Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Θεολογικός διάλογος μεταξύ του ALBERT EINSTEIN και ενός Καθηγητή.

          Η έννοια του Θεού σε σχέση με τον τρόπο που τον αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος έχει να κάνει με τις εμπειρίες που έχει ο κάθε άνθρωπος στη ζωή του, σε σχέση με Αυτόν. ( καταφατικός τρόπος).

          Ωστόσο ο Θεός είναι άκτιστος και ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τίποτα για Εκείνον παρά μόνο τις ενέργειές του. (Γνώση του Θείου διαμέσου των ενεργειών του) . Γίνεται δηλαδή γνωστός από τις ενέργειες κατά την εκδήλωσή τους στην κτίση και στην ιστορία. Άλλα κατά την ουσία και φύση Του, παραμένει τελείως υπερβατικός και απρόσιτος.
        Παρακάτω ακολουθεί ένας διάλογος μεταξύ του ALBERT EINSTEIN και ενός καθηγητή του Αθέου όπου ο ALBERT EINSTEIN με απλά λόγια και πολύ ουσία ερμηνεύει την φύση του Θεού..

(Ένας άθεος καθηγητής της φιλοσοφίας συζητά με τον ALBERT EINSTEIN στο αμφιθέατρο του πανεπιστημίου, για την σχέση μεταξύ επιστήμης και πίστης στον Θεό.)

Καθηγητής: Λοιπόν, πιστεύεις στον Θεό;

ALBERT EINSTEIN.: Βεβαίως, κύριε….

Καθ.: Είναι καλός ο Θεός;

ALBERT EINSTEIN..: Φυσικά.

Καθ.: Είναι ο Θεός παντοδύναμος;

ALBERT EINSTEIN..: Ναι

Καθ.: Ο αδερφός μου πέθανε από καρκίνο παρότι παρακαλούσε τον Θεό να τον γιατρέψει και προσευχόταν σε Αυτόν. Πού είναι η καλοσύνη του Θεού λοιπόν;

ALBERT EINSTEIN..: …….

Καθ.: Δεν μπορείς να απαντήσεις, έτσι δεν είναι; Ας ξαναρχίσουμε... Είναι καλός ο Θεός;

ALBERT EINSTEIN..: Ναι.

Καθ.: Είναι καλός ο διάβολος;

ALBERT EINSTEIN.: Όχι.

Καθ.: Ποιος δημιούργησε τον διάβολο;

ALBERT EINSTEIN.: ο Θεός..

Καθ.: Σωστά.. Πες μου παιδί μου, υπάρχει κακό σ’ αυτόν τον κόσμο;

ALBERT EINSTEIN..: Ναι.

Καθ.: Το κακό βρίσκεται παντού, έτσι δεν είναι; Και ο Θεός έπλασε τα πάντα, σωστά;

ALBERT EINSTEIN..: Ναι.

Καθ.: Άρα λοιπόν ποιος δημιούργησε το κακό;

ALBERT EINSTEIN..: …

Καθ.: Υπάρχουν αρρώστιες; Ανηθικότητα; Μίσος; Ασχήμια; Όλα αυτά τα τρομερά στοιχεία υπάρχουν σ’ αυτόν τον κόσμο, έτσι δεν είναι;

ALBERT EINSTEIN.: Μάλιστα.

Καθ..: Λοιπόν, ποιος τα δημιούργησε;

ALBERT EINSTEIN..: …

Καθ.: Η επιστήμη λέει ότι χρησιμοποιείς τις 5 αισθήσεις σου για να αναγνωρίζεις το περιβάλλον γύρω σου και να προσαρμόζεσαι σε αυτό. Πες μου παιδί μου, έχεις δει ποτέ τον Θεό;

ALBERT EINSTEIN.: Όχι, κύριε.

Καθ.: Έχεις ποτέ αγγίξει το Θεό; Έχεις ποτέ γευτεί το Θεό, μυρίσει το Θεό; Και τέλος πάντων, έχεις ποτέ αντιληφθεί με κάποια από τις αισθήσεις σου το Θεό;

ALBERT EINSTEIN...: …Όχι, κύριε. Φοβάμαι πως όχι.

Καθ.: Και παρόλα αυτά πιστεύεις ακόμα σε Αυτόν;

ALBERT EINSTEIN..: Ναι.

Καθ.: Σύμφωνα με εμπειρικό, ελεγχόμενο και με δυνατότητα μελέτης των αποτελεσμάτων ενός φαινομένου πρωτόκολλο, η επιστήμη υποστηρίζει ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Τι έχεις να απαντήσεις σε αυτό, παιδί μου;

ALBERT EINSTEIN..: Τίποτα. Εγώ έχω μόνο την πίστη μου.

Καθ.: Ναι, η πίστη. Και αυτό είναι το πρόβλημα της επιστήμης.


ALBERT EINSTEIN.: Κύριε καθηγητά, υπάρχει κάτι που το ονομάζουμε θερμότητα;

Καθ.: Ναι.

ALBERT EINSTEIN..: Και υπάρχει κάτι που το ονομάζουμε κρύο;

Καθ.: Ναι.

ALBERT EINSTEIN..: Όχι, κύριε. Δεν υπάρχει. Μπορεί να έχεις μεγάλη θερμότητα, ακόμα περισσότερη θερμότητα, υπερθερμότητα, καύσωνα, λίγη θερμότητα ή καθόλου θερμότητα. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να ονομάζεται κρύο. Μπορεί να έχουμε 458 βαθμούς υπό το μηδέν, που σημαίνει καθόλου θερμότητα, αλλά δεν μπορούμε να πάμε πιο κάτω από αυτό. Δεν υπάρχει τίποτα που να ονομάζεται «κρύο». «Κρύο» είναι μόνο μια λέξη, που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την απουσία θερμότητας. Δεν μπορούμε να μετρήσουμε το κρύο. Η θερμότητα είναι ενέργεια. Το κρύο δεν είναι το αντίθετο της θερμότητας, κύριε, είναι απλά η απουσία της.

(Στην αίθουσα επικρατεί σιγή…)

ALBERT EINSTEIN..: Σκεφτείτε το σκοτάδι, καθηγητά. Υπάρχει κάτι που να ονομάζουμε σκοτάδι;

Καθ.: ..Ναι..

ALBERT EINSTEIN..: Κάνετε και πάλι λάθος, κύριε καθηγητά. Το «σκοτάδι» είναι η απουσία κάποιου άλλου παράγοντα. Μπορεί να έχεις λιγοστό φως, κανονικό φως, λαμπερό φως, εκτυφλωτικό φως.. Αλλά, όταν δεν έχεις φως, δεν έχεις τίποτα και αυτό το ονομάζουμε σκοτάδι, έτσι δεν είναι; Στην πραγματικότητα το σκοτάδι απλά δεν υπάρχει. Αν υπήρχε θα μπορούσες να κάνεις το σκοτάδι σκοτεινότερο.

