' ετέρου δε στον Μέσο Πλατωνισμό και στον Νεοπλατωνισμό αντιδρά με την άποψη ότι ο κόσμος ούτε και ως σκέψη δεν υπήρχε στον Νου του Θεού αιώνια, αλλά - όπως διευκρινίζεται πλέον με τον Μάξιμο - ως θελήματα του Θεού. Επειδή δε αυτά τα βουλήματα ταυτίσθηκαν με τον Λόγο του Θεού, με τον Υιό του Θεού, με την αγαπητική σχέση, πήραν κάποια βάση οντολογική και ο κόσμος έγινε πραγματική οντότητα, χωρίς όμως να αποτελούν αναγκαιότητα για τον Θεό.

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Σεπτέµβριος 25 & 26

Σεπτέµβριος 25

Ἡ Ὁσία Εὐφροσύνη, θυγατέρα Παφνουτίου τοῦ Αἰγυπτίου
Ἦταν µοναχοκόρη καὶ πολὺ πλούσια. Ὁ πατέρας της Παφνούτιος ἦταν ὁ πλουσιότερος τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ µαζὶ µὲ τὴν σύζυγό του διακρίνονταν γιὰ τὴν θερµὴ πίστη τους στὸ Θεό. Δώδεκα χρονῶν ἡ Εὐφροσύνη ἔµεινε ὀρφανὴ ἀπὸ µητέρα, καὶ ὁ πατέρας της ἀφοσιώθηκε ἀκόµα πιὸ φιλόστοργα στὴν ἐπιµέλεια τῆς κόρης του. Ὅταν ἡ Εὐφροσύνη ἔφθασε στὸ 18ο ἔτος τῆς ἡλικίας της, ὁ πατέρας της θέλησε νὰ τὴν παντρέψει µὲ ἕνα νέο ὑψηλῆς κοινωνικῆς τάξης. Ὅµως τὴν ψυχὴ τῆς Εὐφροσύνης εἶχε καταλάβει ὁ θεῖος ἔρωτας. Ὁ γάµος καὶ οἱ κοσµικότητες θὰ τῆς ἦταν ἐµπόδιο νὰ ἀφιερωθεῖ συστηµατικὰ στὴν ἐλεηµοσύνη καὶ στὴν ὑπηρεσία τοῦ πλησίον. Γι᾿ αὐτὸ κάποια µέρα, ἀφοῦ διαµοίρασε τὰ ὑπάρχοντά της στοὺς φτωχούς, ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ σπίτι, καὶ µετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, κατέληξε µεταµφιεσµένη ἀνδρικὰ σὲ κοινόβιο ἀνδρικὸ µοναστήρι. Ἐκεῖ πῆρε τὸ ὄνοµα Σµάραγδος καὶ ὅλοι οἱ µοναχοὶ θαύµαζαν τὸν πνευµατικό της ἀγῶνα καὶ τὴν διακονία ποὺ πρόθυµα πρόσφερε σὲ ὅλους. Ἔζησε στὸ µοναστήρι 38 χρόνια. Στὸ τέλος τῆς ζωῆς της συναντήθηκε καὶ µὲ τὸν πατέρα της, ὅταν καὶ αὐτὸς ἔγινε µοναχὸς στὸ ἴδιο µοναστήρι. Ἔτσι, µὲ τὴν ζωή της ἡ Εὐφροσύνη µας ὑπενθυµίζει τὰ λόγια της Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ λένε: «ἀρνησάµενοι τὰς κοσµικὰς ἐπιθυµίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωµεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι». Δηλαδή, ἀφοῦ ἀρνηθοῦµε τὶς ἐπιθυµίες τοῦ µαταίου καὶ ἁµαρτωλοῦ αὐτοῦ κόσµου, νὰ ζήσουµε στὸν παρόντα αἰῶνα µὲ ἐγκράτεια στὴ ζωή µας, µὲ δικαιοσύνη πρὸς τοὺς συνανθρώπους µας καὶ µὲ εὐσέβεια πρὸς τὸ Θεό.

Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος
Ἦταν ὁ πατέρας τῆς Ὁσίας Εὐφροσύνης. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Βλέπε βιογραφικὸ σηµείωµα τῆς Ὁσίας Εὐφροσύνης.

 
Ὁ Ὁσιοµάρτυς Παφνούτιος ὁ ἀναχωρητὴς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ 546 µαρτυρήσαντες
Πνευµατικὸς ἀθλητὴς τῆς Αἰγυπτιακῆς ἐρήµου «ἐκ πόλεως Γεντυρίας», ποὺ πήγαινε πολλὲς φορὲς στὶς πόλεις, ὅπου διέδιδε καὶ ὑποστήριζε τὴν πίστη, καὶ ἔφερνε στὸ ἀσκητήριό του πλήθη ποὺ ζητοῦσαν ἀπ᾿ αὐτὸν πνευµατικὴ καθοδήγηση καὶ ἐνίσχυση. Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν διωγµῶν κατὰ τῶν χριστιανῶν, ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Καὶ ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι τὸν καταζητοῦσαν, δὲν προσπάθησε νὰ φύγει, οὔτε περίµενε νὰ συλληφθεῖ, ἀλλὰ µόνος του πῆγε καὶ συνάντησε τὸν ἔπαρχο Ἀρριανό. Αὐτὸς ἐξεπλάγη βλέποντας τὸν ὑψηλὸ καὶ σεβάσµιο γέροντα, τὸν ἀσθενῆ καὶ λεπτὸ καὶ ὅµως ἰσχυρό, τόσο ἰσχυρό, ὥστε νὰ ἔχει καὶ τώρα τὸ ὕφος ὄχι κάποιου κρινόµενου, ἀλλὰ κριτοῦ. Μετὰ τὶς συνηθισµένες διατυπώσεις, ὁ Παφνούτιος ἀπειλήθηκε µὲ θάνατο. Χαµογέλασε. Τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, καὶ ἐκεῖ ἔκανε χριστιανοὺς τοὺς δεσµῶτες του. Ὅταν τὸν ἔφεραν ξανὰ γιὰ ἀνάκριση, κοντὰ στὸν ποταµὸ Νεῖλο, ὅπου ἦταν ὁ Ἀρριανός, ἀνέπτυξε µὲ τόση δύναµη τὴν χριστιανικὴ πίστη, ὥστε πολυάριθµοι ψαράδες δήλωσαν τοὺς ἑαυτούς τους χριστιανούς. Καὶ ὄχι µόνο αὐτοί. Ἀλλὰ καὶ 546 συνολικὰ στρατιῶτες, µαζὶ µὲ τὸν προϊστάµενό τους Εὐσέβιο, ὁµολόγησαν τὸν Χριστὸ καὶ ἀποκεφαλίστηκαν ἐπὶ τόπου. Τὸν δὲ Παφνούτιο, ἀφοῦ τὸν ὑπέβαλαν σὲ πολλὰ βασανιστήρια, τελικὰ τὸν σταύρωσαν ἐπάνω σ᾿ ἕνα ξερὸ φοίνικα, ὅπου καὶ παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του στὸν στεφανοδότη Χριστό.

Ἀνάµνηση Μεγάλου Σεισµοῦ
Ὁ σεισµὸς αὐτὸς ἔγινε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (410). Καὶ σύµφωνα µὲ τὴν παράδοση, κατὰ τὴν ὥρα τῆς λιτανείας, στὴν Κωνσταντινούπολη, ἁρπάχτηκε στὸν ἀέρα ἕνα παιδί, γιὰ νὰ ἀποκαλύψουν οἱ Ἄγγελοι τοῦ Κυρίου τὶς λανθασµένες δοξασίες τῶν αἱρετικῶν θεοπασχιτῶν.

Οἱ Ἅγιοι Παῦλος, Τάττη καὶ τὰ παιδιὰ τοὺς Σαβινιανός, Μάξιµος, Ροῦφος καὶ Εὐγένιος
Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Δαµασκό. Ἐπειδὴ ἦταν χριστιανοὶ συλλήφθηκαν καὶ βασανίστηκαν φρικτὰ µέχρι θανάτου.

Ὁ Ἅγιος Βυζατηνός
Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Τὸν ἀναφέρει τὸ Ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο, ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν Ἀρχιµανδρίτη Κάλλιστο σελ. 112.

Ὁ Ὅσιος Σέργιος ὁ θαυµατουργὸς (Ρῶσος)

 
Ὁ Ὅσιος Θεόφιλος Ἀρχιεπίσκοπος Ἐφέσου
Ὁ Σ. Εὐστρατιάδης ἀναφέρει γιὰ τὸν ὅσιο αὐτὸ τὰ ἑξῆς: « Ἄγνωστος καθ᾿ ὁλοκληρίαν εἰς τοὺς ἐντύπους Συναξαριστάς. Ἡ µνήµη τούτου µετὰ τῆς αὐτοῦ Ἀκολουθίας, ποίηµα Θεοφάνους τοῦ Γραπτοῦ, ἀπαντᾷ ἐν τῷ Παρισινῷ Κώδικι 1619 φ. 62. Ἐκ τοῦ περιεχοµένου τῆς Ἀκολουθίας φαίνεται, ὅτι ἣν πρότερον µοναχὸς ἐν ἐρήµῳ φυγαδεύων καὶ εἴτα διὰ τὴν ἁγιωσύνην καὶ ἀρετὴν αὐτοῦ προήχθη εἰς τὴν µητρόπολιν Ἐφέσου, ἣν θεαρέστως διεκυβέρνησεν «ἐλέγχων διὰ τῶν διδαχῶν αὐτοῦ τοὺς φρενοβλαβῶς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀτιµάζοντας» ἐξ οὗ δῆλον ὅτι ἐπὶ τῶν εἰκονοµάχων ἤκµασεν ἴσως δὲ ἣν καὶ σύγχρονος Θεοφάνους τοῦ ποιητοῦ καὶ Γραπτοῦ, ὅστις καὶ τὴν τούτου Ἀκολουθίαν συνέθετο. (Ἐν τῷ Συναξαριστῇ Delehaye φέρεται ἡ µνήµη κατὰ τὴν ἡµέραν ταύτην «τοῦ ὁσίου Θεοφίλου Ἀρχιεπισκόπου Ἐφέσου τοῦ ὁµολογητοῦ» σ. 77,14). Εἰς τὸ Συνοδικὸν τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναφέρεται ἡ µνήµη τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεοφίλου ἄνευ µνείας τῆς ἐπισκοπῆς αὐτοῦ, µετὰ τοῦ Νικολάου ἀρχιεπισκόπου (ἴσως Θεσσαλονίκης, Νοεµ. 29). Εἰκάζω ὅτι περὶ τούτων πρόκειται, καίτοι περὶ τοῦ Νικολάου λέγεται, ὅτι ἐν εἰρήνῃ ἐτελειώθη. Ὁµοίως καὶ ἐν τῷ Πατµιακῷ Κώδ. 266 «µνήµη τοῦ ὁσίου Θεοφίλου ἀρχιεπισκόπου Ἐφέσου».

 Σεπτέµβριος  26

Ἡ Μετάστασις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου
Ἀρκετοὶ εἶχαν τὴν ἄποψη ὅτι ὁ Ἰωάννης δὲν πέθανε, ἀλλὰ µετατέθηκε στὴν ἄλλη ζωή, ὅπως ὁ Ἐνὼχ καὶ ὁ Ἠλίας. Ἀφορµὴ γι΄ αὐτὴν τὴν ἄποψη ἔδωσε τὸ γνωστὸ εὐαγγελικὸ χωρίο, Ἰωάννου κα΄ 22. Ὅµως, ὁ ἀµέσως ἑπόµενος στίχος κα΄ 23 διευκρινίζει τὰ πράγµατα. Ἡ παράδοση ποὺ ἀσπάσθηκε ἡ Ἐκκλησία µας εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὁ Ἰωάννης σὲ βαθειὰ γεράµατα πέθανε στὴν Ἔφεσο καὶ τάφηκε ἔξω ἀπ΄ αὐτή. Ἀλλὰ µετὰ ἀπὸ µερικὲς ἡµέρες, ὅταν οἱ µαθητές του ἐπισκέφθηκαν τὸν τάφο, βρῆκαν αὐτὸν κενό. Ἡ Ἐκκλησία µας, λοιπόν, δέχεται ὅτι στὸν ἀγαπηµένο µαθητὴ τοῦ Κυρίου συνέβη ὅ,τι καὶ µὲ τὴν Παναγία µητέρα Του. Δηλαδή, ὁ Ἰωάννης ναὶ µὲν πέθανε καὶ ἐτάφη, ἀλλὰ µετὰ τρεῖς ἡµέρες ἀναστήθηκε καὶ µετέστη στὴν αἰώνια ζωή, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος, νὰ τί λέει σχετικά: «Ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴ ζωήν, ὁ µὴ ἔχων τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὴ ζωὴν οὐκ ἔχει». Ἐκεῖνος, δηλαδή, ποὺ εἶναι ἑνωµένος µέσῳ τῆς πίστης µὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὸν ἔχει δικό του, ἔχει τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή. Ἐκεῖνος, ὅµως, ποὺ δὲν ἔχει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν του πὼς δὲν ἔχει καὶ τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή.
Οἱ Ἁγίες Πέντε Παρθένες καὶ Μονάστριες Θέκλα, Μαριαµνή, Μάρθα, Μαρία καὶ Ἐνναθᾶ
Θανατώθηκαν ἀπὸ τὸν φιλάργυρο πνευµατικό τους πατέρα Παῦλο. Εἶναι οἱ ἴδιες µὲ αὐτὲς τῆς 9ης Ἰουνίου.
Ἡ Ἁγία Χήρα :  Μαρτύρησε, ἀφοῦ θανατώθηκε µὲ µαχαῖρι.

