Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Η αίσθηση, ο λόγος και ο νους.

Ο Μάξιμος διακρίνει τρία επίπεδα της γνώσης.
1.Η  Αίσθηση.
Την δυνατότητα της κατ' αίσθηση γνώσεως των όντων την δώρισε ο Θεός στον άνθρωπο, για να λειτουργήσει αυτή ως αρωγός στην προσπάθεια του ανθρώπου να γνω¬ρίσει τον Δημιουργό του. Η ίδια η κτίση , ανταποκρίνεται στην αισθητική λειτουργία του προσώπου με την δική της φυσική δύναμη. Η σχέση της αισθητικής λειτουργίας προς τα κτίσματα φαίνεται ως μία και ενιαία κίνηση και θεμελιώνει την διαλε¬κτική σχέση του ανθρώπου και του κόσμου μέσω της αίσθησης. Κυρίως η λειτουργία της όρασης καθιστά άμεσα προφανή αυτήν την σχέση.
Η ψυχή στην άρρηκτη σύνδεσή της με το σώμα και τα αισθητήρια όργανα αποκτά πείρα των αισθητών πραγμάτων και τα παραπέμπει ως φαντάσματα στο νου. Η φυσική πρόσληψη των αισθητών μέσω των αισθήσεων σχηματίζει τις πολύμορφες γνωστικές αντιλήψεις των αντικειμέ¬νων. Η ψυχή προσπαθεί να οικειοποιηθεί την σοφία όσων βλέπει, την σοφία των λόγων· αυτή δεν είναι άλλη από την παρουσία του Θεού στον κόσμο. Συλλέγοντας ο άνθρωπος τους λόγους των όντων, οικειοποιείται παράλληλα και την δημιουργικότητα της σοφίας του Θεού· γίνεται δημιουργός ενός πνευματικού κό-σμου .
2. Λόγος :Συγκεντρώνει τα δεδομένα των αι¬σθή¬σεων μεταμορφώνοντας την αισθητή εμπειρία σε επιστημονική γνώση. Λειτουρ¬γεί έτσι ως σύνδεσμος ανάμεσα στην αίσθηση και τον νου. Αλλά ούτε η λογική δύναμη του ανθρώπου εξαντλεί τις γνωστικές του δυνατότητες, μέση υπάρχουσα τύ¬πων και αληθείας. Η γνώση ἡ ἐν μόνῳ τῷ λόγῳ κειμένη καὶ τοῖς νοήμασιν έχει σχετικό χαρακτήρα, και δεν μπορεί να ταυτιστεί με την αλήθεια. Ο λόγος επιτυγχάνει έτσι την συνάφεια αίσθησης και νου.Ο λόγος εξευγενίζει και λογοποιεί τις αισθήσεις
3. Νους: Η γνωστική κίνηση του νου δεν περιορίζεται μόνο στην διανοητική ενέργεια· ο νους συ¬ναιρεί και υπερβαίνει το σύνολο των γνωστικών δυνάμεων, αντιπρο¬σω¬πεύει την καθολική γνωστική δυνατότητα της ψυχής· είναι το όργανο της προσωπι¬κής έκστασης του ανθρώπου ρος τον κόσμο. H γνώση του νου είναι γνώση εμπειρική. Yπερβαίνει και την κατακερματισμένη αισθητηριακή εμπειρία και την λογική επεξεργασία της. Ο νους, εκτείνει την γνωστική του λειτουργία πέρα από τις λειτουργίες και των σωματικών αισθήσεων και του λόγου. Η γνώση του νου είναι γνώση κατ' ἐνέργειαν, άπαυστη και ατέλεστη. Παρέχει συνολική κατάληψη του αντικειμένου της. Στην παρούσα ζωή, ενώ ο νους προσλαμβάνει τον κόσμο, ανακαλύπτει σ' αυτόν πολλές και διάφορες θείες ενέργειες, και διδάσκεται πως κάθε θεία ενέργεια υποσημαίνει τὸν Θεὸν ἀμερῶς ὅλον. Έτσι, ο ενικός χαρακτήρας του νου αντανακλά την ενότητα του Θεού.
Οι τρεις καθολικές κινήσεις της ψυχής, η αίσθηση, ο λόγος και ο νους, συνάγονται σε μία, ενεργοποιούνται συμπληρωματικά αλληλοπεριχωρούμενες
Η κοσμολογία του Μάξιμου Ομολογητή οδηγεί στη θέωση.
Βασικές αρχές αυτής της κοσμολογίας: Όλα τα όντα κινούνται. Η κίνηση είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της φύσης τους. Η αιτία της κίνησης είναι και αιτία της ύπαρξής τους. Η έναρξη, της κίνησης , ταυτίζεται με την εκ Θεού γένεσή τους, αλλά και η συντήρηση των όντων στο εἶναι προϋποθέτει την ακατάπαυστη δημιουργική Ενέργεια του Θεού. Τα όντα συντηρούνται μόνο όταν βρίσκονται σε σχέση με τον Κτίστη τους. Δεν είναι αυτοκινούμενα, αλλά και κινούν το ένα το άλλο. Συγκρατούνται έτσι στην ύπαρξη αποτελώντας έναν κρίκο στην αλυσίδα αλληλοδιάδοχων κινήσεων. Η μετάδοση της κίνησης από το Θεό στα όντα είναι η ίδια η ζωογόνος και ζωοποιός αγάπη Του, η ερωτική Του έκσταση προς αυτά.
Τα όντα δεν υπάρχουν από μόνα τους. Η φύση δεν είναι μια στατική πραγματικότητα. Η ύλη κινείται. Ακινησία της ύλης θα σήμαινε αποθέωσή της. Θεμέλιο της κοσμολογικής σκέψης , είναι η απόλυτη διάζευξη ανάμεσα στο άκτιστο που είναι ο Θεός και το κτιστό που είναι ο κόσμος. Η Εκκλησία διακρίνει σε δύο επίπεδα τα όντα και το θείο. Θεωρεί ότι η κλίμακα των όντων καλύπτει την κλίμακα του υπαρκτού, όχι όμως το Θεό. Η ανθρωποκεντρική κλίμακα του υπαρκτού των αρχαίων φιλοσόφων περιλάμβανε και το θεό στις βαθμίδες της. Ο Μάξιμος διατυπώνει την άποψη ότι ο λόγος της φύσης των όντων τον εναπόθεσε ο Θεός με την γέννησή τους. Τα όντα κινούνται με την θέληση του θεού. Όμως όλα τα όντα σε σχέση με τον λόγο που έλαβαν υπόσταση, είναι εντελώς ακίνητα. Σε σχέση με τον λόγο της κατάστασή τους κινούνται, με σκοπό την επιστροφή τους στον Θεό. Τα όντα μέσα από αυτή την κίνησή τους επιθυμούν την πληρότητα της ύπαρξής τους. Η παραπάνω κίνηση απαιτεί πόθο.
Όσοι δεν είναι επαρκώς εξοικειωμένοι με την πνευματική ζωή ενός αυθεντικά θεολογούντος ανθρώπου, πράττουν ενάρετα χωρίς να έχουν τη γνώση των κρυφών λόγων της αρετής





Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Επιστροφές ετεροδόξων στην Ορθοδοξία


Ο Χριστός είναι «το φως το αληθινόν, το φωτίζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Και όπως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σημειώνει: «Η Χάρις εις πάντας εκκέχυται· ουκ Ιουδαίον, ουκ Έλληνα, ου βάρβαρον, ου Σκύθην, ουκ ελεύθερον, ου δούλον αποστρεφομένη· πάντας ομοίως προσιεμένη (προσεγγίζουσα) και μετά της ίσης τιμής».
Αν και σήμερα κάποια έθνη έχουν διαφορετικό όνομα, ο Χριστός συνεχίζει το έργο Του, της σωτηρίας των ανθρώπων, προσκαλώντας στην Ορθόδοξη Εκκλησία πολλούς, που ανετράφησαν μέσα σε κοινότητες ετερο-Ορθοδόξων Χριστιανών. Οι περιπτώσεις τους είναι ποικίλες και ομοιάζουν – αν τις συνθέσει κανείς – με ένα πολύχρωμο χαλί από τους θαυμαστούς τρόπους της Θείας Χάριτος και το μυστήριο της ανθρωπίνης καρδιάς.
Υπάρχουν πολλές αιτίες για τις οποίες κάποιος, που ανήκει σε μια ετερόδοξη ομολογία, έρχεται στην Ορθοδοξία. Αλλά ο πιό σημαντικός παράγων είναι πάντα η παρουσία της Θείας Χάριτος, η οποία δρα κατά ποικίλους τρόπους, αγγίζοντας την ψυχή κάθε ανθρώπου, που είναι δεκτικός φωτισμού, και οδηγώντας τον να αναζητήσει την αλήθεια. Μετά, εκείνος πωλεί ό,τι έχει στην κατοχή του, με σκοπό να αποκτήσει τον «πολύτιμο μαργαρίτη», την Ορθόδοξη πίστη μας.
Από το πολύ έλεος του Θεού, η Θεία Χάρις άγγιξε και την ιδική μου ψυχή οδηγώντας με αρχικά στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τελικά στο Άγιον Όρος, αν και μεγάλωσα σε μια μικρή προτεσταντική κοινότητα, σε μια επίσης μικρή πόλη των ΗΠΑ, όπου ούτε ποτέ συνάντησα μια Ορθόδοξη ενορία, ούτε ποτέ είχα οποιαδήποτε επαφή με κάποιον Ορθόδοξο χριστιανό. Όταν ήμουν νέος είχα διδαχθή ότι όλες οι χριστιανικές ομολογίες ήταν βασικά ίδιες, και ότι οι διαφορές μεταξύ τους ήταν ασήμαντες. Παρόλα αυτά η πείρα με έκανε να θέσω υπό κρίση αυτή την κεντρική διδασκαλία της Οικουμενιστικής Κινήσεως.
Όταν ήμουν 14 ετών και παρακολουθούσα το μάθημα του κατηχητικού σχολείου σε ένα ναό των Μεθοδιστών, συγκεκριμένα στο ναό όπου ο παππούς μου ήταν παλαιότερα ο πάστορας, έκανα στον κατηχητή μου την εξής ερώτηση: «Γιατί πρέπει να είμαι Μεθοδιστής και όχι Ρωμαιοκαθολικός ή Πρεσβυτεριανός ή Βαπτιστής; Πώς μπορώ να ξέρω ότι οι Μεθοδιστές έχουν την αλήθεια;». Ο κατηχητής μου, όμως, δεν μου έδωσε ικανοποιητική απάντηση, και από τότε άρχισε η μακρά μου πορεία αναζητήσεως της Αληθείας.
Τώρα βλέπω ότι ο δικός μου δρόμος της αναζητήσεως είχε πολλά κοινά σημεία με εκείνα άλλων αναζητητών, οι οποίοι επίσης κατέληξαν από την ετεροδοξία στην Ορθοδοξία, και θα ήθελα να σκιαγραφήσω κατ’ αρχήν τους κύριους λόγους – λίγο πολύ κοινούς – για τους οποίους κάποιος ετερόδοξος προσέρχεται στην Ορθοδοξία. Και, κατά δεύτερον λόγον, να επισημάνω μερικές συνέπειες που έχει αυτή η μεταστροφή του στην Ορθοδοξία όσον αφορά στην εμπλοκή μας στην Οικουμενιστική Κίνηση. Λόγω ελλείψεως χρόνου δεν μπορώ να παρουσιάσω πολλά παραδείγματα, τα οποία θα περιληφθούν στα Πρακτικά του Συνεδρίου.
Στους περισσότερους ανθρώπους που προσέρχονται στην Ορθοδοξία, εμού συμπεριλαμβανομένου, διακρίνομε τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά εκείνα, που απαντώνται σε όσους έλαβαν το δώρο της μετανοίας. Αυτά είναι η συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδία, μία ειλημένη απόφασις να βρει κανείς οπωσδήποτε την αλήθεια ανεξαρτήτως κόστους, ένα ταπεινό φρόνημα, που του επιτρέπει να δει την ζωή από μια άλλη οπτική γωνία, μια διάθεσις να κάνει συγκρίσεις μεταξύ εκείνου που είχε και αυτού που ανακαλύπτει και, τελικά, μια σταθερή απόφαση να αλλάξει ζωή.