Καθ.: Που θέλεις να καταλήξεις με όλα αυτά, νεαρέ μου;

ALBERT EINSTEIN..: Κύριε, θέλω να καταλήξω ότι η φιλοσοφική σας σκέψη είναι ελαττωματική…

Καθ..: Ελαττωματική!; Μήπως μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί;

ALBERT EINSTEIN..: Κύριε καθηγητά, σκέφτεστε μέσα στα όρια της δυαδικότητας. Υποστηρίζετε ότι υπάρχει η ζωή και μετά υπάρχει και ο θάνατος, ένας καλός Θεός και ένας κακός Θεός. Βλέπετε την έννοια του Θεού σαν κάτι τελικό, κάτι που μπορεί να μετρηθεί. Κύριε καθηγητά, η επιστήμη δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε κάτι τόσο απλό όπως την σκέψη. Χρησιμοποιεί την ηλεκτρική και μαγνητική ενέργεια, αλλά δεν έχει δει ποτέ, πόσο μάλλον να καταλάβει απόλυτα, αυτήν την ενέργεια. Το να βλέπεις το θάνατο σαν το αντίθετο της ζωής είναι σαν να αγνοείς το γεγονός ότι ο θάνατος δεν μπορεί να υπάρξει αυτόνομος. Ο θάνατος δεν είναι το αντίθετο της ζωής: είναι απλά η απουσία της. Τώρα πείτε μου κάτι, κύριε καθηγητά. Διδάσκετε στους φοιτητές σας ότι εξελίχτηκαν από μια μαϊμού;

Καθ.: Εάν αναφέρεσαι στην φυσική εξελικτική πορεία, τότε ναι, και βέβαια.

ALBERT EINSTEIN..: Έχετε ποτέ παρακολουθήσει με τα μάτια σας την εξέλιξη;

Καθ.: ..

ALBERT EINSTEIN.: Εφόσον κανένας δεν παρακολούθησε ποτέ την διαδικασία εξέλιξης επιτόπου και κανένας δεν μπορεί να αποδείξει ότι αυτή η διαδικασία δεν σταματά ποτέ, τότε διδάσκεται την προσωπική σας άποψη επί του θέματος. Τότε μήπως δεν είστε επιστήμονας, αλλά απλά ένας κήρυκας;

Καθ.: ..

ALBERT EINSTEIN..(προς την τάξη): Υπάρχει κάποιος στην τάξη που να έχει δει τον εγκέφαλο του κ.καθηγητή; Που να έχει ακούσει ή νιώσει ή ακουμπήσει ή μυρίσει τον εγκέφαλο του κ.καθηγητή; Κανένας. Άρα σύμφωνα με τους κανόνες του εμπειρικού, ελεγχόμενου και με δυνατότητα προβολής πρωτόκολλου, η επιστήμη μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν έχετε εγκέφαλο, κύριε. Και αφού είναι έτσι τα πράγματα, τότε, με όλο τον σεβασμό, πώς μπορούμε να εμπιστευτούμε αυτά που διδάσκετε, κύριε;

Καθ.: Μου φαίνεται ότι απλά θα πρέπει να στηριχτείς στην πίστη σου, παιδί μου.

ALBERT EINSTEIN..: Αυτό είναι, κύριε.. Ο σύνδεσμος μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού είναι η ΠΙΣΤΗ. Αυτή είναι που κινεί τα πράγματα και τα κρατάει ζωντανά..



Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Στάδια του αθεϊσμού..