Ὁ Δίκαιος Γεδεών
Εἶναι γνωστὸς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑµνογραφία, ποὺ παροµοιάζει τὸν Χριστὸ (τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ) σὰν δροσιὰ «ἐν τῷ πόκῳ», δηλαδὴ στὸ ἀκατέργαστο πρόβειο µαλλί.

Ἀνακοµιδὴ τῆς Τιµίας Κάρας τοῦ πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἀνδρέου
Ἀπὸ τῆς Ρώµης εἰς τὴν πόλιν τοῦ µαρτυρίου αὐτοῦ, τὰς Πάτρας (26/9/1964).

 

«ΣΥΓΓΝΩΣΤΟΝ ΓΑΡ, ΟΥ ΤΙΜΩΡΗΤΟΝ, Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ»

Είναι αλήθεια ότι στα όρια του Χριστιανισμού αρκετές φορές μεγαλύτερος λόγος γίνεται για την αμαρτία και λιγότερος για την αρετή. Έτσι, συνειδητά ή ασυνείδητα, η αναζήτηση του Χριστού μοιάζει να περνάει κατ’ ανάγκη μέσα από το δρόμο της αποφυγής της αμαρτίας. Στο κέντρο δηλαδή της ζωής βρίσκεται η αμαρτία, η οποία πρέπει να νικηθεί προκειμένου να φτάσει κάποιος στην αρετή. Πρόκειται ουσιαστικά για μια πορεία στέρησης, όπου ο σκοπός δεν είναι η αναζήτηση του αγαθού, αλλά κυρίως και κατεξοχήν η αποφυγή του κακού.
Δεν χωρά αμφιβολία ότι μια τέτοια τοποθέτηση δίνει στην αμαρτία διαστάσεις μεγαλύτερες απ’ ότι αυτή έχει, γεννά συμπλέγματα ενοχικότητας και φανερώνει τον κόσμο του Θεού κόσμο μανιχαϊκό, όπου παλεύουν για την επικράτηση οι δυνάμεις του καλού με τις δυνάμεις του κακού. Όλα αυτά εντός ενός πολιτισμού που αναζητά και μετά μανίας προβάλλει, κάποιες φορές μάλιστα και δημιουργεί, συμπεριφορές παραβατικότητας, θέτοντας στο περιθώριό του την ανάδειξη του καλού, το οποίο κατανοεί αποκλειστικά επετειακά. Έρχονται, άλλωστε, άπαξ του έτους οι εορτασμοί των Χριστουγέννων και του Πάσχα, στο χωροχρόνο των οποίων ανήκει η φολκλορική παρουσίαση της θετικής πλευράς της ζωής, η ανθρωπινότητά της. Με τον τρόπο αυτό ο πολιτισμός της παραβατικότητας, προσφέροντας δόσεις εικονικού συναισθήματος, δίκην μουσικού διαλείμματος, αποκτά το άλλοθι του, προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του, την ύπαρξή του ανενόχλητος και δικαιωμένος.
Και εάν όλα αυτά αποτελούν το παρόν του σύγχρονου πολιτισμού στον οποίο άλλωστε ανήκουν και εντός του οποίου φανερώνονται, άλλως αποκαλύπτονται οι Χριστιανικές Εκκλησίες του κόσμου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και από αυτόν δημιουργήθηκαν, ο δρόμος της αμαρτίας σε Ανατολή και Δύση έχει τη δική του ιστορία. Θα πρέπει, λοιπόν, ευθύς εξαρχής να τονιστεί με έμφαση ότι η θεολογία για τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα δεν είναι γέννημα της Βίβλου. Ο λόγος της Α΄ Επιστολής του Ιωάννη για «αμαρτία προς θάνατο» (5,16-17), που πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε για να υποστηριχθούν τα λεγόμενα θανάσιμα αμαρτήματα, δεν γίνεται για κάποια συγκεκριμένη αμαρτία, αλλά όπως μπορεί κάποιος εύκολα να καταλάβει από τα συμφραζόμενα είναι λόγος που αναφέρεται στην άρνηση της ενανθρώπησης. Η μόνη αμαρτία που οδηγεί στο θάνατο είναι, λοιπόν, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη η άρνηση της σάρκωσης του Θεού Λόγου και συνεπώς η άρνηση της Ανάστασης.
Ο κατεξοχήν χώρος γέννησης της θεωρίας των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων είναι η δυτική Χριστιανοσύνη και εισηγητής τους τον 62 αιώνα ο πάπας Γρηγόριος ο Μέγας, ο επονομαζόμενος και Διάλογος. Πρόκειται για τον ίδιο πάπα που έθεσε στο κέντρο της θεολογίας του τη διδασκαλία για το «καθάρσιο πυρ» και με τον τρόπο αυτό εγκαινίασε τον «σκοτεινό μεσαίωνα με τις φοβίες του για την κόλαση», που στηρίζεται στη νομική και άκρως ηθικιστική κατανόηση της σχέσης Θεού και ανθρώπου. Πρόκειται για μια σχέση η οποία στηρίζεται στο σχήμα έγκλημα και τιμωρία. Η αμαρτία είναι έγκλημα του ανθρώπου που θίγει τη θεία δικαιοσύνη και το ξεπέρασμά της πραγματοποιείται μέσα από το δρόμο της τιμωρίας. Προδρομικές εκφράσεις της διδασκαλίας των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων, μια πρώτη δηλαδή προσπάθεια αρίθμησης των αμαρτημάτων, με όλα όσα αυτή συνεπάγεται, συνιστούν τον 45 αιώνα οι κατάλογοι που καταρτίσθηκαν από τον Ευάγριο Ποντικό και λίγο αργότερα από τον Ιωάννη Κασσιανό. Μάλιστα ο Ευάγριος αριθμεί οκτώ βαριά αμαρτήματα, οκτώ λογισμούς, λαιμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, λύπη, οργή, ακηδία, κενοδοξία και υπερηφάνεια, από τους οποίους στην πορεία με τη σύμπτυξη της κενοδοξίας με την υπερηφάνεια, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, προήλθαν τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Πρέπει, βέβαια, στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι ο Ευάγριος δεν ομιλεί για θανάσιμα αμαρτήματα, αλλά για λογισμούς, οι οποίοι πλήττουν τους μοναχούς στην πάλη τους με τους δαίμονες και οι οποίοι γιατρεύονται με την  «ότι πολλοί πλάνοι εξήλθον εις τον κόσμον, οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί», Β’ Ιωάν.7.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Σεπτέµβριος 23

Σύλληψις τοῦ Τιµίου Προδρόµου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου

Ἔτσι προφήτευσε ὁ προφήτης Ἡσαΐας γιὰ τὸν Πρόδροµο τοῦ Κυρίου, Ἰωάννη: «Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήµῳ, ἑτοιµάσατε τὴν ὀδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ». Δηλαδή, φωνὴ ἀνθρώπου, ποὺ φωνάζει στὴν ἔρηµο καὶ λέει: Ἑτοιµάστε τὸ δρόµο, ἀπ᾿ ὅπου θὰ ἔλθει ὁ Κύριος σὲ σᾶς. Κάνετε ἴσιους καὶ ὁµαλοὺς τοὺς δρόµους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ περάσει. Ξεριζῶστε, δηλαδή, ἀπὸ τὶς ψυχές σας τὰ ἀγκάθια τῶν ἁµαρτωλῶν παθῶν καὶ ρίξτε µακριὰ τὰ λιθάρια τοῦ ἐγωισµοῦ καὶ τῆς πώρωσης καὶ καθαρίστε µὲ µετάνοια τὸ ἐσωτερικό σας, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν Κύριο. Ἡ φωνὴ αὐτή, ποὺ ἦταν ὁ Ἰωάννης, γεννήθηκε µὲ θαυµαστὸ τρόπο. Ὁ πατέρας του Ζαχαρίας ἦταν ἱερέας. Τὴν ὥρα τοῦ θυµιάµατος µέσα στὸ θυσιαστήριο, εἶδε ἄγγελο Κυρίου, ποὺ τοῦ ἀνήγγειλε, ὅτι θὰ ἀποκτοῦσε γιὸ καὶ θὰ ὀνοµαζόταν Ἰωάννης. Ὁ Ζαχαρίας σκίρτησε ἀπὸ χαρά, ἀλλὰ δυσπίστησε. Ἡ γυναῖκα του ἦταν στεῖρα καὶ γριά, πῶς θὰ γινόταν αὐτὸ ποῦ ἄκουγε; Τότε ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε ὅτι γιὰ νὰ τιµωρηθεῖ ἡ δυσπιστία του, µέχρι νὰ πραγµατοποιηθεῖ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς θὰ ἔµενε κωφάλαλος. Πράγµατι, ἡ Ἐλισάβετ συνέλαβε, καὶ µετὰ ἐννιὰ µῆνες ἔκανε γιό. Μετὰ ὀκτὼ ἡµέρες, στὴν περιτοµὴ τοῦ παιδιοῦ, οἱ συγγενεῖς θέλησαν νὰ τοῦ δώσουν τὸ ὄνοµα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρία. Ὅµως, ὁ Ζαχαρίας, ἔγραψε ἐπάνω σὲ πινακίδιο τὸ ὄνοµα Ἰωάννης. Ἀµέσως δέ, λύθηκε ἡ γλῶσσα του, καὶ ἡ χαρὰ γιὰ ὅλους ἦταν µεγάλη.

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας
Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Βασιλείου τοῦ Μακεδόνα (867) καὶ ἦταν γέρων στὴν ἡλικία. Συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Ἀγαρηνούς, οἱ ὁποῖοι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἐξουσίαζαν ὅλην τὴν Ἀφρικὴ καὶ εἶχαν φτάσει µέχρι τὴν Σικελία. Τὸν ὁδήγησαν µπροστὰ στὸν θηριώδη ἄρχοντά τους Ἀβραχίµ, στὸν ὁποῖο µπροστὰ ὁ Ἅγιος ὁµολόγησε τὸν Χριστὸ µὲ περίσσια τόλµη. Τότε ὁ ἄρχοντας αὐτὸς τὸν φυλάκισε γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ ἐπειδὴ ἔβλεπε ὅτι ὁ Ἀνδρέας ἐπέµενε στὴν πίστη του, τὸν ἔβαλε µπροστά του σὰ στόχο καὶ καλπάζοντας τὸ ἄλογό του τὸν χτύπησε θανάσιµα µὲ τὸ κοντάρι του. Κατόπιν τὸν ἀποκεφάλισε καὶ ἔτσι ὁ Ἀνδρέας ἔλαβε ἔνδοξα τὸ ἀµάραντο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης µὲ τὰ δυὸ παιδιά του Πέτρο καὶ Ἀντώνιο (ἢ Ἀντωνῖνο)
Κατάγονταν ἀπὸ τὶς Συρακοῦσες τῆς Σικελίας καὶ ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Βασιλείου τοῦ Μακεδόνα (867). Ὅταν κατέλαβαν τὴν Σικελία οἱ Ἀγαρηνοί, τὸν Ἰωάννη µὲ τοὺς γιούς του πῆραν αἰχµαλώτους καὶ τοὺς µόρφωσαν σύµφωνα µὲ τὴν δική τους θρησκεία. Ὅταν µεγάλωσαν ὅµως, δὲν ξέχασαν τὴν θρησκεία ποὺ τοὺς εἶχε διδάξει ὁ πατέρας τους καὶ ἔτσι λάτρευαν κρυφὰ τὸν ἕναν καὶ ἀληθινὸ Θεό. Ὅταν τὸ ἔµαθε αὐτὸ ὁ θηριώδης ἀρχηγὸς τῶν Ἀγαρηνῶν Ἀβραχίµ, ἐξαγριωµένος, ἐπειδὴ τοὺς εἶχε δώσει καὶ µεγάλα ἀξιώµατα, τοὺς συνέλαβε καὶ τοὺς βασάνισε µὲ τὸν πιὸ βάρβαρο καὶ φρικτὸ τρόπο. Τελικὰ ἀφοῦ τοὺς ἔκοψε ὅλα τὰ µέλη τοῦ σώµατός τους, τὰ δυὸ παιδιὰ παρέδωσαν τὴν ἁγία ψυχή τους στὸν Θεό. Ὁ δὲ πατέρας τους, παρέδωσε καὶ αὐτὸς ἔνδοξα τὴν ψυχή του στὸν Θεό, ἀφοῦ ὁ βάρβαρος Ἀβραχὶµ ἔχωσε στὸ λαρύγγι του τὸ ξίφος.