Είναι ο «πόνος της καρδιάς» εκείνο που καθιστά ικανούς τους ετεροδόξους να μην εμπιστεύονται πλέον την ιδική τους λογική, τις ιδικές τους απόψεις και τα ιδικά τους συναισθήματα, ώστε να μπορούν πλέον να λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν τους τους ισχυρισμούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας, να ασκούν κριτική επάνω στα ιδικά τους πιστεύω και να διερωτώνται για το τι έχει μεγαλύτερη αξία στην ζωή.
Ο Αββάς Βαρσανούφιος ο Μέγας λέγει ότι «χωρίς τον κόπο της καρδιάς, κανείς δεν αποκτά την διάκριση των λογισμών». Αυτό ισχύει και για κάθε μορφή διακρίσεως. Οι δοκιμασίες, οι θλίψεις καί οι πειρασμοί, που φέρνουν πόνο στην καρδιά, είναι μεταξύ των μεγαλυτέρων ευεργεσιών του Θεού, επειδή δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε να λάβει χώρα ένας προβληματισμός, μια αναθεώρηση των θέσεων και, ενδεχομένως, μια στροφή προς την Ορθοδοξία.
Για τους πρώην Ευαγγελικούς, οι οποίοι ενεπλάκησαν στην ιεραποστολική οργάνωση «Cambridge Crusade» (Καίμπριντζ Κρουσέϊντ), η αποτυχία τους να προσηλυτίσουν σταθερά ανθρώπους στην πίστη του Χριστού, τους έκανε να αναρωτηθούν για την αξία της υπάρξεως αυτής της οργανώσεως, πράγμα πού τους οδήγησε στην αναζήτηση της Εκκλησίας της Καινής Διαθήκης, μια αναζήτηση η οποία έληξε το 1987 με την είσοδό τους στην Ορθοδοξία.
Σε άλλους, η ίδια η συνάντηση με την Ορθοδοξία επιφέρει μια κρίση, η οποία τους κάνει να διερωτώνται για την αλήθεια των πιστεύω τους. Έχει υπάρξει ένας αριθμός προσηλύτων στην Ορθοδοξία, που άρχισαν την πορεία τους προς αυτήν κατά αρνητικό τρόπο, προσπαθώντας δηλαδή να αποδείξουν ότι η Ορθοδοξία έχει λάθος. Ένας τέτοιος ήταν ο Θ. Α., ο οποίος αν και μεγάλωσε μέσα σε ένα ελληνορθόδοξο περιβάλλον, αργότερα στο Λύκειο ενεπλάκη σε προτεσταντικές ομάδες και προσηλυτίστηκε. Για να μπορέσει ο ίδιος να μεταστρέψει τους Ορθοδόξους, αλλά και να πεισθεί ο ίδιος ότι η Ορθοδοξία είναι λανθασμένη, άρχισε να μελετά βιβλία σχετικά με την Ορθοδοξία. Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο. Πείσθηκε ο ίδιος ότι η Ορθοδοξία κατέχει την αλήθεια.
Άπαξ τώρα και έχει κάποιος ταπεινά αποδεχθεί την Ορθόδοξη Εκκλησία σαν τον Θεανθρώπινο θεσμό, που έχει την μόνη αυθεντία στην ζωή, όσον αφορά στην σωτηρία του, η μετάβαση από την συγκατάθεση της καρδιάς στην πρακτική επιστροφή στην αληθινή πίστη απαιτεί και μιαν άλλη αρετή, την οποία ο άγιος Κλήμης, ο επίσκοπος Ρώμης, ονομάζει: «ισχύν αφοσιώσεως και σκοπού». Η επίγνωση ότι τίποτε δεν είναι πιο σπουδαίο από το να εισέλθει κανείς στην Εκκλησία και να αγωνισθεί να επιτύχει αυτόν το σκοπό, είναι αναγκαία για εκείνον που αναζητά την Εκκλησία, ώστε να υπερπηδήσει τα εμπόδια, που το πονηρό πνεύμα σίγουρα θα προσπαθήσει να του φέρει στον δρόμο του.
Μπορούμε να δούμε αυτή την δύναμη της αφοσιώσεως σε πολλούς από εκείνους, που προσέρχονται στην Ορθοδοξία. Θυμάμαι ότι, μετά από μελέτη έξι μηνών κάθε διαθεσίμου Ορθοδόξου βιβλίου στην βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Σικάγο, και πριν ακόμη επισκεφθώ κάποια Ορθόδοξη ενορία, είπα στον εαυτό μου: «Θα κάνω ό,τι είναι απαραίτητο για να γίνω Ορθόδοξος, ακόμη και αν χρειασθεί να αλλάξω υπηκοότητα και να γίνω Ρώσσος ή Έλληνας, ή να μάθω Ρωσσικά ή Ελληνικά». Τελικά, σε κάποιο βαθμό, κατέληξα να έχω κάνει και τα δύο.
Όσο σπουδαίο, όμως, και να είναι να αναζητά κανείς ταπεινά την Αλήθεια με συντετριμμένη καρδιά, και να υποτάσσεται σ’ Αυτήν εθελοντικά, ο κύριος παράγων σε μια μεταστροφή προς την Ορθοδοξία είναι η Θεία Χάρις. Ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, στο έργο του «Περί Ενανθρωπήσεως», αναφέρει τα εξής: «Ο Σωτήρ ενεργεί εις τους ανθρώπους τόσον μεγάλα, και καθημερινώς πείθει αοράτως να προσέλθουν εις την πίστιν Του και να υπακούουν όλοι εις την ιδικήν Του διδασκαλίαν, τόσον μέγα πλήθος από όλα τα μέρη...». Και ενώ, σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, η Χάρις δεν ενεργεί στον άνθρωπο στο βάθος της ψυχής του πριν από το Βάπτισμα, εν τούτοις η Χάρις μπορεί να κινεί τον αβάπτιστο προς το αγαθόν, ενεργούσα έξωθεν της καρδιάς.