Αυτός που κατονομάζεται άθεος στην πραγματικότητα μπορεί και να μην είναι. Μπορεί κάποιος να ζει πολύ διαφορετικά από τους  «πιστούς», αλλά αυτό δεν μπορεί να κληθεί αθεΐα. Υπάρχει ο θεωρητικός αθεϊσμός και πρακτικός αθεϊσμός, μπορούμε δε να ισχυρισθούμε ότι υπάρχει και ο θρησκευτικός αθεϊσμός. Στον τελευταίο ανήκουν οι άνθρωποι εκείνοι που ζουν στον χώρο της Εκκλησίας πολύ επιφανειακά, χωρίς να αποκτούν προσωπική επίγνωση της θείας Χάριτος, προσωπική γνώση του Θεού. Οι Φαρισαίοι της εποχής του Χριστού ζούσαν μια τέτοια ιδιότυπη αθεΐα. Υποστήριζαν και δίδασκαν τον νόμο και όμως αγνοούσαν τον Νομοθέτη, και όχι μόνον Τον αγνοούσαν αλλά και Τον σταύρωσαν. Γι’ αυτό είναι δύσκολο κανείς να χαράξει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πίστεως και της απιστίας. Μπορεί κάποιος να φαίνεται πιστός και όμως να καταλήξει σε πλήρη αθεΐα και αγνωστικισμό. Και μπορεί κάποιος άλλος να φαίνεται εξωτερικά άθεος και όμως να βρει την τέλεια πίστη.
Τα στάδια του αθεϊσμού, όπως τα περιγράφει ο Κλεμάν είναι τα παρακάτω:
Το πρώτο είναι ο αντιθεϊσμός, η επανάσταση ενάντια στο Θεό, στο όνομα της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ο αντιθεϊσμός γεννιέται από την αποσύνθεση της χριστιανοσύνης, όταν αυτή, σιωπηρά νεκρή, μεταμορφώνεται σε ιδεολογία και αναζητάει τον ολοκληρωτισμό για να αντικαταστήσει τη χαμένη δύναμη του ολόκληρου. Μια κατεστημένη θρησκεία, που έχει μεταβληθεί σε ιδεολογία, απογοητεύει τους ανθρώπους, οι οποίοι επηρεασμένοι και από άλλα κοσμοθεωρητικά κίνητρα πολεμούν ανοιχτά αυτήν την νεκρά και αποστεωμένη θρησκεία. Οι αντιδράσεις είναι ισχυρές. Κοροϊδεύουν όλα τα της θρησκείας και μάλιστα στο όνομα της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Είναι δηλαδή επαναστατικός και αντιθετικός.
Το δεύτερο στάδιο έρχεται μετά το προηγούμενο. Αφού κουράσθηκαν να εμπαίζουν και να πολεμούν φθάνουν σε άλλη κατάσταση. «Ο επαναστατικός και μαχητικός αθεϊσμός εξασθενεί από την ίδια του τη νίκη. Ενώ οι μάζες γλιστράνε στην αδιαφορία… ή γλιστράνε στη φυγή και τη “διασκέδαση” της “κοινωνίας του θεάματος”, οι πιο απαιτητικοί προσκρούουν στο πεπερασμένο και παραιτούνται από την αισιοδοξία, αναπτύσσουν φιλοσοφίες του παραλόγου και της ναυτίας». Έτσι η αδιαφορία και η απελπισία είναι εκείνα που διακρίνουν αυτό το δεύτερο στάδιο του αθεϊσμού. Από θρησκευτικό βίωμα γίνεται κοινωνιολογικό. Κουρασμένος από την μάχη του ο άνθρωπος πέφτει σε απελπισία, που δεν θεραπεύει απολύτως τίποτα. Αντί να το μετατρέψει αυτό σε απελπισία κατά Θεόν, δηλαδή σε μετάνοια, το μετατρέπει σε απελπισία κατά κόσμον. Είναι απογοητευμένος από όλα. Και ψάχνει να βρει τρόπους για να απαλύνει τον πόνο του, αλλά δεν μπορεί να το καταφέρει.
Όταν τελείως απελπισθεί, τότε καταλήγει σε ένα ιδιότυπο στάδιο αθεϊσμού. «Διαγράφεται κιόλας ένας τρίτος τύπος αθεϊσμού, που θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε μυστικιστικό. Ψάχνει κανείς για αντίδοτα της “κόκκινης ερήμου” της επιστήμης και της τεχνικής, ζητώντας μια εσωτερίκευσή τους, πάντοτε όμως μέσα στα όρια και της μιας και της άλλης – δηλ. μένοντας στην άρνηση του προσωπικού Θεού που έγινε άνθρωπος. Ανακαλύπτουν και πάλι το παράξενο, τις απόκρυφες δυνατότητες του ανθρώπου, τον παλιό συμβολισμό του σύμπαντος». Στο τρίτο αυτό στάδιο αναζητούν την «πνευματικότητα» των ανατολικών θρησκειών, της φιλοσοφίας, αλλά και την ψευδαίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης μέσα από ψευτομεσσιανισμούς. Και μπορούμε να πούμε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος διακατέχεται από αυτόν τον μυστικισμό που είναι αρρωστημένος.
Από την ανάλυση αυτή εξάγονται μερικά συμπεράσματα:
Το πρώτο είναι ότι δυστυχώς αυτό που είναι ξεπερασμένο στον δυτικό χώρο το ζούμε εμείς στην Ελλάδα. Ζούμε καταστάσεις που ζούσαν οι δυτικοί εδώ και 50 χρόνια. Δυστυχώς αυτό συμβαίνει σε όλα τα ζητήματα. Επηρεαζόμαστε από τη Δύση, αλλά την ξεπερασμένη Δύση, από αυτά που ξεπέρασε η Δύση. Έρχονται σε μας καθυστερημένα μοντέλα ζωής. Έτσι σε πολλά σημεία παρατηρείται το φαινόμενο του αντιθεϊσμού, του πρώτου επαναστατικού σταδίου του αθεϊσμού, που τώρα έχει ξεπερασθεί και στην Δύση, στην οποία ήδη φεύγουν από το δεύτερο στάδιο και αναζητούν το τρίτο, δηλαδή αναζητούν λύτρωση και απαλλαγή από τα εσωτερικά βασανιστικά προβλήματα. Εμείς πάντα είμαστε καθυστερημένοι.
Το δεύτερο είναι ότι στην Ορθόδοξη Παράδοση υπάρχει μια υγιή πνευματικότητα, ισορροπημένη και ζωντανή, την οποία μπορούμε να ζήσουμε και να ξεφύγουμε από την φενάκη του αρρωστημένου μυστικισμού. Μπορούμε να αποκτήσουμε προσωπική γνώση του Θεού. Ο δικός μας Θεός δεν είναι αφηρημένος, Θεός των φιλοσόφων και των στοχαστών, αλλά Θεός αληθινός, ο Θεός των Πατέρων ημών. Γιατί να πέφτουμε σε απρόσωπο μυστικισμό, ανατολικού τύπου ή να γλιστράμε σε μαγείες και άλλα παρόμοια, όταν στην Παράδοσή μας διαθέτουμε πλήρη διδασκαλία και ζωή, που μας οδηγεί στην βίωση του προσωπικού Θεού;
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαθέτει ένα βάθος απύθμενο, που δεν μπορούμε να το διακρίνουμε με γυμνό οφθαλμό. Μπορεί να βλέπουμε την Εκκλησία ως κατεστημένο θεσμό, αλλά πέρα από την επιφάνεια υπάρχει η ζωντανή πραγματικότητα. Υπάρχει η αλήθεια ενσαρκωμένη σε πρόσωπα. Η αναζήτηση αυτής της αλήθειας και η βίωσή της μπορούν να αποτρέψουν την πορεία μας σε έναν αθεϊσμό, που απομυζά την ζωή και όλη την ύπαρξή μας.