Ἡ Ἁγία Ραΐς ἡ παρθένος
Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Βάταν (ἢ Τάµαν) τῆς Αἰγύπτου καὶ ἦταν θυγατέρα κάποιου Πέτρου. Ἀπὸ 12 χρονῶν ἔγινε µοναχή. Ὅταν κάποτε πῆγε στὴν πηγή, µαζὶ µὲ ἄλλες παρθένες, γιὰ νὰ φέρει νερό, εἶδε πλῆθος χριστιανῶν τοὺς ὁποίους εἶχε δεµένους ὁ ἡγεµόνας Λουκιανός. Τότε καὶ αὐτὴ πῆγε καὶ ἔσµιξε µὲ τὸ πλῆθος αὐτό. Ὁ δὲ δεσµοφύλακας, τὴν συµβούλεψε νὰ ἀποµακρυνθεῖ γιὰ νὰ µὴ χάσει τὴ ζωή της µαζὶ µὲ τοὺς ὑπόλοιπους. Ἡ δὲ Ἅγια Ραΐς ὄχι µόνο δὲν ἔφυγε, ἀλλὰ µὲ εὐτολµία παρουσιάστηκε µπροστὰ στὸν ἡγεµόνα, περιγέλασε τοὺς θεούς του καὶ τὸν ἔφτυσε κατάµουτρα, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς εἰρωνεύτηκε τὸν Χριστό. Ἀµέσως τότε τὴν βασάνισαν φρικτὰ καὶ στὸ τέλος τὴν ἀποκεφάλισαν, παίρνοντας ἔτσι τὸ ἀµάραντο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.

Οἱ Ὁσίες Ξανθίππη καὶ Πολυξένη

Ἦταν Ἰσπανίδες ἀδελφὲς καὶ ἔζησαν στὰ µέσα τοῦ πρώτου αἰῶνα µετὰ Χριστόν, ὅταν Καῖσαρ ἦταν ὁ Κλαύδιος ὁ Α´. Ἡ Ξανθίππη µαζὶ µὲ τὸ σύζυγό της Πρόβο, διδάχτηκε τὴν χριστιανικὴ θρησκεία, καὶ ἦλθε σ᾿ αὐτή, ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Ἡ Πολυξένη ἀφοῦ πῆγε στὴν Ἀνατολή, βαπτίστηκε ἀπὸ τὸν πρωτόκλητο ἀπόστολο Ἀνδρέα. Καὶ οἱ δυὸ ἀδελφές, ἐργάστηκαν γιὰ τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ ὁδήγησαν σ᾿ αὐτὴν πολλὲς γυναῖκες. Πέθαναν καὶ οἱ δυὸ εἰρηνικὰ σὲ προχωρηµένη ἡλικία, χωρὶς νὰ πάψουν µέχρι καὶ τὴν τελευταία τους πνοὴ νὰ στηρίζουν τὶς ἀσθενικὲς ψυχὲς στὴ χριστιανικὴ ἐλπίδα.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ παντοπώλης, Νεοµάρτυρας ἀπὸ τὸ Καρπενήσι
«... Ἐγὼ χριστιανὸς εἶµαι καὶ τὸν Χριστό µου πιστεύω γιὰ ἀληθινὸ Θεό. Οἱ τιµὲς καὶ τὰ ὀφφίκια ποὺ µοῦ τάζεις, δὲν µοῦ χρειάζονται. Ἐγὼ τὸν Χριστό µου δὲν ἀρνοῦµαι, τὸν Χριστὸ πιστεύω, γιὰ τὸ ὄνοµά Του θὰ πεθάνω, Τοῦρκος δὲν γίνοµαι». Αὐτὴ ἦταν ἡ δυναµικὴ ἀπάντηση τοῦ νεαροῦ Νικολάου στὸν κριτή, ὅταν µὲ πλεκτάνη προσπάθησαν νὰ τὸν ἐξισλαµίσουν. Ὁ Νικόλαος γεννήθηκε στὸ Καρπενήσι ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, ποὺ φρόντισαν καὶ γιὰ τὴν δική του εὐσέβεια καὶ µόρφωση. Σὲ ἡλικία 15 χρονῶν βρίσκεται στὴν Κωνσταντινούπολη, ὑπηρετώντας στὸ παντοπωλεῖο τοῦ πατέρα του, στὸ Ταχτὰ Καλέ. Κάποιος κουρέας Τοῦρκος ὅµως, ποὺ τοῦ µάθαινε τὴν Τούρκικη γλῶσσα, τοῦ ἔδωσε νὰ διαβάσει τὴν Τούρκικη ὁµολογία πίστης, µπροστὰ σὲ µάρτυρες, χωρὶς ὁ Νικόλαος νὰ γνωρίζει τίποτα. Ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι γίνεται Τοῦρκος, ὁ Νικόλαος ἀµέσως ὁµολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ἡ δυναµικὴ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε στὸν κριτή, ἔκανε τοὺς Τούρκους νὰ τὸν βασανίσουν µέσα στὴ φυλακὴ µὲ τὸν πιὸ ἄγριο τρόπο. Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὅµως, ὁ Νικόλαος ἔµεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του. Ἔτσι, τὴν Δευτέρα 23 Σεπτεµβρίου 1672 τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἦταν 15 χρονῶν. Τὸ λείψανό του ἐνταφιάστηκε στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Χάλκης. Ἀργότερα ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου µεταφέρθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ξηροποτάµου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. (Ἡ µνήµη του περιττῶς ἐπαναλαµβάνεται, ἀπὸ ὁρισµένους Συναξαριστές, καὶ τὴν 23η Δεκεµβρίου).

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεοµάρτυρας «ἐκ Μουσουλµάνων»
Ὁ Ἅγιος αὐτὸς νεοµάρτυρας γεννήθηκε στὴν Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου, ἀπὸ γονεῖς Μουσουλµάνους. Ὁ πατέρας του ἦταν Δερβίσης καὶ Σέχης στὸ ἀξίωµα. Εἴκοσι χρονῶν, µπῆκε καὶ αὐτὸς στὸ τάγµα τῶν Δερβίσηδων. Ἀφοῦ ἔκανε ἀρκετὰ χρόνια στὰ Ἰωάννινα, πῆγε στὸ Βραχώρι τῆς Αἰτωλίας, ὅπου κατοίκησε σ᾿ ἕνα οἴκηµα, ποὺ ὀνοµαζόταν Μουσελὶµ σεράι. Ξαφνικὰ ὅµως, ἄρχισε νὰ ζεῖ σὰν χριστιανός, πέταξε τὰ ἐνδύµατα τοῦ Δερβίση καὶ ντύθηκε χριστιανικά. Ἔπειτα πῆγε στὴν Ἰθάκη, ὅπου δέχτηκε τὸ ἅγιο Βάπτισµα µὲ τὸ ὄνοµα Ἰωάννης. Ὅταν ἐπανῆλθε στὴν Αἰτωλία, παντρεύτηκε στὸ χωριὸ Μαχαλὰς καὶ ἔκανε τὸ ἐπάγγελµα τοῦ ἀγροφύλακα. Ὁ πατέρας του ὅµως, ἔστειλε ἀπεσταλµένους νὰ τὸν µεταπείσουν, ἀλλ᾿ αὐτὸς τοὺς ἔδιωξε. Τότε συλλήφθηκε ἀπὸ τὸν Μουσελίµη τοῦ Βραχωρίου, στὸν ὁποῖο ὁµολόγησε µὲ θάρρος τὸ χριστιανικό του ὄνοµα καὶ τὴν ἀγάπη του στὸν Χριστό. Βασανίστηκε ἀνελέητα. Τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 23 Σεπτεµβρίου 1814. Οἱ χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ τίµιο λείψανό του καὶ τὸ ἔθαψαν σ᾿ ἕνα ἀγρόκτηµα στὸ Βραχώρι.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Μητροπολίτης Ἄργους, ἐθνοϊεροµάρτυρας
Γρηγόριος Καλαµαρᾶς Μητροπολίτης Ἄργους καὶ Ναυπλίου (1810-1821), ἀνιψιὸς τοῦ προκατόχου του Γρηγορίου (1800-1810). Γεννήθηκε στὴν Ἀλαγονία Καλαµάτας. Χρηµάτισε µητροπολίτης Ἐρυθρῶν καὶ κατόπιν Πατρῶν (1780-1799). Ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ «πρώην» ἐκλέχθηκε µητροπολίτης Ναυπλίου καὶ Ἄργους (1810). Τὸ ἔτος 1819 µυήθηκε στὴν Φιλικὴ Ἑταιρεία ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Παµπούκη, ἐνῷ βρισκόταν στὴν Ὕδρα, ὁ ἴδιος δὲ ἔκαµε Φιλικοὺς τοὺς προκρίτους τῆς ἐπαρχίας του. Ἡ προεπαναστατικὴ ἐθνικὴ δραστηριότητα τοῦ Γρηγορίου ἔγινε ἀντιληπτὴ ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ γι᾿ αὐτό, µὲ διαταγὴ τοῦ καϊµακάµη τῆς Τρίπολης, κλείστηκε µαζὶ µὲ ἄλλους ἀρχιερεῖς στὶς φυλακὲς τῆς πόλης καὶ ὑπέφερε τὰ πάνδεινα, µέχρις ὅτου ἀπὸ τὶς κακουχίες, τὴν ἀσιτία καὶ τὰ πολύµηνα µαρτύρια πέθανε στὶς 21 Σεπτεµβρίου 1821.