Βέβαια η Χάρις ενεργεί κατά μια πλειάδα τρόπων στις ψυχές, που είναι δεκτικές της αληθείας. Σε μερικές περιπτώσεις είναι ένα κατάλληλο βιβλίο, που πέφτει στα σωστά χέρια στον κατάλληλο καιρό. Κατά το πρώτο μου έτος στο Κολλέγιο διάβασα τους «Αδελφούς Καραμαζώφ», και έμεινα κατάπληκτος από την ομορφιά ενός Χριστιανισμού, που δεν είχα συναντήσει ποτέ πριν. Εκείνη ήταν η περίοδος που για πρώτη φορά συνειδητά ερχόμουν προς την Ορθοδοξία. Σε άλλους προσηλύτους ήταν η μελέτη της Εκκλησιαστικής ιστορίας, εκείνη που τους έφερε στα πρόθυρα της Εκκλησίας.
Εκτός όμως από την μελέτη, πολλοί έχουν αισθανθεί την έλξη της Χάριτος και κατά την παραμονή τους στις ιερές ακολουθίες. Άλλοι πάλι κάποτε μπήκαν επιπόλαια σε έναν Ορθόδοξο ναό και αιχμαλωτίσθηκαν από την ομορφιά και χάρη των αγιογραφιών. Όταν πρωτοεισήλθα σε έναν Ορθόδοξο ναό και είδα την εικόνα του Χριστού, και άκουσα τον ιερέα να εκφωνεί: «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών, Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα (ας παραθέσωμε)», κατάλαβα ότι είχα βρει τον τόπο μου και, επί πλέον, την Εκκλησία, που έψαχνα εκ νεότητός μου.
Είναι αληθές επίσης ότι κάθε προσήλυτος στην Ορθοδοξία έχει την αίσθηση ότι ξυπνά σαν από βαθύ ύπνο, από την Χάρη του Χριστού, κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Σαν τον άσωτο υιό έρχεται στον εαυτό του, κάνει την σύγκριση μεταξύ του οίκου του Πατρός του και του αμαρτωλού τόπου, όπου ζει, και παίρνει την απόφαση να γυρίσει πίσω στο σπίτι.
Μερικοί συγκρίνουν την τάξη, την συγκρότηση της Ορθοδοξίας με την σύγχυση, που επικρατεί στους κόλπους του Προτεσταντισμού. Άλλοι αντιπαραθέτουν την ιστορική συνέχεια της Ορθοδοξίας, προς την έλλειψη της ιστορικής συνεχείας στον σύγχρονο Προτεσταντισμό. Άλλοι τονίζουν την παρουσία στην Ορθοδοξία εργαλείων και μέσων, για να καταπολεμήσει κανείς την αμαρτία, και την απουσία τους στις ετερόδοξες Ομολογίες. Συγκρίνουν, αντιπαραθέτουν και αποφασίζουν.
Έτσι τελικά το πρόσωπο που προέρχεται από μια άλλη Ομολογία, συμπληρώνει την κατήχησή του και, με την Χάρη του Θεού, βαπτίζεται στην Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία. Από το σημείο αυτό και μετά δεν πρέπει να έχει σημασία για κάποιον, που εισέρχεται στην Εκκλησία, το τι ήταν πριν, γιατί, κατά τον άγιο Ιλαρίωνα, εκείνο που είναι το μόνο σπουδαίο και σωτήριο για αυτόν είναι ότι, γινόμενος μέλος της Εκκλησίας, ήδη έγινε μέλος του Σώματος του Χριστού. Από την στιγμή αυτή του Βαπτίσματος, η διαδικασία της μεταστροφής συνεχίζεται πια σαν ζωή μετανοίας μέσα στην Εκκλησία.
Ό,τι είχε συμβεί κατά την διαδικασία μεταστροφής κάποιου στην Ορθοδοξία, πόνος καρδιακός, ταπεινή αναζήτηση του θελήματος του Θεού, και μια αποφασιστικότης να γίνεται εις το εξής το θέλημα του Θεού, θα πρέπει να συνεχισθεί μέσα στην Εκκλησία, κατά την ζωή της μετανοίας. Επειδή η ζωή της μετανοίας είναι και αυτή μια ζωή αναζητήσεως, κάθε στιγμή, του θελήματος του Θεού στην ζωή μας. Και όπως είναι μεγάλη αμαρτία το να κάνομε κάτι, που θα εμποδίσει την μετάνοια κάποιου άλλου, έτσι είναι μεγάλη αμαρτία να εμποδίσομε την προσέλευση κάποιου στην Ορθοδοξία, είτε με την απρόσεκτη ζωή μας, είτε με τις πράξεις μας, είτε με τα λόγια μας.
Ένας Οικουμενισμός, λοιπόν, που προσποιείται ότι οι πραγματικές διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και ετεροδοξίας είναι ασήμαντες, περιπίπτει πράγματι σε ένα τέτοιο φοβερό αμάρτημα, και διότι αρνείται την αλήθεια, την οποία τόσοι πολλοί πρώην ετερόδοξοι Χριστιανοί αγωνίστηκαν πολύ για να την βρουν, και διότι προσπαθεί να κλείσει την πόρτα σε όσους ακόμη την αναζητούν. Δεν πρέπει να μας παραπλανήσει η χαμογελαστή μάσκα του Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός είναι αντίθετος σε κάθε βήμα κάποιου που ψάχνει την Αλήθεια και επιδιώκει την ένταξή του μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Ο Οικουμενισμός ενθαρρύνει το αίσθημα, που πηγάζει από μία, κατ’ επίφαση, ενότητα και όχι από την κατάνυξη και την ζωή της μετανοίας. Αποθαρρύνει την αναζήτηση της Αληθείας, έμμεσα παραδεχόμενος την ύπαρξη και αποδοχή του ψεύδους.
Ο Οικουμενισμός δεν διακατέχεται από την ταπείνωση, που επιτρέπει να ακουστεί και μια διαφορετική από την ιδική του φωνή, ειδικά όταν αυτή αποκαλύπτει το ψεύδος του. Ο Οικουμενισμός επιτρέπει συγκρίσεις, αλλά όχι συμπεράσματα, που να καταδεικνύουν ότι κάποια Χριστιανική παράδοση, σε αντίθεση με κάποια άλλη ή άλλες, είναι πιο γνήσια. Τελικά ο Οικουμενισμός αποθαρρύνει οποιαδήποτε αποφασιστική ενέργεια, η οποία θα αντιτίθεται στους επιδιωκόμενους σκοπούς του. Κατ’ αλήθειαν τα λόγια του Χριστού προς τους Φαρισαίους έχουν εφαρμογή για τους οικουμενιστές: «Ουαί ημίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι κλείετε την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων· υμείς γαρ ουκ εισέρχεσθε, ουδέ τους εισερχομένους αφίετε εισελθείν».
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει κάθε έναν από εμάς, πώς να βοηθήσομε όσους ευρίσκονται έξω από την Εκκλησία, λέγοντας για εκείνον που είναι εκτός Εκκλησίας: «Δεν μπορείς να κάνεις θαύματα και να τον πείσεις; Με αυτά που έχεις ήδη, να προσπαθήσεις να τον πείσεις. Δηλαδή, με την φιλανθρωπία, με την προστασία, με την ημερότητα, με τον καλό τρόπο, και με όλα τα άλλα». Με άλλα λόγια χρειάζεται να προσεγγίσομε τους ετεροδόξους με εκείνη την φιλοξενία και αγάπη, που είναι χαρακτηριστική στην Ορθοδοξία.
Ο δρόμος της επιστροφής δεν είναι καθόλου εύκολος, και όσοι αγωνίζονται μόνοι τους χρειάζονται την βοήθειά μας, την υποστήριξή μας και την αγάπη μας. Συγχρόνως, όμως, πρέπει να διατηρήσομε τον σκληρό λόγο της αληθείας, έστω και αν αυτό είναι επώδυνο. Η αλήθεια ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη κιβωτός της σωτηρίας, είναι «ο πολύτιμος ακρογωνιαίος μας λίθος, ο εκλεκτός, ο έντιμος», ο οποίος πάντα υπήρξε και πάντα θα υπάρχει «λίθος προσκόμματος και πέτρα σκανδάλου».
Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι εκείνοι οι πρώην ετερόδοξοι, που έχουν προσχωρήσει στην Ορθοδοξία, είναι οι μεγαλύτεροι αντίπαλοι του Οικουμενισμού. Για τους Οικουμενιστές, οι προσήλυτοι στην Ορθοδοξία είναι καθαρά ένας «κόλαφος», αφού η ίδια μεταστροφή τους καταδεικνύει την ανυπαρξία μέσου χώρου μεταξύ της Εκκλησίας και των Ομολογιών. Για τους προσηλύτους, η συμμετοχή τους στον Οικουμενισμό θα σημαίνει την εκπλήρωση του ρητού: «ώσπερ κύων όταν επέλθη επί τον εαυτού έμετον και μισητός γένηται, ούτως άφρων τη εαυτού κακία αναστρέψας επί την εαυτού αμαρτίαν».
Οι προσήλυτοι είναι βαθειά οικείοι με την πνευματική ασθένεια, που προκαλείται στις ετερόδοξες κοινότητες από την απιστία στην διδασκαλία του Χριστού. Δεν μπορούν να εξαπατηθούν από γλυκόλογα αγάπης, η οποία θυσιάζει την Αλήθεια, ή από κενούς λόγους για μια ενότητα, η οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Η μετάνοιά τους για την προηγούμενη συμμετοχή τους σε ετερόδοξες κοινότητες, τους έχει γίνει μια πηγή γνώσεως. Δεν θα επιτρέψουν στον Οικουμενισμό να αψηφήσει αυτήν την γνώση. Και η θέση τους αυτή δεν είναι μια αρνητική θέση. Αντιθέτως, προέρχεται από την αγάπη τους προς το Χριστό, από την αγάπη τους προς την Εκκλησία, από την αγάπη τους προς την Αλήθεια, και από την αγάπη τους για όσους είναι μέσα και έξω από την Εκκλησία.
Με αγάπη απορρίπτομε τον οικουμενισμό, επειδή θέλομε να προσφέρομε στους ετερόδοξους ακριβώς εκείνο, που ο Κύριος εχάρισε πλούσια σε όλους εμάς μέσα στην Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, δηλαδή την ευκαιρία να γίνουν μέλη του Σώματος του Χριστού, «τέκνα Φωτός» και «κληρονόμοι της Βασιλείας, ήν ο Κύριος επηγγείλατο τοις αγαπώσιν Αυτόν»...