Η Θεία Λειτουργία

Η Θεία Λειτουργία είναι μυστήριο, που προσφέρεται ως αλήθεια πίστεως και όχι ως επιστημονικό θεολογικό σύγγραμμα,  που θα την κατανόηση κανείς με την έρευνα. Δεν αναζητούμε λογικά επιχειρήματα μέσα σ’ αυτή. ο ίδιος ο απ. Παύλος, ο πρώτος μετά τον "Ένα, παραδίδοντας το μυστήριο δεν προσπαθεί να το εξήγηση. Το παραδίδει με Ιερό δέος και σεβασμό. Τα λόγια του είναι απλά και μετρημένα: Εγώ γαρ παρέλαβαν από του Κυρίου, ό και παρέδωκα υμίν, ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί ή παρεδίδοτο έλαβε άρτον και ευχαριστήσας έκλασε (= το έκοψε) και είπε• λάβετε φάγετε• τούτο εστί το σώμα το υπέρ υμών κλώμενον τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν ...» (Α Κορ. 11, 23-24) Δεν εμπιστεύεται το μυστήριο στην λογική. Δεν επιχειρεί να το κάνει κατανοητό. Το παραλαμβάνει σαν μυστήριο και το παραδίδει σαν μυστήριο. σ’ αυτή την γραμμή του σεβασμού και «της παραδοχής» βαδίζουν και οι μεγάλοι Πατέρες. Ενώ μελετούν το μυστήριο και προσπαθούν να εισδύσουν στο βάθος του, δεν προχωρούν πέρα από τα όρια της ανθρωπινής λογικής, δεν καταργούν το μυστήριο, δεν το μεταβάλλουν σε επιστήμη.
Θείες Λειτουργίες που υπάρχουν σήμερα.
Στους Αποστολικούς χρόνους η Θ. Λειτουργία περιελάμβανε μόνο τον αγιασμό των Τιμίων Δώρων και την Θεία Κοινωνία των πιστών. Η σύντομη αυτή τελετή περιελάμβανε επίσης κήρυγμα από τον «προεστώτα» και μερικούς ύμνους και ευχές κατά την κρίση του επισκόπου. Στην αρχή το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας γίνονταν μετά το Κοινό Δείπνο όλων των πιστών, που έμεινε στην ιστορία με το όνομα Ά γ α π η. Πολύ ενωρίς όμως, ενώ ακόμη ζούσαν οι Απόστολοι, επειδή παρετηρούντο μεγάλες ατάξηες στην ώρα της Άγάπης, χωρίστηκε το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας οπό το κοινό δείπνο. Στο εξής η μεν Θ. Ευχαριστία γίνονταν τις πρωινές πλέον ώρες, η δε τελετή της Αγάπης, που λέγονταν και «Κυριακόν Δεϊπνον», έμεινε για το βράδυ.
Με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι πιστοί πλήθαιναν και ήταν σκορπισμένοι σε διάφορα μέρη, άρχισαν να διαμορφώνονται διάφοροι τύποι Λειτουργιών, που είχαν τον ίδιο κεντρικό πυρήνα, το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας, διέφεραν όμως ως προς την έκτα-ση και την διάταξι. Από όλους αυτούς τους τύπους των Λειτουργιών σήμερα χρησιμοποιούμε μόνον/ τέσσαρες, που τελούνται από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες στην μητρική γλώσσα κάθε λαού. Είναι δε αυτές οι έξης:
Ι. Η Θεία Λειτουργία του Αγ. Ιακώβου του Αδελφοθέου.
Είναι η αρχαιότερη από όλες και γίνεται μόνο μία φορά τον χρόνο, την ήμερα της εορτής του Αγ. Ιακώβου (23 Οκτωβρίου). Περιλαμβάνει κυρίως ευχές, που είναι μεγάλες σε έκταση, οι οποίες στην βασική τους μορφή αποδίδονται στον Άγιο Ιάκωβο, τον αδελφό του Κυρίου, όπως παραδέχεται και ο 32ος κανών της εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (το 691).
II. Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου.
Αυτή η Λειτουργία είναι ο καρπός της επεξεργασίας, που έκανε ο μεγάλος Καππαδόκης Ιεράρχης, όλων των πριν από αυτόν Θείων Λειτουργιών. Έχει σπουδαίο θεολογικό βάθος, μεγάλο βιβλικό πλούτο και ακρίβεια στην δογματική της διατύπωση. Ιδιαίτερη σημασία έχει το τμήμα της Αναφοράς, που εκφράζει κατά τρόπο άριστο το Χριστολογικό Δόγμα. Η Θ. Λειτουργία του Μεγ. Βασιλείου τελείται 10 φορές τον χρόνο: την ήμερα της εορτής του, την παραμονή των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων 6, την Μεγάλη Πέμπτη, το Μέγα Σάββατο και τις πέντε Κυριακές των Νηστειών της Μεγ. Τεσσαρακοστής.
III. Η Θεία Λειτουργία του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Αυτή είναι μία συντόμευση της Θ. Λειτουργίας του Μεγ. Βασιλείου μόνο στο μέρος των ευχών που λέγει ο ιερέας. Τελείται κάθε Κυριακή αλλά και κάθε μικρή και μεγάλη εορτή. Με την ερμηνεία αυτής της Λειτουργίας θα ασχοληθούμε παρακάτω.
IV. Η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων.
Η Λειτουργία αύτη τελείται τις καθημερινές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όπως αναφέραμε στο σχετικό κεφάλαιο .
Τα μέρη της Θείας Λειτουργίας.
Τα μέρει της Θ. Λειτουργίας βασικά είναι τρία:
Α. Η Προσκομιδή η Πρόθεση, η οποία τώρα περιέχεται στην ακολουθία του Όρθρου και έτσι έχει μείνει έξω από αυτό που σήμερα ονομάζαμε Θ. Λειτουργία.
Β. Η Λειτουργία των Κατηχουμένων. Αυτή αρχίζει με το Έυλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ...» και τελειώνει μετά το Ευαγγέλιο και τις ευχές των Κατηχουμένων. Λέγεται Λειτουργία των Κατηχουμένων, γιατί το τμήμα αυτό της Θ. Λειτουργίας μπορούσαν να το παρακολουθούν οι Κατηχούμενοι, που δεν ήταν ακόμη βαπτισμένοι 8. Όταν το μέρος αυτό της Θ. Λειτουργίας τελείωνε, έφευγαν οι Κατηχούμενοι για ν αρχίσει η Λειτουργία των πιστών. Σήμερα βέβαια δεν υπάρχουν Κατηχούμενοι - καταργήθηκαν με τον νηπιοβαπτισμό - και έτσι ουσιαστικά η διάκριση αυτή στην πράξη έχει καταργηθεί.
Γ. Η Λειτουργία των Πιστών. Το τρίτο τμήμα της Θ. Λειτουργίας είναι βέβαια το σημαντικότερο είναι η καρδιά της. Αρχίζει με την φράση - που συνήθως δεν λέγεται σήμερα-«όσοι πιστοί έτι και έτι εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν» και τελειώνει με το «Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών ...».