Ὁ Ἅγιος Adamnan (Σκωτσέζος)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ὅι Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

The Annunciation of the Virgin Mary

The feast of the Annunciation of the Virgin Mary is a feast of the Lord and of the Mother of God (Theotokos). It is a feast of the Lord because Christ who was conceived in the womb of the Theotokos. It is a feast of the Theotokos because it refers to the person who aided in the conception and Incarnation of the Word of God, that is, the All Holy Virgin Mary.
Mary (the Theotokos) has great value and an important position in the Church, precisely because she was the person whom all generations awaited, and she gave human nature to the Word of God. Thus the person of the Theotokos is associated closely with the Person of Christ. Furthermore, the value of the Virgin Mary is not only due to her virtues, but also mainly to the fruit of her womb. For this reason, Theotokology is very closely associated with Christology. When we speak of Christ we cannot ignore her who gave Him flesh. And when we speak of the Virgin Mary, we simultaneously refer to Christ, because from Him she draws Grace and value. This shows clearly in the service of the Salutations, in which the Theotokos is hymned, but always in combination with the fact that she is the mother of Christ: "Rejoice, for you are the throne of the king. Rejoice for you bear Him Who bears all things".
This connection of Christology and Theotokology shows in the lives of the Saints as well. A characteristic mark of the Saints, who are the real members of the Body of Christ, is that they love the Virgin Mary. It is impossible for there to be a Saint who does not love her.
The Annunciation of the Theotokos is the beginning of all feasts of the Lord. In the dismissal hymn of the feast we chant: "Today is the beginning of our salvation and the revelation of the mystery from the ages..." The content of the feast refers to the Archangel Gabriel’s (the angel associated with all events having to do with the Incarnation of Christ) visit to the Virgin Mary (with God's command) informing her that the time of the Incarnation of the Word of God had arrived, and that she would become His mother (see Luke 1:26-56).
The word "annunciation" is comprised of two words, good and message, and denotes the good notification, the good announcement. This refers to the information that was given through the Archangel that the Word of God would be incarnated for man's salvation. Essentially this is the fulfilment of God's promise, given after the fall of Adam and Eve (see Gen. 3:15), which is called the proto-evangelion (i.e., the first gospel). For this reason the information of the Incarnation of the Word of God is the greatest notification in history.
According to St. Maximos the Confessor, the gospel of God is the intercession of God and the comforting of men through His incarnate Son. Simultaneously it is the reconciliation of men with the Father, Who gives the unborn theosis as a reward to those who obey Christ. Theosis is called unborn because it is not born but rather is revealed to those who are worthy. Consequently, the theosis that is offered through the incarnate Christ is not a birth, but a revelation of the enhypostatic illumination to those who are worthy of this revelation.
The good announcement, the gospel, the Annunciation, is a correction of the events, which occurred at the beginning of man's creation, in the sensorial Paradise of Eden. There, from a woman the Fall and its results began; here, from a woman all good things began. Thus, the Virgin Mary is the new Eve. There was the sensorial Paradise; here, the Church. There, Adam; here, Christ. There, Eve; here Maria. There, the snake; here, Gabriel. There, the whispering of the dragon-snake to Eve; here the greeting of the angel to Mary (Joseph Vryenios). In this manner the transgression of Adam and Eve was corrected.
The Archangel Gabriel called the Virgin Mary "full of grace." He told her: "Rejoice, O thou who art full of grace. The Lord is with thee. Blessed art thou among women" (Luke 1:28-29). The Virgin Mary is called "full of grace" and is characterised as "blessed" since God is with her.
According to Saint Gregory Palamas and other holy Fathers, the Virgin Mary had already been filled with grace, and was not just filled with grace on the day of the Annunciation. Having remained in the holy of holies of the Temple, she reached the holy of holies of the spiritual life, theosis. If the courtyard of the Temple was destined for the proselytes and the main Temple for the priests, then the holy of holies was destined for the high priest. There the Virgin Mary entered, a sign that she had reached theosis. It is known that in the Christian age, the narthex was destined for the catechumens and the impure, the main church for the illumined, the members of the Church, and the holy of holies (altar) for those who had reached theosis.
Thus, the Virgin Mary had reached theosis even before she received the visitation of the Archangel. Toward this goal, she used a special method of knowing God and communing with God, as Saint Gregory Palamas interprets in a wonderful and divinely inspired manner. This refers to stillness, the hesychastic way. The Virgin Mary realised that no one can reach God with reasoning, with the senses, with imagination or human glory, but rather only through the intellect. Thus she deadened all the powers of the soul that came from the senses, and through noetic prayer she activated the intellect. In this manner she reached illumination and theosis. And for this reason she was granted to become the Mother of Christ, to give her flesh to Christ. She didn't have simply virtues, but the god-making Grace of God.
The Virgin Mary had the fullness of God's Grace, in comparison to (other) people. Of course, Christ, as the Word of God, has the whole fullness of Graces, but the Virgin Mary received the fullness of Grace from the fullness of Graces of her Son. For this reason, in relation to Christ she is lower, since - Christ had the Grace by nature, whereas the Virgin Mary had it through participation. In relation to people, however, she is higher.
The Virgin Mary had the fullness of Grace, from the fullness of Graces of her Son, prior to the conception, during the conception and after the conception. Prior to the conception the fullness of Grace was perfect, during the conception it was more perfect, and after the conception it was very perfect (St. Nikodemos the Haghiorite). In this manner the Virgin Mary was a virgin in body and a virgin in soul. And this physical virginity of hers is higher and more perfect than the virginity of the souls of the Saints, which is achieved through the energy of the All-holy Spirit.
No human is born delivered of the original sin. The fall of Adam and of Eve and the consequences of this fall were inherited by the whole human race. It was natural that the Virgin Mary would not be delivered from the original sin. The word of the Apostle Paul is clear: "all have sinned and are deprived of the glory of God" (Rom 3:23). In this apostolic passage it shows that sin is considered to be a deprivation of the glory of God, and furthermore that no one is delivered from it. Thus, the Virgin Mary was born with the original sin. When, though, was she delivered from it? The answer to this question must be freed from scholastic viewpoints.
To begin with we must say that the original sin was the deprivation of the glory of God, the estrangement from God, the loss of communion with God. This also had physical consequences, however, because in the bodies of Adam and of Eve corruption and death entered. When in the Orthodox Tradition there is talk of inheriting the original sin, this does not mean the inheriting of the guilt of the original sin, but mainly its consequences, which are corruption and death. Just as when the root of a plant dies, the branches and the leaves become ill, so it happened with the fall of Adam. The whole human race became ill. The corruption and death which man inherits is the favourable climate for the cultivation of passions and in this manner the intellect of man is darkened.
Precisely for this reason the adoption by Christ through His Incarnation of this mortal and suffering body, without sin, aided in correcting the consequences of Adam's sin. Theosis existed in the Old Testament as well, just as the illumination of the intellect also did, but death had not been abolished; for this reason the god-seeing Prophets all went to Hades. With Christ's Incarnation and His Resurrection, human nature was deified and thus the possibility was given to each person to be deified. Because with holy Baptism we become members of the deified and resurrected Body of Christ, for this reason we say that through holy Baptism man is delivered from the original sin.
When we apply these things to the case of the Virgin Mary we can understand her relationship with the original sin and her being freed from it. The Virgin Mary was born with the original sin; she had all the consequences of corruption and death in her body. With her entrance into the holy of holies, she reached theosis. This theosis though was not enough to deliver her from its consequences, which are corruption and death, precisely because the divine nature had not yet united with the human nature in the hypostasis of the Word. Thus, at the moment when, through the power of the Holy Spirit, the divine nature was united with human nature in the womb of the Virgin Mary, the Virgin Mary first tasted her freedom from the so-called original sin and its consequences. Furthermore, at that moment that which Adam and Eve failed to do with their free personal struggle, occurred. For this reason, the Virgin Mary at the moment of the Annunciation reached a greater state than that in which Adam and Eve were prior to the fall. She was granted to taste the end of the goal of creation, as we will see in other analyses.
For this reason for the Virgin Mary Pentecost did not have to happen, it was not necessary for her to be baptised. That which the Apostles experienced on the day of Pentecost, when they became members of Christ's Body through the Holy Spirit, and that which happened to all of us during the mystery of Baptism, occurred for the Virgin Mary on the day of Annunciation. Then she was delivered from the original sin, not in the sense that she was delivered from the guilt, but that she obtained the theosis in her soul and body, due to her union with Christ.
In these frameworks Saint John of Damascus' saying that on the day of the Annunciation the Virgin Mary received the Holy Spirit, which cleansed her and gave her power receptive of the Word's divinity, simultaneously a birth-giving power, should be interpreted. That is the Virgin Mary received from the Holy Spirit a cleansing grace, but also a grace receptive and able to give birth to the Word of God as a man.
The response of the Virgin Mary to the information of the archangel that she would be granted to give birth to Christ was expressive: "Behold the handmaiden of the Lord. Let it be to me according to thy word" (Luke 1:38). Here the obedience of the Virgin Mary to the saying of the archangel shows, but also her obedience to God, for an event that was odd and strange for human logic. Thus her logic is submitted to God's will.
Some maintain that during that moment all the righteous people of the Old Testament, but also all of humanity awaited with anxiousness to hear the Virgin Mary's response, fearing that she might refuse and not obey God's will. They maintain that because every time when man is in such a dilemma, precisely because he has freedom, he can say the yes or no, as furthermore occurred in the case of Adam and Eve, the same thing could occur with the Virgin Mary. However it was not possible for the Virgin Mary to refuse, not because she didn't have freedom, but because she had real freedom.
Saint John Damascus makes a distinction between a natural and an opinionated will. One has an opinionated will when he is distinguished by the ignorance of a thing, by the doubt and in the end the incapability of selection. This refers to a wavering as to what to do. One has a natural will when he is lead in a natural manner, without wavering, without ignorance, to the realisation of the truth.
So it seems, that the natural will is associated with "wanting", whereas the opinionated will with the "how to want", and furthermore when it is done with doubts and wavering. Consequently the natural will comprises the perfection of nature, whereas the opinionated will comprises the imperfection of nature, since it presupposes a person who does not have knowledge of the truth, is not certain about what he must decide.
So even though Christ had two wills, due to the two natures, the human and divine nature, nevertheless he had a natural will, from the viewpoint we are studying here and of course, He did not have an opinionated will. As God He always knew the will of God the Father and there was no doubt and no wavering in Him. The Saints experience this by grace also, especially by the Virgin Mary. Because the Virgin Mary had reached theosis, for this reason it was impossible for her to reject God's will and not yield to the incarnation. She had perfect freedom, and for this her freedom always acted naturally and not unnaturally. We because we have not reached theosis have an imperfect freedom, the so-called opinionated will, for this reason we waver as to what to do. Her question "how shall this be to me, because I know no man" (Luke 1:34), shows humility, the weakness of the human nature, but also the strangeness of the matter, because there were miraculous conceptions in the Old Testament, however not seedless ones.
On the day of Annunciation we have a direct conception of Christ with the power and energy of the All-holy Spirit. In one theotokion we chant: "At Gabriel announcing to you the rejoice O virgin, with the voice the Master all was incarnated". This means that several hours and days for the conception to occur did not intervene, but it occurred precisely at that moment.
The archangel Gabriel told Joseph, the betrothed of the Most Holy Theotokos. "Do not fear to take Mariam your wife. For that which is born in her is of the Holy Spirit" (Math. 1:20). The Virgin Mary gave birth to Christ as a human, but the conception was of the Holy Spirit.
Basil the Great interpreting this phrase, and mainly the "is born of the Holy Spirit", says that every thing which comes from something else, id denoted by three words. The one is "by creation", just as the whole of creation was created by God with His energy. The other one is "by birth", as the Son was born before all ages of the Father. The third is "naturally", just as energy comes out of every nature, that is brilliance from the sun, and more generally the action from the one doing the action. As regards the conception of Christ in the Holy Spirit the true expression is that Christ was conceived with the energy of the Holy Spirit "by creation", and not by birth or naturally.
Saint John of Damascus teaches that the Son and Word of God conjoined for Himself, with the pure and most clean bloods of the Theotokos, flesh which is alive with a logical and noetic soul, not by seed, but created by the Holy Spirit.
Of course, when we speak of the conception of Christ in the Theotokos' womb with the power and creative energy of the Holy Spirit, we should not isolate the Holy Spirit from the Holy Trinity. It is known from patristic teaching that the energy of the Trinitarian God is common. The creation of the world and the recreation of man and of the world occurred and occurs with the common energy of the Trinitarian God. Consequently, not only did the Holy Spirit create the master's body of Christ, but also the Father Himself and the Son, that is the whole Holy Trinity did. The formulation of this truth is that the Father favoured the incarnation of His Son, the Son and the Word of God Himself worked His incarnation and the Holy Spirit effected it.
The conception of Christ in the womb of the Theotokos occurred with silence and secrecy and not with noise and disturbance. No one, neither of the angels nor of men was able to understand at that moment these great things which were performed. The Great Prophet David prophesied this event saying: "May he be like rain that falls on a fleece, like showers that water the earth!" (Psalm 71:6). Just as rain that falls on a fleece of wool does not cause noise or any corruption, the same thing occurred also during the annunciation and the conception. Christ with His conception did not cause noise or any corruption in the virginity of the Virgin Mary. For this reason the Virgin Mary was and remained a Virgin before the birth, during the birth and after the birth. These are the three stars, which the iconographer forms always on the forehead and the two shoulders of the Virgin Mary.
The union of the divine with the human nature in the hypostasis of the Word, in the womb of the Theotokos, comprises the direct theosis of the human nature. That is, from the first moment when the divine united with the human nature there is the theosis of the human nature. The saying of Saint John Damascene is characteristic: "at the moment of flesh, at that moment the flesh of God the Word". This means that a duration of time did not intervene after the conception for the human nature* to be deified, but this happened immediately at the time of the conception.
A consequence of this event is that the Virgin Mary must be called Theotokos, since she gave birth truly to God, Whom she bore for nine months in her womb, and not a man who had the Grace of God. For this reason the Virgin Mary is called Theotokos, precisely because she conceived Christ in the Holy Spirit.
This must be stressed because in times of old a great theological conversation occurred as to if the Virgin Mary ought to be called Theotokos and not Christotokos. The Christological dogma has a consequence in the theotokological discussion. The Virgin Mary is a Theotokos, precisely because she conceived Christ in the Holy Spirit.
This must be stressed, because in times of old a large theological discussion occurred as to whether the Virgin Mary should be called Theotokos, due to the existence of heretical teachings. In addition, the final validation of the teaching that the Virgin Mary gave birth to God, and that immediately with the adoption of the human nature there exists its theosis, occurred in the 3rd Ecumenical Synod. The heretic Nestorios, using philosophical terms and human pondering, supported that the Virgin Mary was a human and for this reason it was impossible for her to give birth to God. The babe who was in her was not God, but a human. God simply "passed through" or "passed along with" through the Theotokos. Of course, there was a problem in his theology about the relationship between the two natures of Christ. Nestorios believed that the flesh of Christ was imply united with the nature of the Godhead. The Word was not God, but was united with man and dwelt inside him. With such presuppositions he named the Virgin Mary Christotokos and not Theotokos.
However Christ is a God-man, perfect God and perfect man, and every nature acted "with the other communion" in the hypostasis of the Word. We will see this topic when we will speak of the birth of Christ. Here though it must be underlined that human nature was deified immediately with its union with the divine nature in the hypostasis of the Word, in the womb of the Theotokos. For this reason the Virgin Mary is and is called Theotokos, since she gave birth to God humanly.
The direct theosis of human nature by the divine nature of the Word does not mean that the qualities of human nature are abolished. This shows that the conception and carrying in the womb, but also the birth of Christ occurred by nature and supernaturally. Supernaturally, because it occurred creatively by the All-holy Spirit and not by seed. Naturally, because the carrying in the womb occurred in the manner in which the infant is carried in the womb.
There is however one point which must be underlined. In every infant there are a few stages, until the time for birth comes. To begin with there is the conception, subsequently after a period of time the depiction of the members of his body, afterwards little by little they are developed, and according to the level of his development movement follows. Finally, when it is completed, he comes out of the womb of his mother.
Whereas in the divine infant we do have an increase little by little, nevertheless a period of time did not intervene between the conception and the depiction of the members. Basil the Great literally says: "immediately what was conceived was perfect in the flesh, not the shape formulated little by little". We must see this from the viewpoint that the members of His body were depicted immediately, he was created a perfect man, but nevertheless he was not found in the formulation of the nine months. He was developing little by little, although His body had been comprised from the beginning.
The conception of Christ occurred by the All Holy Spirit in the womb of the Theotokos creatively and not by seed, because Christ had to undertake the pure nature that Adam had before the transgression. Of course, Christ adopted a possible and mortal flesh, as it became after Adam's transgression, to defeat corruption and death, but it was however utterly pure and spotless, as it was prior to the transgression. Thus, Christ's flesh from a viewpoint of purity was as Adam's body was prior to the transgression, while from a viewpoint of mortality and corruption it was the body of Adam after the transgression.
Consequently the conception occurred through the Holy Spirit, because the manner in which man is born today (through the seed) is after the transgression. According to Saint Gregory Palamas, the movement of the flesh towards birth is not completely delivered from sin, because, whereas God has placed the intellect to rule over man, it acts "unsubmittedly" in the duration of the movement of the flesh. Thus, the pure nature of Christ has a relationship with the creative and not the conception by seed.
Precisely this event is very closely associated with the fact that the conception, carrying in the womb and birth of Christ by the Virgin Mary was effortless, painless and without pleasure. So Christ, was conceived, carried in the womb as a babe and was born without pleasure, without toil and without pain. He was conceived seedless for two basic reasons. Firstly, to undertake the pure human nature, and secondly, to be born without corruption and painlessly.
The Virgin Mary as she conceived Christ without pleasure, in the same way held Him for nine months in her womb without toil and without weight. She did not feel weight, despite the fact that the divine infant was developing naturally and had the weight of a developing embryo. Thus the prophecy of the Prophet Isaiah was fulfilled: "Behold the Lord is sitting upon a hollow cloud" (Is. 19:1). With the term "hollow cloud" is meant the human flesh, which was so very light that it did not cause any weight and toil to the Virgin Mary during the time of the nine month carrying in the womb.
The seedless and 'pleasureless' conception of the Virgin Mary and the effortless carrying in the womb is closely associated with the incorrupt and painless birth of Christ. According to Saint Gregory Nyssa there is a close relationship between pleasure and pain, since every pleasure has pain connected with it. Adam felt pleasure and pain followed to the whole human race. Thus also now through freedom from pleasure joy comes to the human race. The birth of Christ did not corrupt the virginity of the Theotokos, precisely as the conception did not occur with pleasure, and the carrying in the womb did not occur with weight and toil. There where the All-holy Spirit acts "the order of nature is overcome".
The duration of the carrying in the womb of the Virgin Mary is a foreshadowing of the ceaseless communion that the Saints will have in the Kingdom of God.
It is known and a given fact that the mother who has a babe in the womb has a close and organic relationship with him. Contemporary scholars have proven that the infant is very much influenced not only by the physical state of his mother, but also from her psychological make up. And because the divine infant was conceived of the Holy Spirit, but grew up in the natural manner, that is He had a communion with the Virgin Mary's body, for this reason there exists a close relationship between Christ and the Theotokos. Naturally, we must see this from the viewpoint that the Virgin Mary gives her blood to Christ, but also Christ gives His Grace and blessing to her. So Christ being carried in the womb did not cease simultaneously being at God's throne united with His Father and the Holy Spirit.
The human nature was united with the divine nature without alteration, unconfusedly, indivisibly, inseparably, immediately from the moment of conception. This means that first the Virgin Mary tasted the goods of the divine incarnation, theosis. That which the Disciples of Christ tasted during Pentecost, and we during Baptism, at the time of the mystery of the divine Eucharist, when we commune of the Body and Blood of Christ, and that which the Saints will live in the Kingdom of the Heavens., the Virgin Mary lived from the first moment of the conception and carrying in the womb.
Consequently Christ for nine whole months, day and night, nourished with His sanctified blood the Virgin Mary. This is a foreshadowing of the ceaseless divine Communion and of the ceaseless relationship and communion of the Saints with Christ which will occur mainly in the next life. For this reason the Virgin Mary is a foreshadowing of the future age. From this viewpoint she is Paradise.
Saint Nikodemos the Haghiorite, speaking of the Annunciation of the Theotokos proceeds to a personal and existential approach of this event. Because, it does not suffice for us to celebrate only externally the events of the divine incarnation, but we should approach them existentially and spiritually. For this reason he gathered many passages of Saints in which mainly there is speech about this existential approach.
The saying of the Prophet Isaiah is characteristic "we were with child, we writhed, we have given birth. We have brought forth a spirit of salvation upon the earth" (Is. 26: 18). According to the interpretation of the holy Fathers the seed is the word of God and the intellect is the womb and the heart of man. Through faith the word of God is sewn in the heart of man and makes it pregnant with the fear of God. This is the fear that man not remain far from God. Through this fear the struggle for cleansing the heart and the obtaining of virtues begins, which resembles a pain, childbearing pains. In this manner the spirit of salvation is born, which is theosis and sanctification.
The forming of Christ in us happens with spiritual pains. The Apostle Paul says: "My little children, with whom I am again in travail until Christ be formed in you!" Gal. 4:19). Travails are the ascetical struggle, and formation is theosis and sanctification.
According to the holy Fathers (Saint Gregory Nyssa, Saint Maximos the Confessor, Saint Symeon the New Theologian, Saint Niketas Stethatos etc.) that which happened physically in the Virgin Mary, this happens spiritually to each one whose soul is virginal, that is, is cleansed of the passions. Christ, who was born once in the flesh, wants to be born, always in the spirit, by those who wish, and thus He becomes a babe, forming Himself in them through the virtues.
The spiritual conception and birth becomes understood from the fact that the flow of blood stops, that is the desires to commit sin cease, passions are not active in man, man hates sin and constantly wants to do God's will. This conception and birth is obtained with the implementation of the divine commandments, mainly with the return of the intellect in the heart and with the ceaseless monologistic prayer. Then man becomes a temple of the All-holy Spirit.
The Annunciation of the Theotokos is an annunciation of the human race, an information that the Son and Word of God incarnated. This universal feast must aid in a personal feast, in a personal annunciation. We must accept the preludes of our salvation, which is the greatest notification in our life.