π. Αλεξίος Καρακαληνός





Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Ἁγιολόγιον - Ὀκτώβριος 13

Οἱ Ἅγιοι Κάρπος, Πάπυλος, Ἀγαθόδωρος καὶ Ἀγαθονίκη
Μαρτύρησαν ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Δέκιος (249-251), σκληρότατος διώκτης τῶν χριστιανῶν. Ὅλοι πατρίδα εἶχαν τὴν Πέργαµο. Ὁ Κάρπος, µὲ ἄρτια γραµµατικὴ µόρφωση, εὐσεβέστατος καὶ µὲ πολλὲς ὑπηρεσίες στὴν Ἐκκλησία, εἶχε γίνει ἐπίσκοπος Θυατείρων. Ὁ Πάπυλος, ποὺ εἶχε σπουδάσει ἰατρικὴ καὶ πρόσφερε τὶς ὑπηρεσίες του ἀµισθί, ἔγινε διάκονος καὶ ἄµεσος συνεργάτης τοῦ Κάρπου. Ὁ Ἀγαθόδωρος, ψυχὴ ἐκλεκτὴ καὶ πιστή, ἦταν ὑπηρέτης στὴν ἐπισκοπὴ Θυατείρων. Ὅταν καὶ τοὺς τρεῖς συνέλαβε ὁ ἀνθύπατος Οὐαλέριος, ὁµολόγησαν µπροστά του µὲ παῤῥησία τὸ Χριστό. Τότε ὁ Οὐαλέριος τοὺς εἶπε: «Οἱ χριστιανοὶ εἶναι δεισιδαίµονες, ἀνίκανοι, χωρὶς ἀνώτερα αἰσθήµατα. Ἐσεῖς, σὰν µορφωµένοι ἄνθρωποι, ἀµέσως πρέπει νὰ τοὺς ἀρνηθεῖτε». Στὴν κατηγορία αὐτή, ἀπάντησε ὁ Ἐπίσκοπος Κάρπος µὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Μία ἀπάντηση ποὺ ἴσχυε, ἰσχύει καὶ θὰ ἰσχύει στοὺς αἰῶνες, γιὰ τὸ φρόνηµα τῶν συνειδητῶν χριστιανῶν. Εἶπε λοιπόν: «Κοπιῶµεν ἐργαζόµενοι ταῖς ἰδίαις χερσὶ λοιδορούµενοι εὐλογοῦµεν, διωκόµενοι ἀνεχόµεθα, βλασφηµούµενοι παρακαλοῦµεν», ποὺ σηµαίνει, ἐµεῖς οἱ χριστιανοὶ βασιλιά, κοπιάζουµε µὲ τὰ ἴδια µας τὰ χέρια. Ἔπειτα, τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἄπιστοι στὸ Εὐαγγέλιο µᾶς βρίζουν καὶ µᾶς περιγελοῦν, ἐµεῖς εὐχόµαστε ἀγαθὰ γι᾿ αὐτούς. Ἐνῷ µας καταδιώκουν, τοὺς δείχνουµε ἀνοχή, ἐνῷ µας συκοφαντοῦν, ἀπαντοῦµε µὲ λόγια γλυκὰ καὶ παρακλητικά. Ἐκνευρισµένος ὁ Οὐαλέριος ἀπὸ τὴν ἀπάντηση, ἀφοῦ τοὺς βασάνισε, µαζὶ µὲ τὴν ἀδελφὴ τοῦ Παπύλου Ἀγαθονίκη, ὅλους τοὺς ἀποκεφάλισε.

Ὁ Ἅγιος Φλωρέντιος
Τὸν διέκριναν χαρακτηριστικὴ ψυχραιµία καὶ θάῤῥος, ἀκόµα καὶ ὅταν ἡ ζωή του κρεµόταν ἀπὸ µία κλωστή. Ὁ ἅγιος Φλωρέντιος ζοῦσε στὴ Θεσσαλονίκη, ἀπ᾿ ὅπου καὶ καταγόταν. Μὲ τὴν µεγάλη πίστη καὶ τὸ θεῖο ζῆλο του γιὰ τὸ φωτισµὸ καὶ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν, ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Καταγγέλθηκε γι᾿ αὐτὸ στὸν τότε εἰδωλολάτρη ἡγεµόνα τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ µὲ θάῤῥος ὁµολόγησε µπροστά του τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Δὲν δίστασε µάλιστα, νὰ συστήσει καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἡγεµόνα νὰ ἀσπαστεῖ τὴ χριστιανικὴ πίστη, σπάζοντας ἔτσι τὰ δίκτυα τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης. Ὁ ἡγεµόνας ξαφνιασµένος στὴν ἀρχή, ἐξοργισµένος κατόπιν, διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν σκληρά. Τὸν ἔδειραν λοιπὸν καὶ τοῦ ἔσχισαν τὶς σάρκες. Στὴ συνέχεια τὸν ἔριξαν µέσα στὴ φωτιά, ὅπου κάηκε τὸ σῶµα του, ἀλλὰ µέσα ἀπ᾿ αὐτὸ βγῆκε γιὰ ν᾿ ἀνέβει λαµπρότερη ἀπὸ κάθε φλόγα, ἡ εὐσεβὴς καὶ ἡρωικὴ ψυχή του.

Ὁ Ἅγιος Μαρτύροχος
Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Στὸν Πατµιακὸ Κώδικα 266 ἡ µνήµη του ἀναφέρεται µὲ τὸν πιὸ πάνω Φλωρεντία. Ἴσως νὰ εἶναι ὁ ἴδιος µε τὸν νοτάριο Ἅγιο Μαρτύριο (+ 25 Ὀκτ.).

Ὁ Ἅγιος Διόσκορος
Μαρτύρησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ τὸ ἔτος 288. Καταγόταν ἀπὸ τοὺς ὀνοµαζόµενους Σκηνοπολίτες καὶ στὸ ἀξίωµα ἦταν βουλευτής. Πέταξε λοιπόν, στὰ σκουπίδια ὅλα τὰ κατὰ κόσµον ἀξιώµατα καὶ τιµές, καὶ παρουσιάστηκε µπροστὰ στὸν ἄρχοντα Λουκιανὸ καὶ τὸν ἤλεγξε δριµύτατα γιὰ τὶς διώξεις του ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Ἐµβρόντητος ὁ ἄρχοντας γιὰ τὴν στάση τοῦ Διόσκορου, προσπάθησε µὲ κολακεῖες καὶ ἀπειλὲς νὰ µεταστρέψει τὴν γνώµη του. Ἐπειδὴ ὅµως δὲν τὰ κατάφερε, βασάνισε τὸν Ἅγιο σκληρὰ καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισε.

Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ Ὁµολογητὴς καὶ Πατρίκιος
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Παφλαγονία καὶ γεννήθηκε τὸ ἔτος 763 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς τὸν Γρηγόριο καὶ τὴν Ἄννα, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀνέθρεψαν σύµφωνα µὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ἰδιαίτερη µάλιστα ἀγάπη πρὸς τὸν Ἅγιο εἶχε ἡ συγγένισσά του βασίλισσα Εἰρήνη (ἄλλοι ἀναφέρουν Θεοδώρα). Προσλήφθηκε στὰ ἀνάκτορα καὶ ἀνέβηκε µὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἱκανότητά του στὸ ἀξίωµα τοῦ πατρικίου καὶ στρατηγοῦ τῆς Σικελίας. Ἔχοντας ὅµως κλίση στὴν ἤρεµη ζωή, ἔγινε µοναχός. Ἀλλὰ καταδιώχτηκε ἀπὸ τοὺς εἰκονοµάχους βασιλεῖς Λέοντα καὶ Θεόφιλο καὶ ἐξορίστηκε πολλὲς φορές. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς ταλαιπωρίες, σὲ ἡλικία 75 χρονῶν ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 838.
Ὁ Ἅγιος Βενιαµίν ὁ Διάκονος, Ἱεροµάρτυρας ποὺ µαρτύρησε στὴν Περσία
Ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰῶνα, ἐπὶ βασιλέων, Περσίας Ἰσδιγέργη καὶ Κωνσταντινουπόλεως Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ. Μᾶλλον καταγόταν ἀπὸ τὴν Περσία καὶ ἦταν Διάκονος τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας. Κήρυττε µὲ θερµότητα ζήλου καὶ δύναµη λόγου τὶς ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἔτσι εἵλκυε πολλοὺς εἰδωλολάτρες. Γιὰ τὴν δράση του αὐτὴ καταγγέλθηκε στὸν βασιλιὰ Ἰσδιγέργη καὶ ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ µαρτύρια, µέσα στὰ ὁποῖα παρέδωσε τὴν ἐκλεκτὴ ψυχή του. (Ἡ µνήµη του περιττῶς ἐπαναλαµβάνεται ἀπὸ ὁρισµένους Συναξαριστές, καὶ τὴν 31η Μαρτίου).

Ὁ Ἅγιος Ἀντίγονος
Μαρτύρησε διὰ πυρός.

Ὁ Ἅγιος Διοκλητιανός
Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Συναντᾶται στὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα Δ 23 µαζὶ µὲ τὸν Φλωρεντία, ὅπου καὶ ἡ κοινὴ Ἀκολουθία τους.



Τὰ ἅγια Δύο παιδιά
Μαρτύρησαν διὰ πυρός, ποὺ ἄναψαν στὸ ἔδαφος καὶ τὰ ἐξανάγκασαν νὰ τρέχουν µέσα σ᾿ αὐτή.

Ἡ Ἁγία Χρυσὴ ἡ Νεοµάρτυς
Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Σλάτενα (σηµερινὴ Χρυσή) τῆς ἐπαρχίας Ἀλµωπίας Νοµοῦ Πέλλης. Ὁ πατέρας της ἦταν φτωχὸς καὶ εἶχε τέσσερις θυγατέρες. Ἡ Χρυσὴ ἦταν ὡραῖα στὸ σῶµα καὶ στὴν ψυχή. Κάποτε, ἐνῷ βρισκόταν µαζὶ µὲ ἄλλες γυναῖκες στοὺς ἀγροὺς καὶ µάζευε καυσόξυλα, τὴν ἀπήγαγε κάποιος Τοῦρκος καὶ τὴν µετέφερε στὸ σπίτι του. Ὁ Τοῦρκος προσπάθησε µὲ κολακεῖες νὰ τὴν ἐξισλαµίσει καὶ νὰ τὴν κάνει γυναῖκα του. Ἡ Χρυσὴ ὅµως ἀντιστάθηκε καὶ δυναµικὰ ἀπάντησε: «Ἐγὼ τὸν Χριστὸ µόνο γνωρίζω γιὰ νυµφίο µου, ποὺ δὲν θὰ ἀρνηθῶ καὶ ἂν ἀκόµα µὲ κοµµατιάσεις». Οἱ γονεῖς καὶ οἱ συγγενεῖς τῆς Χρυσῆς, µὲ ἐξαναγκασµὸ τῶν Τούρκων, τὴν παρακαλοῦσαν νὰ δεχτεῖ τὸν µωαµεθανισµὸ γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἀλλ᾿ ἡ µεγαλόψυχη Χρυσὴ τοὺς ἀπάντησε ὅτι: «πατέρα ἔχω τὸν Κύριό µου Ἰησοῦ Χριστό, µητέρα τὴν Κυρία Θεοτόκο, ἀδελφοὺς δὲ καὶ ἀδελφὲς ἔχω τοὺς Ἁγίους καὶ τὶς Ἁγίες τῆς Ἐκκλησίας µας». Μπροστὰ λοιπὸν στὴ σταθερότητα τῆς Χρυσῆς, οἱ Τοῦρκοι ἀπάντησαν µὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Τελικὰ στὶς 13 Ὀκτωβρίου 1795, κατέκοψαν τὸ σῶµα της µὲ µαχαίρια καὶ ἔτσι πανάξια ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου ἀπὸ τὸν Νυµφίο Χριστό.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Άγιος Πολυχρόνιος