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης


Ἡ Ἱερὰ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης βρίσκεται σὲ λόφο, ποὺ ὀνομάζεται λόφος τῆς Ἐλπίδας, στὴ νῆσο Χάλκη, μία ἀπὸ τὰ Πριγκηπόννησα. Ἀπέχει μία περίπου ὥρα μὲ πλοῖο ἀπὸ τὴν ἀκτὴ τῆς Πόλης. Στὸν τόπο τῶν ἐγκαταστάσεων τῆς Σχολῆς βρίσκεται ἡ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ ἱδρύθηκε κατὰ τὴν περίοδο τῶν βυζαντινῶν χρόνων, χωρὶς νὰ ἔχουμε πληροφορίες γιὰ τὸν ἀκριβῆ χρόνο. Ἀνίδρυση καὶ ἀνασύσταση τῆς Μονῆς συνδέεται μὲ τοὺς Οἰκουμενικοὺς Πατριάρχες Μέγα Φώτιο, Μητροφάνη Γ´ καὶ Γερμανὸ Δ´. Ὁ τελευταῖος, ὁ Γερμανὸς Δ´ (1842-1845) ἐπισκέφθηκε τὴ Μονὴ τὸ 1842, εἶδε κατεστραμμένες καὶ ἐρειπωμένες τὶς ἐγκαταστάσεις της καὶ ἀφοῦ ἔλαβε τὴ σχετικὴ ἄδεια ἀπὸ τὶς τουρκικὲς ἀρχὲς προχώρησε σὲ ἀνίδρυση καὶ ἀνοικοδόμησή της. Τὴν 1η Ὀκτωβρίου τοῦ 1844 μὲ εἰδικὴ τελετὴ ἐπανήρχισε ἡ λειτουργία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ ταυτόχρονα ἔγινε ἡ ἔναρξη τῆς λειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Τὸ κτίριο, στὸ ὁποῖο στεγάστηκε ἀρχικὰ ἡ Μονὴ ἦταν ξύλινο. Περιλάμβανε χώρους γιὰ τὴ στέγαση τῶν καθηγητῶν καὶ τῶν σπουδαστῶν, αἴθουσες διδασκαλίας, νοσοκομεῖο, διευθυντήριο καὶ τὸ πατριαρχικὸ διαμέρισμα. Σὲ παρακείμενη λιθόκτιστη διώροφη οἰκοδομὴ στεγάστηκε ἡ βιβλιοθήκη τοῦ ἱδρύματος. Ὁ σεισμὸς ὅμως τῆς 28ης Ἰουνίου 1894 μετέτρεψε σὲ ἐρείπια τὶς ἐγκαταστάσεις, ἐκτὸς τοῦ ναοῦ, καὶ ἀνέστειλε τὴ λειτουργία του.
Ἡ σημερινὴ μορφὴ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης ὀφείλεται στὴν προσφορὰ τοῦ μεγάλου εὐεργέτη Παύλου Σκυλίτση Στεφάνοβικ ποὺ ἀνέθεσε στὸν ἀρχιτέκτονα Περικλῆ Φωτιάδη τὴν οἰκοδόμηση τῶν νέων ἐγκαταστάσεων σὲ σχῆμα Π. Τὸ συγκρότημα τῆς Σχολῆς ἀποτελεῖται ἀπὸ ὑπόγειο, ἰσόγειο καὶ δύο ὀρόφους. Τὰ ἐγκαίνια ἔγιναν τὴν 6ην Ὀκτωβρίου 1896 καὶ συνεχίστηκε ἡ λειτουργία τῆς Σχολῆς. Κατὰ τὴν δεκαετία τοῦ ’50 ἄρχισαν καὶ προοδευτικὰ ὁλοκληρώθηκαν ἀρκετὲς ἐσωτερικὲς μεταρρυθμίσεις τοῦ οἰκοδομικοῦ συγκροτήματος μὲ στόχο τὴν ἰκανοποίηση τῶν νέων ἀναγκῶν καὶ ἀπαιτήσεων. Ὁλοκληρώθηκαν σύγχρονοι ἐγκαταστάσεις λουτρῶν, ἐσωτερικῆς θερμάνσεως, μαγειρείων, ψυκτικοῦ θαλάμου, ἐνῷ ἔγινε πλήρης ἐπισκευὴ τῆς ὀροφῆς καὶ ἐπαναδιοργάνωση τοῦ νοσοκομείου καὶ τοῦ διευθυντηρίου. Στὴν περίοδο αὐτὴ ἔγιναν καὶ οἱ ἐργασίες ἐπιδιορθώσεως τοῦ μοναστηριακοῦ ναοῦ. Οἱ κτιριακὲς ἐγκαταστάσεις περιβάλλονται ἀπὸ κήπους, τὴν αἰσθητικὴ σχεδίαση καὶ τὴν δημιουργία τῶν ὁποίων ἐπιμελήθηκε ὁ Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Δωρόθεος. Πίσω ἀπὸ τὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς καὶ σὲ ἰδιαίτερο χῶρο ἐκτὸς τοῦ κήπου ὑπάρχουν τάφοι Πατριαρχῶν, Μητροπολιτῶν καὶ Καθηγητῶν τῆς Σχολῆς.
Ἡ Ἱερὰ Θεολογικὴ Σχολὴς τῆς Χάλκης ἱδρύθηκε γιὰ νὰ καλύψῃ τὶς ἐκπαιδευτικὲς ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας γενικότερα. Τὴν ἵδρυσή της ἐπέβαλαν καὶ εἰδικότερα αἴτια, ὅπως ἡ εὐρύτερη ἀναγέννηση τῶν γραμμάτων κατὰ τὸν 19ον αἰώνα, ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ θεολογικῆς καταρτίσεως τοῦ ὀρθόδοξου κλήρου, ἡ τακτικὴ καὶ συστηματικὴ καλλιέργεια τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης, ἡ ἀντιμετώπιση σὲ ἰδεολογικὸ ἐπίπεδο καὶ μὲ αὐστηρὰ ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα καινοφανῶν δυτικῶν ἰδεολογιῶν, ὅπως τοῦ ὑλισμοῦ καὶ κοινωνικό-φιλοσοφικῶν συστημάτων μὲ ἀντιχριστιανικὲς θέσεις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ προσηλυτισμοῦ ποὺ ἄρχισαν νὰ ἀσκοῦν σὲ βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας οἱ δυτικὲς χριστιανικὲς ὁμολογίες. Ἡ ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της (1844) μέχρι σήμερα περιλαμβάνει πέντε περιόδους: τὴν Α´, ἀπὸ τὸ 1844 μέχρι τὸ 1919. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴν ἡ Σχολὴ εἶχε ἑπτὰ τάξεις, τέσσερις γυμνασιακὲς καὶ τρεῖς θεολογικές, μὲ κάποιες περιοδικὲς ἐξαιρέσεις, τὴν Β´, ἀπὸ τὸ 1919 μέχρι τὸ 1923, ὅταν καταργήθηκε τὸ γυμνασιακὸ τμῆμα καὶ ἡ Σχολὴ λειτούργησε ὡς Ἀκαδημία μὲ πέντε τάξεις, τὴν Γ´, ἀπὸ τὸ 1923 μέχρι τὸ 1951, ὅταν ἐπανῆλθε στὸ παλαιὸ ἑπτατάξιο σχῆμα της, τὴν Δ´, ἀπὸ τὸ 1951 μέχρι τὸ 1971, ποὺ ἡ Σχολὴ λειτουργοῦσε μὲ ἑπτὰ τάξεις, τὶς τρεῖς γυμνασιακὲς καὶ τὶς τέσσερις θεολογικές. Τὸ 1971 ἡ Σχολὴ ἔκλεισε, μὲ νόμο τῆς τουρκικῆς κυβερνήσεως ποὺ ἀπαγόρευσε τὴ λειτουργία ἰδιωτικῶν ἀνωτάτων ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων. Τέλος, ἀπὸ τὸ 1971 παρὰ τὶς κατὰ καιροὺς ὑποσχέσεις τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν ἡ Σχολὴ τῆς Χάλκης δὲν λειτουργεῖ. Στὶς ἐγκαταστάσεις της προσέρχονται προσκηνυματικὰ οἱ ὀρθόδοξοι καὶ οἱ φίλοι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῷ πρόσφατα μὲ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κυρίου Βαρθολομαίου διοργανώνονται διεθνῆ Οἰκολογικὰ Συμπόσια καὶ Συνέδρια μὲ ἐκλεκτὲς ξένες συμμετοχές. Ἡ Ἱερὰ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης λειτούργησε βάσει Ἐκπαιδευτικῶν Κανονισμῶν, ποὺ ἐκδόθηκαν κατὰ τὰ ἔτη 1845, 1853, 1857, 1867, 1874, 1898, 1903 καὶ 1951. Ὁ Κανονισμὸς τοῦ 1903 ἐφαρμόζετο συνεχῶς ἀπὸ τὸ 1923 καὶ ἑξῆς μὲ τροποποιήσεις σύμφωνα πρὸς τὸν περὶ Μειονοτικῶν Σχολῶν καὶ τῆς Μέσης Παιδεύσεως Κανονισμὸ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας. Τέλος ὁ Κανονισμὸς τοῦ 1951 εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἐπικυρώθηκε ἀπὸ τὴν τουρκικὴ πολιτεία. Βέβαια γιὰ θέματα ἐσωτερικῆς ζωῆς, σχέσεων, πειθαρχίας καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματος ὑπάρχουν καὶ οἱ εἰδικοὶ ἐσωτερικοὶ κανονισμοί. Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης εἶναι ἱδρυμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἔχει ὡς ἄμεσον προστάτη, ρυθμιστὴ καὶ πνευματικὴ κορυφὴ τὸν ἑκάστοτε Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη καὶ τὴν περὶ αὐτὸν Ἱερὰ Σύνοδο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Εἰδικότερα μὲ τὰ ἀναφερόμενα στὴν Σχολὴ ζητήματα ἀσχολεῖται ἰδιαίτερη ἐπιτροπὴ ἀρχιερέων, ποὺ ὀνομάζεται «Ἐφορία τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης». Ἡ «Ἐφορία» διαθέτει ἰδιαίτερο γραφεῖο στὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἀναφέρεται κανονικῶς στὴν Ἱερὰ Σύνοδο. Τὴν «Ἐφορία» ἀπασχολοῦν ἡ κατάρτιση τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ διορισμὸς τοῦ διδάσκοντος προσωπικοῦ, ἡ πρόσληψη τῶν σπουδαστῶν καὶ ἡ γενικότερη ἐποπτεία τῆς Σχολῆς. Τὴν ἐσωτερικὴ διεύθυνση τῆς Σχολῆς ἀσκεῖ ὁ διευθυντής της, ποὺ ὀνομάζεται «σχολάρχης». «Σχολάρχης» μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ ἀρχιμανδρίτης ἢ συνήθως ἐπίσκοπος ἢ μητροπολίτης. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρόεδρος τοῦ καθηγητικοῦ συλλόγου καὶ θεωρεῖται ἡγούμενος τῆς μοναστικῆς κοινοβιακῆς ἀδελφότητας, ποὺ ἀπαρτίζουν κατὰ ἰδιότυπον τρόπο ὡς ἀδελφοὶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς οἱ σπουδαστές της. Συνεργάτες στὸ ἔργο του ὁ σχολάρχης ἔχει τοὺς καθηγητές, τὸν γραμματέα, τὸν ἐπιστάτη ἢ ἐπιμελητὴ τῶν σπουδαστῶν, τὸν βιβλιοφύλακα, τὸν γραμματέα τῆς διευθύνσεως καὶ τὸν οἰκονόμο. Σχολάρχης συνήθως διορίζεται ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄγαμους κληρικοὺς μέλος τοῦ καθηγητικοῦ συλλόγου. Σχολάρχες, ποὺ διεύθυναν κατὰ τὸν 19ον αἰώνα γιὰ σειρὰν ἐτῶν τὴν Σχολή, ὑπῆρξαν: ὁ Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Κωνσταντῖνος Τυπάλδος (1844-1864) καὶ ὁ Ἀρχιμανδρίτης Γερμανὸς Γρηγορᾶς (1868-69, 1977-97). Οἱ καθηγητὲς ἐκτὸς ἀπὸ τὸ διδακτικό τους ἔργο εἶναι καὶ μέλη διαφόρων συνοδικῶν ἐπιτροπῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Μετέχουν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Σχολῆς σὲ διάφορα διορθόδοξα καὶ διαχριστιανικὰ ἐπιστημονικὰ συνέδρια καὶ καλούμενοι δίνουν διαλέξεις ἢ κάμνουν ὁμιλίες καὶ μαθήματα σὲ ξένα πανεπιστήμια. Κατὰ τὸν ἐσωτερικὸ κανονισμὸ ἡ Σχολὴ ἔναντι τῶν σπουδαστῶν της διατηρεῖ διορθόδοξη μορφὴ μὲ σαφῶς οἰκουμενικὸ χαρακτῆρα. Ἐπειδὴ λειτουργεῖ ὡς μοναστικὴ ἀδελφότητα, προσλαμβάνει ὡς σπουδαστές της μόνον ἄνδρες, λαϊκούς, κληρικοὺς ἢ μοναχοὺς καὶ τελευταία γιὰ μικρὸ διάστημα καὶ ὡς ἀκροατὲς ἐγγάμους. Οἱ σπουδαστὲς φοροῦν μέσα στοὺς χώρους τῆς Σχολῆς ὁμοιόμορφο κοντόρασο μαύρου χρώματος. Ἔχουν περιορισμένες ἐξόδους σὲ ὁρισμένες ἡμέρες καὶ ἂν χρειαστεῖ, γιὰ εἰδικοὺς λόγους περισσότερος χρόνος, ἡ σχολαρχεία χορηγεῖ εἰδικὴ ἄδεια. Ἡ φοίτηση στὴν Σχολὴ εἶναι συνεχῆς καὶ παρέχεται δωρεάν. Σὲ περίπτωση, κατὰ τὴν ὁποία οἱ σπουδαστὲς μὲ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν σπουδῶν τους δὲν χειροτονηθοῦν, ὀφείλουν νὰ καταθέσουν στὴν Σχολὴ χρηματικὴ ἀποζημίωση ἔναντι τῶν ἐξόδων σπουδῶν καὶ διατροφῆς τους. Οἱ σπουδαστὲς εἶτε κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σπουδῶν εἶτε μετὰ τὴν ἀποφοίτησή τους καὶ ἐφόσον ἔχουν τὴν κατάλληλη ἡλικία καὶ τὰ ἀπαιτούμενα κανονικὰ προσόντα εἰσέρχονται στὶς τάξεις τοῦ Κλήρου. Τὸ ποσοστὸ τῶν χειροτονουμένων ἀποφοίτων τῆς Σχολῆς εἶναι ἀρκετὰ ὑψηλὸ καὶ ἐγγίζει τὸ 80%. Κέντρο τῆς ζωῆς τῶν σπουδαστῶν ἀποτελεῖ ἡ ὀρθόδοξη λατρεία καὶ ἡ συμμετοχὴ στὶς λατρευτικὲς συνάξεις τοῦ ναοῦ. Σημαντικὴ βαρύτητα δίδεται στὴ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς καὶ οἱ ἀπόφοιτοι τῆς Σχολῆς διακρίνονται γιὰ τὴν κατάρτισή τους στὸ βυζαντινὸ μέλος.