Ἁγιολόγιον 19 & 20 Σεπτεμβρίου

Σεπτέµβριος 19

Οἱ Ἅγιοι Τρόφιµος, Σαββάτιος καὶ Δορυµέδων
Μαρτύρησαν ἐπὶ βασιλέως Πρόβου καὶ διοικητοῦ Ἀντιοχείας Ἠλιοδώρου (278 µ.Χ.). Ὅταν λοιπὸν ὁ Τρόφιµος µὲ τὸ Σαββάτιο βρέθηκαν στὴν Ἀντιόχεια καὶ εἶδαν τὰ πολυποίκιλα ἁµαρτωλὰ ὄργια ποὺ γίνονταν πρὸς τιµὴν τοῦ Ἀπόλλωνα, δὲ συγκρατήθηκαν καὶ ἀποδοκίµασαν δηµόσια τὴν ἁµαρτωλὴ αὐτὴ παραφροσύνη. Βέβαια, γρήγορα συνελήφθησαν καὶ ὁδηγήθηκαν στὸ δικαστήριο. Θαρραλέα δήλωσαν πὼς εἶναι χριστιανοί. Τότε ὁ ἡγεµόνας Ἠλιόδωρος διέταξε καὶ τοὺς µαστίγωσαν ἀνελέητα. Τόσο, ποὺ οἱ σάρκες τοὺς κόβονταν κοµµάτια. Ἐκεῖ ὁ Σαββάτιος ἄφησε τὴν τελευταία του πνοή. Ὁ δὲ Τρόφιµος ὁδηγήθηκε σὲ ἄλλο σκληρότερο ἡγεµόνα, τὸ Διονύσιο Περώννιο. Αὐτός, ἀφοῦ τὸν ἔγδαρε µὲ σιδερένια νύχια, µισοπεθαµένο τὸν ἔριξε στὴ φυλακή. Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέφθηκε κάποιος, βουλευτής, ὁ Δορυµέδων, ποὺ εἶδε τὸ µαρτύριό του καὶ στερεώθηκε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν τὸ ἔµαθε αὐτὸ ὁ ἡγεµόνας, βασάνισε σκληρὰ τὸ Δορυµέδοντα. Ἔπειτα, ἔριξε καὶ τοὺς δυὸ τροφὴ στὰ θηρία, µέσα στὸ ἀµφιθέατρο. Ἀλλὰ ἡ πεινασµένη ἀρκούδα καὶ ἡ αἱµοβόρα λεοπάρδαλη στάθηκαν στὰ πόδια τους σὰν ἡµέρα ἀρνιά. Τὸ ἴδιο καὶ τὸ ἀγριεµένο λιοντάρι ποὺ ἐλευθέρωσαν ἀργότερα. Γιὰ νὰ πληρωθεῖ ἔτσι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «οἳ διὰ πίστεως... ἔφραξαν στόµατα λεόντων». Αὐτοί, δηλαδὴ οἱ Ἅγιοι, ἐπειδὴ εἶχαν µεγάλη καὶ συνειδητὴ πίστη, βούλωσαν καὶ ἔφραξαν στόµατα λιονταριῶν. Ὅταν λοιπὸν εἶδαν ὅτι δὲν τοὺς ἄγγιξαν τὰ θηρία, ἀµέσως οἱ δήµιοι τοὺς ἀποκεφάλισαν.