Ο Άγιος Πολυχρόνιος ο Ιερομάρτυρας ήταν ένας δυναμικός κληρικός που έζησε τον 4ο μ.Χ. αιώνα στη επαρχία Γαμφανήτιδος, όπου θυσιάστηκε για τα ορθόδοξα δόγματα της Εκκλησίας μας. Ο πατέρας του ήταν γεωργός ονόματι Βαρδάνιος. Φρόντισε ο γιος του από μικρός να ανατραφεί όχι μόνο με τα διδάγματα της πίστης, αλλά του παρείχε γενική μόρφωση όλων των θεμάτων. Έτσι, ενώ ο πατέρας καλλιεργούσε τα αμπέλια του, ο γιος με ζήλο και θέρμη καλλιεργούσε τον αμπελώνα του Κυρίου, διδάσκοντας τα Θεία Λόγια αγωνιζόμενος στον "πολλαπλασιασμό της καρποφορίας" του Θείου σπόρου. Ήταν μάλιστα ικανότατος συζητητής και πολλές φορές είχε φανεί ανώτερος από σοφούς των ειδωλολατρών σε συζητήσεις φιλοσοφικές για την αλήθεια και την θρησκεία.
Έπειτα κάποιων χρόνων ο Άγιος Πολυχρόνιος πήγε στην έδρα της σοφίας και των γραμμάτων, στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έγινε διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος. Από το αξίωμα αυτό δεν έπαψε να διδάσκει και με πολλούς τρόπους μοχθούσε για τη χριστιανική ανατροφή των ενοριτών του. Όταν όμως έγινε αυτοκράτορας ο αρειανόφιλος γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος, ο Άγιος, έμεινε στη μερίδα των κληρικών εκείνων, που για το ορθό δόγμα έμειναν απτόητοι μπροστά στους διωγμούς και τις εξορίες που επέβαλε ο αιρετικός αυτοκράτορας. Έτσι οι Αρειανοί, ανέλαβαν αυτοί οι ίδιοι να απαλλαγούν από τον Άγιο. Έτσι κάποια μέρα που ο Άγιος Πολυχρόνιος Ιερουργούσε, κάποιοι Αρειανοί εισέβαλαν στον Ναό και τον έσφαξαν πάνω στην Αγία Τράπεζα, και έτσι έγινε Τίμιο ολοκαύτωμα για την πίστη του Χριστού, που με τη δική Του θυσία σήκωσε τη δική μας σωτηρία.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Άγιος Διονύσιος

Ο Άγιος Διονύσιος καταγόταν από την πόλη των Αθηνών. Έζησε και μαρτύρησε τα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Δομετιανός. Διακρίθηκε για τη φιλοσοφική του κατάρτιση κα τη βαθιά του καλλιέργεια.
Αρχικά ήταν ειδωλολάτρης και μέλος της Βουλής του Αρείου Πάγου. Το κήρυγμα όμως του Αποστόλου Παύλου άγγιξε την παιδευμένη και ευαίσθητη ψυχή του και βαπτίσθηκε. Αργότερα διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Αθηνών τον ευσεβή Ιερόθεο. Επιβραβεύθηκε από το θεό για τη χριστιανική του δράση με το χάρισμα να επιτελεί θαύματα.
Περιόδευσε σε πολλά μέρη της Δύσης, όπου κήρυξε τον ευαγγελικό λόγο και ερμήνευσε τις ιερές γραφές. Όταν έφθασε στο Παρίσι συνελήφθη και αργότερα αποκεφαλίσθηκε. Μαζί του μαρτύρησαν και δύο μαθητές του, ο Ρουστικός και ο Ελευθέριος. Ο ηγεμόνας της περιοχής έδωσε εντολή να μη θάψει κανείς τα άγια λείψανα των μαρτύρων, όμως κάποιοι χριστιανοί τα φύλαξαν και όταν δεν υπήρχε πλέον φόβος τα ενταφίασαν με τιμές.
Ο Άγιος Διονύσιος υπήρξε συγγραφέας πλήθους θεολογικών συγγραμμάτων, από τα όποια παραθέτουμε σε μετάφραση ορισμένα λόγια του, σχετικά με την Αγιότητα, τη Βασιλεία και την Κυριότητα του Θεού: «Αγιότητα, λοιπόν, είναι κατά τη γνώμη μας η καθαρότητα η ασημάδευτη από οποιοδήποτε μίασμα, η πλήρης και ολότελα άσπιλη. Βασιλεία είναι η τακτοποίηση κάθε ορίου, κάθε τάξης, κανονισμού, κατάστασης . Κυριότητα δεν είναι μόνο η υπεροχή πάνω στους χειρότερους, άλλο και η συνολική των καλών και αγαθών και πλήρης ολοκτησία, καθώς και η αληθινή και αμετάβλητη βεβαιότητα. Γι΄ αυτό και η κυριότητα ετυμολογείται από το "κύρος" και το "κύριο" και το "κυρίευαν". Θεότητα είναι η πρόνοια που θεάται τα πάντα και με τέλεια αγαθότητα "περιθέει" (περιέχει) και συνέχει τα πάντα, τα γεμίζει με τον εαυτό της και υπερέχει από όλα όσα απολαμβάνουν τα δώρα της πρόνοιας της» (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, «Περί Θείων Ονομάτων». Εκδόσεις Π. Πουρναρό).
Περισσότερες και πιο συγκεκριμένες ιστορικές πληροφορίες για τη ζωή του Αγίου Διονυσίου δεν έχουμε πλην αυτών των λίγων που προαναφέραμε. Τα υπόλοιπα που αναφέρουν ορισμένοι Συναξαριστές ανήκουν στα πλαίσια της παραδόσεως και μόνο.
Ύστερα από την με αριθμ. 22/30 Σεπτεμβρίου 1999 μ.Χ. εγκύκλιο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, η μνήμη του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου συμπεριελήφθηκε να τιμάται επιπρόσθετα και στις 12 Οκτωβρίου όπου και ορίσθηκε να τιμάται η Σύναξη των εν Αθήναις Αγίων.