Ὁ Ἅγιος Theothore (Ἄγγλος)
Λεπτοµέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ὅι Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κοµµοδάτου, ἐπισκόπου Τελµησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Σεπτέµβριος 20

Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος καὶ ἡ συνοδεία του, Θεοπίστη ἡ σύζυγός του, Ἀγάπιος καὶ Θεόπιστος
Ὁ Εὐστάθιος ἦταν ἀξιωµατικὸς περίβλεπτος στὴ Ρώµη. Στὴ χριστιανικὴ πίστη προσῆλθε µὲ θαυµαστὸ τρόπο. Ὅταν κάποτε κυνηγοῦσε ἕνα ἐλάφι, εἶδε στὰ κερατά του νὰ φέρει σταυρὸ καὶ ἄκουσε µία φωνὴ ποὺ τὸν καλοῦσε στὴν ὀρθὴ πίστη. Ἔτσι πίστεψε καὶ βαπτίστηκε µὲ τὸ ὄνοµα Εὐστάθιος ἀπὸ Πλακίδας ποὺ ὀνοµαζόταν πρίν, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ γυναῖκα του Τατιανὴ σὲ Θεοπίστη, ἀλλὰ καὶ τὰ δυό τους παιδιὰ Ἀγάπιος καὶ Θεόπιστος. Ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Τραϊανὸς ἔµαθε ὅτι ἀσπάσθηκε τὸ χριστιανισµό, τοῦ ἀφαίρεσε τὸν ἀνώτερο στρατιωτικὸ βαθµὸ ποὺ εἶχε καὶ τὸν ἐξόρισε µὲ ὅλην του τὴν οἰκογένεια. Κατὰ τὴν πορεία ὅµως, τὸν χώρισαν ἀπὸ τὴν σύζυγό του Θεοπίστη καὶ τὰ δυό του παιδιά, τὸ Θεόπιστο καὶ τὸν Ἀγάπιο. Τὸ γεγονὸς αὐτό, πίκρανε πολὺ τὸν Εὐστάθιο. Μετὰ ἀπὸ χρόνια, ὅταν ὁ Τραϊανὸς περιῆλθε σὲ µεγάλη πολεµικὴ δυσχέρεια, θυµήθηκε τὸν ἰκανότατο ἀξιωµατικό του Εὐστάθιο. Τὸν ἐπανέφερε λοιπὸν στὴν ὑπηρεσία, καὶ ὁ Εὐστάθιος µὲ τὴν γενναιότητα ἀλλὰ καὶ τὴν στρατηγικὴ ποὺ τὸν διέκρινε συνετέλεσε κατὰ πολὺ στὴν νίκη. Στὸ δρόµο µάλιστα, βρῆκε τὴν οἰκογένειά του καὶ ἔνοιωσε µεγάλη χαρά. Ὁ διάδοχος, ὅµως, τοῦ Τραϊανοῦ, Ἀδριανός, ἀπαίτησε ἀπὸ τὸν Εὐστάθιο νὰ παραστεῖ στὶς θυσίες τῶν εἰδωλολατρικῶν θεῶν. Ὁ Εὐστάθιος, βέβαια, ἀρνήθηκε, µὲ ἀποτέλεσµα νὰ βασανιστεῖ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τους στὸ Χριστὸ ἐνδυνάµωνε τὴν ψυχή τους στὰ βασανιστήρια, ἐνθυµούµενοι µάλιστα τοὺς θείους λόγους, ποὺ λένε: «Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑποµένει πειρασµὸν ὅτι δόκιµος γενόµενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν». Πανευτυχής, δηλαδή, εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ βαστάει µὲ ὑποµονὴ τὴν δοκιµασία τῶν θλίψεων. Διότι ἔτσι γίνεται σταθερὸς καὶ δοκιµασµένος, γιὰ νὰ πάρει τὸ λαµπρὸ καὶ ἔνδοξο στεφάνι τῆς αἰώνιας ζωῆς, ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος σ᾿ αὐτοὺς ποὺ Τὸν ἀγαποῦν. Τελικά, ὁ Εὐστάθιος µὲ τὴν οἰκογένειά του πέθαναν µέσα σὲ χάλκινο πυρακτωµένο βόδι.

Οἱ Ἅγιοι Ὑπάτιος ὁ Ἐπίσκοπος καὶ Ἀνδρέας ὁ Πρεσβύτερος, οἱ Ὁµολογητές
Ἀκόµα καὶ στὸ σχολεῖο, ἦταν πρότυπα ἀδελφωµένων συµµαθητῶν. Εἶχαν ἀνατραφεῖ ἀπὸ παιδιὰ στὴ χριστιανικὴ πίστη, καὶ διακρίνονταν στὴν ἐπιµέλεια, τὴν εὐταξία, στὴν πρόοδο τῶν γραµµάτων καὶ στὸ ζῆλο πρὸς τὰ θεῖα. Ἔζησαν καὶ οἱ δυὸ ἐπὶ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου, τοῦ εἰκονοµάχου. Ὁ Ὑπάτιος µε τὸ χρόνο χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος στὴ Λυδία, ἀπ᾿ ὅπου καὶ καταγόταν. Καὶ ὁ Ἀνδρέας ἀπὸ διάκονος, προχειρίστηκε ἱερέας. Τὰ ἀξιώµατά τους διαχειρίστηκαν µὲ ὅλην τὴ συνείδηση τῶν µεγάλων εὐθυνῶν ποὺ ἔχουν. Κοπίασαν ἐν λόγῳ καὶ ἔγιναν πρότυπα ἐν ἔργῳ. Ἀγωνίστηκαν µὲ αὐταπάρνηση γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ τότε ἀπειλοῦσε ἡ ἐπικίνδυνη αἵρεση τῆς εἰκονοµαχίας, ποὺ τόσο ἔβλαψε τὴν Ἐκκλησία καὶ ἐξασθένισε τὸ κράτος. Ὁ Ὑπάτιος καὶ ὁ Ἀνδρέας συνελήφθησαν, γιὰ τὴν ἀντίσταση καὶ πολεµική τους ἐνάντια στὰ βασιλικὰ διατάγµατα, ποὺ εὐνοοῦσαν τοὺς εἰκονοµάχους. Τοὺς ἔσυραν λοιπὸν δεµένους κατὰ γῆς µέσα στοὺς δρόµους, κατόπιν τοὺς ἔσφαξαν καὶ ἔτσι ἔπεσαν τίµια καὶ ἀτρόµητα ὁλοκαυτώµατα γιὰ τὴν ἀλήθεια.

Ὁ Ἅγιος Μαρτῖνος Πάπας Ρώµης
Βλέπε βιογραφικό του σηµείωµα στὶς 13 Ἀπριλίου.

Οἱ Ἅγιοι ὁµολογητὲς Μάξιµος ὁ σοφότατος, Εὐπρέπιος, Δύο (2) Ἀναστάσιοι καὶ Θεόδωρος οἱ µαθητές του
Βιογραφικὸ σηµείωµα τοῦ Ἁγίου Μάξιµου τοῦ Ὁµολογητοῦ, βλέπε τὴν 21η Ἰανουαρίου, ὅπου καὶ ἡ κυρίως µνήµη του. Ἀπὸ τοὺς Μαθητές του, οἱ δυὸ Ἄναστασιοι ἐξορίστηκαν ἀπὸ τὸν αἱρετικὸ βασιλιὰ Κώνσταντα τὸν Β´ στὴ Θρᾴκη, ὅπου ὑπέστησαν πολλὲς ταλαιπωρίες. Ἐπειδὴ ὅµως ἐπέµεναν στὸ ὀρθόδοξο φρόνηµά τους, τοὺς ἔφεραν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου Σύνοδος τοὺς καταδίκασε καὶ παραδόθηκαν στὸν ἔπαρχο γιὰ νὰ τιµωρηθοῦν. Αὐτός, µαζὶ καὶ τὸν δάσκαλό τους Μάξιµο, ἔκοψε τὴν γλῶσσα τους καὶ τὸ δεξί τους χέρι. Καὶ ὁ µὲν Ἀναστάσιος ὁ πρεσβύτερος πέθανε ἐξόριστος στὴ Λαζικὴ µετὰ 20 χρόνια, ὁ δὲ νεότερος Ἀναστάσιος πέθανε σὲ κάποιο φρούριο τῆς Θρᾴκης, σιωπηλός, ἀλλὰ βροντερὸς κήρυκας τῆς Ὀρθόδοξης ἀλήθειας καὶ ζωῆς. Τὰ ἴδια ἔπαθαν καὶ οἱ ἄλλοι δυὸ µαθητὲς τοῦ Μαξίµου, ὁ Θεόδωρος καὶ ὁ Εὐπρέπιος οἱ Ὁµολογητές. Μετὰ 20 χρόνια ἐξορίας ὁ πρῶτος, ἑνὸς δὲ µόνο ὁ δεύτερος, παρέδωσαν καὶ οἱ δυὸ τὶς ἁγίες τους ψυχὲς στὸν Κύριο.

Οἱ Ἅγιοι Ἀρτεµίδωρος καὶ Θαλός
Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.
Ὁ Ὅσιος Μελέτιος ἐπίσκοπος Κύπρου
Ἔγινε ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καὶ ἦταν εὐλαβὴς καὶ θεοφοβούµενος ἄνθρωπος. Κατανάλωσε ὅλην του τὴ ζωὴ στὴ µετάδοση τοῦ θείου λόγου καὶ τὴν ἀκατάπαυστη ἐλεηµοσύνη, ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά του, στοὺς φτωχούς. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης ὁ Αἰγύπτιος καὶ οἱ 40 Μάρτυρες
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἦταν µέγας Αἰγύπτιος ὁµολογητής. Ἐπειδὴ ὅµως ὁ ἀσεβὴς Μαξιµιανὸς δὲν µποροῦσε νὰ ὑποφέρει τὸ θάρρος τοῦ Ἁγίου νὰ ὁµολογεῖ τὸν Χριστό, πρόσταξε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν µαζὶ µὲ ἄλλους 40 χριστιανούς, τὸ ἔτος 295. Ἔτσι ἔλαβαν ὅλοι τὸ ἔνδοξο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Θεοφόρος ἀπὸ τὴν Κρήτη
Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Ἡ βιογραφία του σῴζεται σὲ χειρόγραφο στὸ χωριὸ Σίββα τῆς ἐπαρχίας Πυργιωτίσσης Κρήτης, ἰδιαίτερης πατρίδας τοῦ Ἁγίου. Γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Κωνσταντίνου Ζ´ τοῦ Πορφυρογέννητου (951-959), καὶ ἀπὸ µικρὸς εἶχε κλίση στὴ µοναχικὴ ζωή. Ἔγινε ἐρηµίτης στὶς σπηλιὲς τῆς Κρήτης, ἀσκούµενος στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐγκράτεια. Κατόπιν πῆγε στὸ ὄρος Ράξος, ὅπου ἔκτισε ναὸ στὸ ὄνοµα τῶν Ἁγίων Εὐτυχίου καὶ Εὐτυχιανοῦ ἐπισκόπων Ἀρκαδίας Κρήτης. Ἐκεῖ ἐπίσης ἐκάρη Μοναχὸς ἀπὸ κάποιον εὐλαβῆ Γέροντα καὶ ἀναχώρησε στὸ ὄρος Μυριοκέφαλο. Στὴν κορυφὴ αὐτοῦ τοῦ ὄρους ἔκτισε τὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Θεοτόκου Ἀντιφωνητρίας, ποὺ σῴζεται µέχρι σήµερα. Ὁ Ὅσιος ὅµως δὲν ἔµεινε ἐκεῖ. Ἀφοῦ γύρισε πολλὰ µέρη τῆς Κρήτης καὶ ἔκτισε Ναοὺς καὶ Μοναστήρια, κατέληξε στὸ δυτικὸ µέρος τῆς ἐπαρχίας Κισσάµου, στὸ χωριὸ Ἀκτή, ὅπου ἔκτισε κατοικητήριο πολὺ ἡσυχαστικό, καὶ κατόπιν µέγα κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου, ἐκεῖ λοιπόν, ἀφοῦ ἔζησε ζωὴ Ὁσία καὶ συνέταξε τὴν διαθήκη του, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος ὁ Κατάφλωρος Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Ἔζησε τὸν 12ο αἰῶνα καὶ σπούδασε στὴν Κωνσταντινούπολη φιλολογία, Θεολογία καὶ χειροτονήθηκε διάκονος στὴν Ἁγία Σοφία. Ὑπῆρξε µεγάλος λόγιος του Βυζαντίου καὶ τὸ 1174 ἐκλέχτηκε Μητροπολίτης Μύρων. Τὸν ἑπόµενο χρόνο προάχθηκε σὲ Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Τὸ ἔργο του στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ αὐτὴ ὑπῆρξε πολὺ προοδευτικὸ καὶ συνάντησε διάφορες ἀντιδράσεις. Τὸ 1185 συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Νορµανδοὺς καὶ τὸ 1191 κινδύνεψε ἡ ζωή του ἀπὸ συνωµοσία. Πέθανε τὸ 1197 ἢ 1198, ἀφοῦ ἄφησε πολλὰ φιλολογικά, ἱστορικὰ καὶ λαογραφικὰ ἔργα. Ἁγιοποιήθηκε στὶς 10 Ἰουνίου 1988.

Ὁ Ἅγιος Ἰλαρίων ὁ νέος ὁσιοµάρτυρας, ἀπὸ τὴν Κρήτη
Τὸ Ἡράκλειο τῆς Κρήτης ἦταν ἡ πατρίδα του. Ὁ πατέρας του ὀνοµαζόταν Φραντζέσκος καὶ ἡ µητέρα του Αἰκατερίνη. Ὁ νεοµάρτυρας αὐτὸς ὀνοµαζόταν Ἰωάννης καὶ ἀνατράφηκε χριστιανικὰ µαζὶ µὲ τὰ τέσσερα ἀδέλφια του. Κατόπιν ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ γιὰ 10 χρόνια ἔµενε κοντὰ σ᾿ ἕναν θεῖο του γιατρό. Ἔπειτα, µαζὶ µ᾿ ἕναν ἄλλο χριστιανό, ἀνέλαβε τὴν διαχείριση τοῦ ἐµπορίου κάποιου Χιώτη. Κάποτε ὅµως, ὅταν ὁ ἔµπορος αὐτὸς ἐπανῆλθε στὴ Χίο, διαπίστωσε ὅτι ἡ δουλειά του εἶχε ἔλλειµµα 30 γρόσια καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐνοχοποίησε τὸν Ἰωάννη, ποὺ τὸν ἀπειλοῦσε µὲ τιµωρίες. Ὁ Ἰωάννης στὴν ἀπόγνωσή του, ζήτησε τὴν βοήθεια τῆς µητέρας τοῦ Σουλτάνου. Κατόπιν συναντήθηκε µὲ τὸν Αἰθίοπα Μας Ἀγά, πού, στὴν ἀπελπισία του, τὸν ἔπεισε καὶ ἐξισλαµίστηκε. Λίγο µετὰ τὴν ἀποστασία του, ὁ Ἰωάννης συναισθάνθηκε τὸ µεγάλο του ὀλίσθηµα καὶ µὲ πλοῖο ἀναχώρησε στὴν Κριµαία, ὅπου παρέµεινε 10 µῆνες. Κατόπιν γύρισε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ µὲ προτροπὴ τοῦ πνευµατικοῦ του πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας. Ἐκεῖ ὑποτάχθηκε στὸν παπα- Βησσαρίωνα καὶ ἐκάρη µοναχός µε τὸ ὄνοµα Ἰλαρίων. Ἀργότερα ἀφοῦ πῆρε τὴν εὐχὴ γιὰ τὸ µαρτύριο, πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, παρουσιάστηκε στὸν Αἰθίοπα Ἀγὰ καὶ ὁµολόγησε µπροστά του τὸν Χριστό. Τότε ὁ Ἀγὰς διέταξε τὸν ἄγριο βασανισµό του καὶ κατόπιν, στὶς 20-9-1804, τὸν ἀποκεφαλισµό του.

Οι θέσεις του Ιερού Αυγουστίνου περί Δόγματος


Ο Αυγουστίνος ασχολείται κυρίως με το δόγμα περί Θεού στο έργο του «Περί Αγίας Τριάδος» (DE TRINITATAE). Εκεί προσπαθεί όχι τόσο πολύ να εκθέσει το δόγμα περί Αγίας Τριάδος, όσο να βρει τρόπους με τους οποίους να κάνει αυτό το δόγμα κατανοητό, να βρει αναλογίες στην ανθρώπινη ύπαρξη και να βοηθήσει κατά κάποιον τρόπο το σκεπτόμενο άνθρωπο να μην απορρίψει το δόγμα περί Αγίας Τριάδος, το οποίο είναι εκ πρώτης όψεως τόσο δύσκολο να το δεχθεί ο ανθρώπινος νους. Και ψάχνοντας να βρει τις αναλογίες με την ανθρώπινη ύπαρξη, κάνει απ’ την αρχή ένα μεγάλο λάθος, το οποίο σημαδεύει όλη την περαιτέρω πορεία στη θεολογία περί Αγίας Τριάδος. Το λάθος είναι ότι αναζητεί την αναλογία ή το μοντέλο στον ένα και μόνο άνθρωπο, ενώ οι Καππαδόκες Πατέρες δεν μπορούσαν ποτέ να δουν την αναλογία της Τριάδος παρατηρώντας έναν άνθρωπο. Χρειάζονταν πάντοτε τρεις ανθρώπους για να κάνουν την αναλογία. Δηλαδή, ενώ για τους Καππαδόκες το κάθε θείο πρόσωπο ήταν μια πλήρης υπόσταση, ένα πλήρες ον, (κι επομένως αν παίρναμε μια πλήρη αντιστοιχία με την ανθρώπινη εμπειρία μας θα ‘πρεπε να πάρουμε τον Πέτρο, τον Κώστα και τον Γιάννη για να σχηματίσουμε την τριάδα), με τον Αυγουστίνο γίνεται αυτό ακριβώς το λάθος, ότι νομίζει πως την Τριάδα μπορεί να την βρει μόνο στον Κώστα, μελετώντας δηλαδή μόνο έναν άνθρωπο.
Προσέξτε, πώς οδηγείται η σκέψη του. Παρατηρώντας έναν μόνο άνθρωπο βλέπει, - υπό την επίδραση του Νεοπλατωνισμού που έφερε, - το ουσιώδες πράγμα στον άνθρωπο να είναι ο νους, με την πλατωνική άποψη, ότι τι είναι αυτό που με κάνει εμένα να είμαι εγώ; Ο νους μου. Και αυτό οδηγεί μετά σε αυτό που ξεκινάει από τον Αυγουστίνο, και το ανέπτυξε ο Καρτέσιος και όλη η Δυτική σκέψη, η οποία έχει όλη αυτή την ενδοστρέφεια του να αναζητώ τη συνείδησή μου, μόνος μου να μπορώ να βρω τον εαυτό μου χωρίς να έχω ανάγκη να κοιτάξω κανέναν δίπλα μου. Η δυνατότητα του να σκέπτομαι, του να έχω συνείδηση του εαυτού μου, είναι το κλειδί της κατανοήσεως της υπάρξεώς μου. «COGITO ERGO SUM», εννοώ άρα υπάρχω. Επομένως αρκεί να πεις ότι υπάρχεις, αρκεί να είσαι μόνος σου, να μελετήσεις την ύπαρξή σου. Και γι’ αυτό δεν χρειάζεται να κοιτάξεις γύρω σου. Κοιτάζοντας, λοιπόν, τον έναν άνθρωπο, ψάχνουμε να βρούμε μέσα εκεί αναλογίες που θα μας δώσουν την έννοια της τριαδικής υπάρξεως. Βρίσκουμε τα εξής στοιχεία τα οποία απομονώνει ο Αυγουστίνος, και πάνω στα οποία χτίζει την τριαδική του θεολογία:
Α. Βασικό στοιχείο είναι ο νους.
Β. Αυτός ο νους έχει ως βασικό στοιχείο του την μνήμη, από την οποία πηγάζει όλη η ύπαρξή του.
Προσέξτε, γιατί η μνήμη έχει τόση σημασία. Είναι η πλατωνική ιδέα της αναμνήσεως. Όλα όσα εννοούμε, σκεπτόμαστε και γνωρίζουμε, είναι αποθηκευμένα μέσα μας. Ο καθένας μας έχει με την ψυχή, η οποία είναι αυτή που αιώνια υπάρχει, μέσα του μιαν αποθήκη, ας πούμε, της αλήθειας. Και η γνώση για την πλατωνική αντίληψη δεν είναι παρά η ανάμνηση αυτής της αλήθειας, η οποία παράγεται από το στερητικό «α» και τη «λήθη», «α-λήθεια». Όταν πάψεις αν ξεχνάς, τότε βρίσκεις την αλήθεια. Δηλαδή βγαίνει από τη λήθη η γνώση και η πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει πως η μνήμη είναι η πηγή της υπάρξεως. Ο νους του ανθρώπου έχει μια πηγή, τη μνήμη, απ’ την οποία βγαίνει η ύπαρξή μας. Εάν τώρα πάρουμε από τον Αθανάσιο και από τους Καππαδόκες την παραδοσιακή έκφραση «πηγή της θεότητας», θα δούμε ότι οι Καππαδόκες Πατέρες δεν επέμεναν πολύ στην έννοια της πηγής, γιατί η πηγή έχει τη σημασία τηςαναγκαστικής αναβλύσεως. Αυτή την παραδοσιακή εικόνα της πηγής την παίρνει ο Αυγουστίνος, την μεταφράζει από τα ελληνικά κείμενα και έτσι ταυτίζεται η πηγή με τον Πατέρα. Επίσης υπάρχει και ο όρος αρχή. Πηγή και αρχή. Κι αυτό χρησιμοποιείται επίσης από τον Αθανάσιο και τους Καππαδόκες, αλλά χωρίς οι τελευταίοι να επιμένουν πολύ σ’ αυτό. Λένε ότι Πατήρ είναι η πηγή ή είναι η αρχή, αλλά το χρησιμοποιούν σαν να λένε «η αιτία». Είναι λεπτές οι διαφορές στους όρους αυτούς. Λοιπόν η πηγή και η αρχή, όλα αυτά, είναι ο Πατήρ και όλα αυτά είναι η μνήμη. Για την ανθρώπινη ψυχολογία η μνήμη είναι η πηγή από την οποία αναβλύζει πρωταρχικά η γνώση. Η γνώση είναι βασικό χαρακτηριστικό του νου και του ανθρωπίνου όντος.
Ο Θεός είναι ο Νους. Ο νους έχει μια πηγή γνώσεως και η γνώση, η οποία παράγεται είναι ο Λόγος, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.
Για να αποδείξει ότι ο Θεός σαν νοητικό ον και μάλιστα ως Νους κατ’ εξοχήν έχει γνώση, δεν είναι άνευ γνώσεως, πιστεύει ότι ακριβώς ο Λόγος του Θεού είναι ο τρόπος με τον οποίον ο Θεός γνωρίζει. Αλλά η γνώση πάντοτε αντλείται από τη μνήμη – και αυτό το αναλύει πολύ λεπτομερώς. Δεν θα γνώριζα ποτέ αυτό το τραπέζι αν η έννοια του τραπεζιού δεν ήταν μέσα μου εναποθηκευμένη στο ταμείο της μνήμης. Είναι βασική πλατωνική θέση ότι οι ιδέες όλων των πραγμάτων είναι μέσα μας αποθηκευμένες. Όταν, λοιπόν, γνωρίζω αυτό το τραπέζι, τότε μέσα από την πηγή που είναι η μνήμη, βγαίνει η γνώση του τραπεζιού. Εάν δεν γνωρίζω τίποτα, τότε σημαίνει ότι δεν είμαι ενεργός νους. Για να είμαι ενεργός νους πρέπει να έχω λόγο και ο Θεός είναι ενεργός Νους, και έχει Λόγον. Και ο Λόγος σημαίνει γνώση. Από την πηγή, λοιπόν που είναι ο Πατήρ, βγαίνει η Γνώση, που είναι ο Λόγος, η γνώση την οποία έχει ο Θεός. Αλλά γνώση τίνος; Αφού δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός του Θεού. Γνωρίζει φυσικά τον Εαυτό Του, είναι μια αυτογνωσία. Ο Λόγος γνωρίζει τον Πατέρα, έχει ως αντικείμενο της γνώσεώς Του τον Πατέρα και συνεπώς έχουμε έναν κύκλο, μια αυτογνωσία του Θεού.
Αλλά σύμφωνα πάλι με μια βασικά πλατωνική αρχή, ο Θεός δεν είναι μόνο ο Νους, αλλά είναι και το απόλυτο Αγαθό. Το απόλυτο Αγαθό δεν είναι μόνο ο Νους αλλά ο αγαθός Νους. Κατά τον Πλάτωνα το αγαθό έλκει πάντοτε την αγάπη και τον έρωτα, όπως και το καλό και η ωραιότητα. Όπως το κάλλος προκαλεί τον έρωτα, έτσι και το αγαθό προκαλεί τον έρωτα, την αγάπη. Αφού, λοιπόν, ο Θεός είναι το αγαθό και αφού δεν υπάρχει άλλο αγαθό εκτός απ’ Αυτόν, σε ποιον προκαλεί τον έρωτα; Ο Λόγος είναι μια ετερότητα απέναντι στον Πατέρα και Τον γνωρίζει, οπότε γνωρίζοντάς Τον, Τον γνωρίζει ως Αγαθό και τότε γεννιέται ο έρως, η αγάπη προς το Αγαθό, που είναι ο Πατήρ. Αυτή η αγάπη μεταξύ Υιού και Πατέρα είναι το Πνεύμα. Το Πνεύμα είναι ένας τρίτος τρόπος ύπαρξης, με τον οποίον ο Πατήρ αγαπά τον Υιό και ο Υιός τον Πατέρα και είναι, όπως λέει ο Αυγουστίνος «NEXUS AMORIS», δεσμός, σύνδεσμος αγάπης, μεταξύ του Πατρός και του Υιού. Το Πνεύμα έχει αυτήν την, ας την πούμε, υποστατική ιδιότητα.
Γεννιέται όμως το εξής σπουδαίο πρόβλημα: Όπως βλέπετε, αν δεχθείτε τον Πατέρα ως την μνήμη, τον Υιό ως την γνώση και το Πνεύμα ως την αγάπη, έχετε αμέσως τρεις ξεχωριστούς τρόπους δηλώσεως και περιγραφής του περιεχομένου του κάθε προσώπου. Το κάθε πρόσωπο έχει μια δική του λειτουργία θετική, έχει ιδιότητες υποστατικές. Ο Υιός έχει την ιδιότητα και το περιεχόμενο της γνώσεως, το Πνεύμα έχει το περιεχόμενο της αγάπης. Επομένως υπάρχει τρόπος εδώ να περιγράψουμε θετικά τις υποστατικές ιδιότητες των τριών Προσώπων. Εάν το συγκρίνετε αυτό με τους Καππαδόκες Πατέρες και γενικά τους Πατέρες της Ανατολής, θα δείτε ότι κάτι τέτοιο είναι γι’ αυτούς αδύνατο. Αποφεύγουν με κάθε τρόπο να δώσουν περιεχόμενο θετικό στις υποστατικές ιδιότητες. Όταν καλούνται να δώσουν μιαν απάντηση ποια είναι η ιδιότητα η υποστατική του Υιού, ποια του Πνεύματος και , το σπουδαιότερο, σε τι διαφέρει η γέννηση από την εκπόρευση, αποφεύγουν να προσδιορίσουν τη διαφορά μεταξύ γεννήσεως και εκπορεύσεως. Γιατί; Δεν θέλουν να δώσουν περιεχόμενο θετικό στις Υποστάσεις. Ο Υιός διαφέρει από τον Πατέρα γιατί δεν είναι Πατήρ και το Πνεύμα δεν είναι Υιός κ.ο.κ. Έτσι λέμε ότι είναι ακοινώνητες οι υποστατικές ιδιότητες.
Ενώ στον Αυγουστίνο δίνεται θετικό περιεχόμενο σε κάθε θεία Υπόσταση. Αμέσως δημιουργείται ο κίνδυνος του ανθρωπομορφισμού, τον οποίον ακριβώς οι ανατολικοί Πατέρες προσπαθούν να αποφύγουν. Με τον Αυγουστίνο όμως ο ανθρωπομορφισμός μπήκε στη Δυτική θεολογία. Και χρησιμοποιούν μετά άλλους τρόπους για να τον αποφύγουν με διάφορες καινοτομίες που εισάγουν στη θεολογία, αλλά όταν λέμε ότι: ο Υιός είναι η γνώση ή το Πνεύμα η αγάπη, αυτό που κάνουμε είναι να προβάλλουμε μέσα στο Θεό ψυχολογικές ιδιότητες και εμπειρίες που τις παίρνουμε από τον άνθρωπο. Και έτσι η Τριάς γίνεται σύμπλεγμα, ένα σύνολο ψυχολογικών σχέσεων. Και δεν πρόκειται, επομένως γι’ αυτό για το οποίο θέλησαν να μιλήσουν οι Καππαδόκες.
Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο εκεί, διότι ακριβώς επειδή δίδεται αυτό το ανθρωπομορφικό περιεχόμενο, το ψυχολογικό περιεχόμενο, χρειάζεται ένας τρόπος για να αναφερθούμε στον Θεό πιο πάνω και πιο πέρα από αυτή την ανθρωπομορφική, ψυχολογική εμπειρία. Και γι’ αυτό ο Αυγουστίνος δεν βλέπει την Αγία Τριάδα σαν το πρωταρχικό κατηγόρημα της υπάρξεως του Θεού. Ενώ, όπως είπαμε προηγουμένως, για τους Καππαδόκες είναι απαραίτητο να αρχίσει κανείς από την Τριάδα, γιατί αρχίζει από τον Πατέρα και δεν μπορείς να ξεφύγεις την Τριάδα, αφού αρχίζει με το Πρόσωπο του Πατρός. Ο Αυγουστίνος δεν έχει ως πρωταρχικό το πρόσωπο, γιατί δεν αρχίζει από τον Πατέρα. Ως προς την τριαδική ύπαρξη θεωρεί τον Πατέρα πηγή, αρχή κ.λ.π. Αλλά ως προς αυτό που λέμε: «ο Θεός», αυτό δεν ταυτίζεται με τον Πατέρα, όπως συμβαίνει με τους Καππαδόκες και γενικά τους Ανατολικούς Πατέρες. Ο Θεός ταυτίζεται στον Αυγουστίνο με την ουσία του Πατρός. Υπάρχει δηλαδή αυτό που οι Ανατολικοί ονομάζουν: «θεότητα». Υπάρχει διαφορά μεταξύ της λέξεως «ο Θεός» και της λέξεως: «η θεότης». Η θεότης είναι ταυτόσημη με την ουσία, ενώ ο Θεός είναι ο Πατήρ («ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»).
Αυτή η θεότης, λοιπόν, μεταφράζεται με την έννοια της DIVINITAS που έχει τη σημασία της ουσίας. Στον Αυγουστίνο είναι σαφές ότι η θεότης είναι απρόσωπη, μια θεία ουσία. Έτσι προηγείται ο ένας Θεός, η ουσία και έπεται η Τριάς λογικά, ως τρόποι με τους οποίους αυτός ο ένας Θεός, η μία ουσία, υφίσταται. Δηλαδή και ο Πατήρ είναι δευτερογενής έννοια εν σχέσει με τον Θεό. Εδώ είναι το πολύ μεγάλο λάθος. Ποιος είναι ο ένας Θεός; Είναι μονοθεϊστές οι Πατέρες. Αλλά ποιος είναι ο ένας Θεός στον οποίο πιστεύουν όλοι όταν λένε: «πιστεύω εις έναν Θεόν»; Εάν πούμε ότι ο ένας Θεός είναι η ουσία (έτσι έκανε ο Αυγουστίνος), τότε οι τρεις Υποστάσεις και ο Πατήρ και ο Υιός και το Πνεύμα, τοποθετούνται στην ίδια μοίρα από πλευράς οντολογικής υπάρξεως. Δεν είναι πλέον η αιτία ο Πατήρ με την απόλυτη οντολογική σημασία. Είναι μια «πηγή» αλλά μια «πηγή» με την έννοια της θεότητος, με τη σημασία ότι η θεότης προηγείται, προϋπάρχει. Δεν είναι Αυτός που κάνει την ουσία να υπάρχει. Ο ένας Θεός, λοιπόν, είναι μια ουσία. Και αυτό ακούγεται και από πολλούς Ορθοδόξους, ότι ο ένας Θεός είναι η μία ουσία. Δεν είναι η ουσία. Ο ένας Θεός είναι ο Πατήρ για εμάς.
Τώρα, τι σημασία έχει το ότι τοποθετεί τον ένα Θεό στην ουσία και δίνει βασικά προτεραιότητα στην ουσία; Η σημασία είναι η εξής: Χάνουμε την έννοια της αιτιότητας και χάνουμε την έννοια της ελευθερίας στην ύπαρξη του Θεού. Η ουσία όταν απομονωθεί και είναι απρόσωπη, δημιουργεί κατ’ ανάγκην την ύπαρξη του Θεού. Διότι η ουσία περιέχει το στοιχείο της αναγκαιότητας. Η ουσία είναι αυτό που υπάρχει και δεν ρωτάμε γιατί και πώς υπάρχει. Όταν ρωτήσουμε το«γιατί» και το «πώς», τότε φεύγουμε από την ουσία και πηγαίνουμε στις υποστάσεις. Το πώς υπάρχει κάτι, θέτει το ερώτημα της υποστάσεως. Όταν λες «ουσία» δεν ρωτάς το «πώς». Το πώς είναι το ερώτημα πλέον του προσώπου, ή το ερώτημα της υποστάσεως. Με την ουσία απλώς καταθέτεις μιαν οντολογική θέση. Ο Θεός υπάρχει. Κι ακόμη εννοείς μ’ αυτό ότι δεν είναι μια άλλη ουσία. Δεν είναι άνθρωπος, είναι Θεός. Το πώς υπάρχει αυτή η ουσία είναι το πρόβλημα της υποστάσεως. Για τους Καππαδόκες δεν μπορεί το πώς να ακολουθήσει το ότι υπάρχει. Διότι χωρίς το πώς, δεν υπάρχει ό,τι υπάρχει. Αυτό θα πει το ότι δεν υπάρχει ουσία «γυμνή».
Συνεπώς δεν μπορούμε να δώσουμε προτεραιότητα στην ουσία. Στον Αυγουστίνο όμως δίδεται προτεραιότητα στην ουσία. Πρώτα λέμε ότι ο Θεός υπάρχει και μετά ρωτούμε πώς υπάρχει. Εξ’ ού και αυτό που συνέβη στη Δύση. Δύο πράγματα συνέβησαν στη Δύση: Το ένα δυστυχώς ισχύει και για μας. Η θεολογία στο Δυτικό Μεσαίωνα διήρκεσε, υπό την επίδραση της διδασκαλίας του Αυγουστίνου την δογματική, στο κεφάλαιο του ενός Θεού πρώτα, και μετά στο κεφάλαιο περί της Αγίας Τριάδος. Πώς να μιλήσεις περί του ενός Θεού, εάν δεν μιλήσεις περί Αγίας Τριάδος, όταν δέχεσαι την εξίσωση: ένας Θεός ίσον ο Πατήρ;  Για τον Αυγουστίνο δεν υπάρχει το πρόβλημα γιατί δεν δέχεται την εξίσωση. Γι’ αυτόν η εξίσωση είναι ένας Θεός ίσον μία ουσία. Λοιπόν, κατ’ αυτόν, θα μιλήσουμε πρώτα για τον ένα Θεό ως ουσία. Για τις ιδιότητες της ουσίας. Και περιλαμβάνεται εκεί η απαρίθμηση των ιδιοτήτων του Θεού. (Δυστυχώς το ίδιο γίνεται και στις δικές μας σύγχρονες Δογματικές).
Αυτό είναι το πρώτο λάθος και αναφέρεται στη μεθοδολογία της Δογματικής. Υπάρχει όμως και ένα άλλο μεγάλο λάθος ως προς την έννοια του μονοθεϊσμού, το οποίο ακόμη μας ταλαιπωρεί και εμάς τους Ορθοδόξους. Λέμε ότι υπάρχουν μονοθεϊστικές θρησκείες, που δέχονται έναν Θεό, ενώ υπάρχουν και πολυθεϊστικές που δέχονται πολλούς θεούς. Και σήμερα προσπαθούμε πάνω σε κοινή βάση όλες οι μονοθεϊστικές θρησκείες να δούμε ότι ταυτιζόμαστε. Όλα αυτά ξεκινάνε από αυτή τη διάκριση που κάνει ο Αυγουστίνος, και που επιτρέπει να γίνει λόγος για «θεότητα» ή για «θρησκευτικότητα». Αυτή η αντίληψη είναι τόσο ριζωμένη, ώστε δύσκολα βγαίνει από το μυαλό μας. Ενώ το πώς υπάρχει ο Θεός είναι τόσο πρωταρχικό, όσο και το αν υπάρχει και το αν είναι ένας. Η Τριάς, επομένως είναι για εμάς τους Ορθοδόξους η προϋπόθεση για κάθε συζήτηση περί μονοθεϊσμού. Αυτό στα όρια του διαλόγου με τις άλλες θρησκείες.