Τὸ πρόγραμμα τῶν μαθημάτων τοῦ Γυμνασιακοῦ Τμήματος εἶναι παρόμοιο μὲ ἐκεῖνο τῶν κλασικῶν λυκείων, ἐνῷ τοῦ Θεολογικοῦ Τμήματος ἀνάλογο ἐκείνων τῶν Ὀρθοδόξων Θεολογικῶν Σχολῶν ποὺ λειτουργοῦν εἶτε στὴν Ἑλλάδα εἶτε σὲ ἄλλες ὀρθόδοξες χῶρες. Τὰ μαθήματα συνήθως ἐκτείνονται σὲ παραδόσεις ἐτήσιας διάρκειας ποὺ τέμνεται ἰσομερῶς σὲ δύο ἑξάμηνα. Οἱ ἐξετάσεις γίνονται στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου, ἐνῷ ἐνδιάμεσα πραγματοποιοῦνται δοκιμασίες προόδου. Στὸ τέλος τοῦ Δ´ ἔτους σπουδῶν οἱ σπουδαστὲς ὑποβάλλουν ἐναίσιμη πτυχιακὴ διατριβὴ καὶ μετὰ τὴν ἐπιτυχὴ κρίση τους στὸ περιεχόμενό της δίδουν τὶς πτυχιακὲς ἐξετάσεις. Οἱ ἀπόφοιτοι λαμβάνουν τὸν τίτλο τοῦ «διδασκάλου τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Θεολογίας» σὲ ἰδιαίτερη τελετὴ τὴν Α´ Κυριακὴ τοῦ Ἰουλίου κάθε ἔτους, κατὰ τὴ διάρκεια εἰδικῆς ἐκκλησιαστικῆς τελετῆς ποὺ προεξάρχει ὁ Πατριάρχης καὶ περιβάλλεται ἀπὸ τοὺς συνοδικοὺς ἀρχιερεῖς στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Σχολῆς. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν τεσσάρων θεολογικῶν ἐτῶν διδάσκονται τὰ ἑξῆς μαθήματα: Εἰσαγωγὴ στὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, Ἐξηγητικὴ τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, Ἱερὰ Ἐρμηνευτική, Ἱερὰ Κριτική, Ἑβραϊκὴ Ἀρχαιολογία, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Ἱστορία τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, Πατρολογία, Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογία καὶ Χριστιανικὴ Ἀρχιτεκτονική, Δογματική, Συμβολική, Ἀπολογητική, Ἱστορία Δογμάτων, Χριστιανικὴ Ἠθική, Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο, Λειτουργική, Κατηχητική, Ποιμαντική, Ὁμιλητική, Ἐγκυκλοπαιδεία τῆς Θεολογίας, Φιλοσοφικὴ Ἠθική, Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας, Ἱστορία τῶν Θρησκευμάτων, Βυζαντινὴ Μουσικὴ καὶ Ὑγιεινή. Γιὰ τοὺς σπουδαστὲς ποὺ εἶναι τοῦρκοι ὑπήκοοι διδάσκεται τὸ δίωρο καθ᾽ ἑβδομάδα μάθημα τῆς Τουρκικῆς Φιλολογίας. Ἡ βιβλιοθήκη τῆς Σχολῆς, ποὺ θεωρεῖται μία ἀπὸ τὶς πιὸ πλούσιες στὸν κόσμο σὲ παλαιότυπα καὶ σπάνια βιβλία, ἔχει τὴν ἀρχή της στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους, ἀφοῦ πολλὰ ἀπὸ τὰ χειρόγραφά της προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Θεόδωρου Στουδίτη, τοῦ ἱεροῦ Φωτίου καὶ τῆς Αἰκατερίνης τῆς Κομνηνῆς. Κύριος διοργανωτὴς καὶ θεμελιωτὴς τῆς βιβλιοθήκης, πρὶν ἀκόμη ὑπάρξει ἡ Σχολή, ὑπῆρξε ὁ πατριάρχης Μητροφάνης Γ´ (1565-1572 καὶ 1579-1580). Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μεταξὺ ἄλλων δώρισε καὶ 300 σπάνια χειρόγραφα, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα σῴζονται σήμερα στὴν Αἴθουσα Χειρογράφων τῆς Πατριαρχικῆς Βιβλιοθήκης. Ἡ βιβλιοθήκη πλουτίστηκε μὲ διάφορες ἐκδόσεις ἀπὸ δωρεὲς καὶ σημαντικὲς ἀγορές. Κύριος δωρητὴς τῆς ὑπῆρξε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, στὸ ὁποῖο ἀνήκει αὐτὴ ὡς ἡ δευτέρα Πατριαρχικὴ Βιβλιοθήκη, μετὰ ἀπὸ ἐκείνην ποὺ ὑπάρχει αὐτοτελῶς στὸ Φανάρι. Πρὶν ἀπὸ τὴν λειτουργία τῆς Σχολῆς ἡ βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς ἦταν πιθανῶς ἐγκατεστημένη σὲ ἰδιαίτερο χῶρο τοῦ Πατριαρχείου. Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς Σχολῆς ὁ πατριάρχης Γερμανὸς Δ´ κατὰ τὴν δεύτερή του πατριαρχεία (1852-53) καὶ μὲ προσωπικὲς δαπάνες κατασκεύασε διώροφο λιθόκτιστο κτίριο βιβλιοθήκης ποὺ χρησιμοποιήθηκε μέχρι τὸ σεισμὸ τοῦ 1894. Ἀπὸ τὸ 1986 μέχρι τὸ 1927 τὰ βιβλία ἦσαν τοποθετημένα στὴν μεγάλη αἴθουσα τῆς νοτιοδυτικῆς πλευρᾶς τοῦ ἄνω πατώματος τῆς Σχολῆς. Ἀπὸ τὸ 1927 καὶ μετὰ βρίσκονται στὴ σημερινή τους θέση στὸ ὑπόγειο τῆς βόρειας πλευρᾶς τῆς Σχολῆς.
Τμῆμα ὁλόκληρο  μὲ δαπάνη του Κ. Παμούκογλου διασκευάστηκε κατάλληλα ὡς αἴθουσα περιοδικῶν, ἀναγνωστήριο καὶ γραφεῖο τοῦ ὑπευθύνου τῆς λειτουργίας της. Δωρητὲς καὶ εὐεργέτες ὑπῆρξαν, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς προαναφερθέντες, κυρίως οἱ ἀπόφοιτοι τῆς Σχολῆς, πατριάρχες, ἱεράρχες, καὶ ἄλλοι κληρικοί, καθηγητές της, διάφοροι ὁμογενεῖς φιλάνθρωποι, ἀδελφὲς Ἐκκλησίες, φίλες χριστιανικὲς Ἐκκλησίες, ἐκκλησιαστικὰ ἱδρύματα καὶ μεμονωμένα ἄτομα. Ἡ βιβλιοθήκη λειτουργεῖ ὑπὸ τὴν ἐποπτεία τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Βιβλιοθηκῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη τριῶν καθηγητῶν τῆς Σχολῆς, μὲ διευθυντή της τὸν ἑκάστοτε βιβλιοφύλακα. Ἐκτὸς τῆς Μεγάλης αὐτῆς Βιβλιοθήκης ὑπάρχει καὶ ἄλλη, ἡ Μαθητικὴ Βιβλιοθήκη, ποὺ ἱδρύθηκε, συντηρεῖται καὶ διευθύνεται ἀπὸ τὸ 1923 ἀπὸ τοὺς σπουδαστὲς τῆς Σχολῆς, ὑπὸ τὴν ἐποπτεία τοῦ Σχολάρχη.





Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Aναδρομή στον εορτασμό της γεννήσεως του Χριστού

H εορτή των Χριστουγέννων, εορταζόταν στη Ρώμη από το 336 μ.Χ. Στην ανατολική πλευρά της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μία γιορτή που γινόταν στις 6 Ιανουαρίου μνημόνευε την εμφάνιση του Θεού ή του Αγίου Πνεύματος κατά τη γέννηση και τη βάπτιση του Χριστού. Εξαίρεση αποτελούσε η Ιερουσαλήμ όπου εορταζόταν μόνο η γέννηση του Χριστού.
Κατά τον 4ο αιώνα, ο εορτασμός της γέννησης του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου υιοθετήθηκε σταδιακά από τις περισσότερες ανατολικές εκκλησίες. Αντίθετα, η Αρμένικη εκκλησία ποτέ δε δέχτηκε την 25η Δεκεμβρίου ως την ημέρα γέννησης του Χριστού. Ακόμη και σήμερα τα Χριστούγεννα γιορτάζονται στις 6 Ιανουαρίου. Μετά την αποδοχή των Χριστουγέννων στις ανατολικές εκκλησίες, καθιερώθηκε και ο εορτασμός της βάπτισης του Χριστού την Ημέρα των Φώτων (Επιφάνια) στις 6 Ιανουαρίου. Στη Δύση, ωστόσο, τα Επιφάνια ήταν η ημέρα κατά την οποία εορταζόταν η επίσκεψη των Μάγων στο νεογέννητο Ιησού.
Το πιο πιθανό είναι ότι οι πρώτοι Χριστιανοί επέλεξαν αυτή την ημερομηνία για την εορτή των Χριστουγέννων, για να συμπίπτει ο εορτασμός της γέννησης του Χριστού με την ρωμαϊκή γιορτή των γενεθλίων του ήλιου, μία γιορτή που γινόταν για τον εορτασμό του χειμερινού ηλιοστασίου. Στο ρωμαϊκό κόσμο, τα Σατουρνάλια (η γιορτή του Κρόνου) που γιορταζόταν στις 17 Δεκεμβρίου, ήταν η μέρα ανταλλαγής δώρων. Η 25η Δεκεμβρίου, επίσης, θεωρούνταν ως η μέρα γέννησης του θεού Μίθρα. Την ημέρα που άρχισε το νέο ρωμαϊκό έτος (1η Ιανουαρίου), ο κόσμος στόλιζε τα σπίτια του με καλλωπιστικά φυτά και φώτα και έδινε δώρα στα παιδιά και στους φτωχούς. Σε αυτά τα έθιμα προστέθηκαν και τα γερμανικά και κέλτικα τελετουργικά των Χριστουγέννων όταν οι γερμανικές φυλές εισέβαλαν στη Γαλατία, τη Βρετανία και την κεντρική Ευρώπη.
Μέσα στο χώρο της Εκκλησίας ο Ορθόδοξος Χριστιανός ζει το μυστήριο της σαρκώσεως με τις αισθήσεις του, πού μεταμορφώνονται για να γίνουν μέσα επικοινωνίας με το άρρητο. Προσκυνώντας την εικόνα της Γεννήσεως ανταποκρίνεται στο κέλευσμα της ψαλμωδίας «δεύτε ίδωμεν πιστοί» και «βλέπει» με τα μάτια του την θεολογία της σαρκώσεως αισθανόμενος την ευφροσύνη της θείας συγκαταβάσεως και κενώσεως. Το πνευματικό μεγαλείο, το μυστικό βάθος και το αισθητικό κάλλος της Ορθοδόξου τέχνης συνεργούν στη μετοχή του πιστού στο καλοάγγελτο γεγονός της ενανθρώπησης.
Εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών μόνο ο Λουκάς και ο Ματθαίος αρχίζουν τις αφηγήσεις τους από τη Γέννηση του Ιησού. Οι δύο αυτές περιγραφές φέρονται να συμπληρώνουν η μία την άλλη. Ενώ πληρέστερη φέρεται του Λουκά. Από τον συνδυασμό των παραπάνω και άλλων πηγών, το ιστορικό έχει ως εξής:
Επί Ρωμαίου Αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου και Ηγεμόνα Κυρήνιου της Συρίας , διατάχθηκε απογραφή πληθυσμού σε όλη την Αυτοκρατορία. (Λουκάς Β’ 1-3). Άγγελος Κυρίου επισκέφθηκε τον Ιωσήφ και τον ενημέρωσε για την Θεία Γέννηση του Θεανθρώπου εκ της Παρθένου Μαρίας (Ματθαίος Α’ 20). Τότε ο Ιωσήφ παρέλαβε την Μαρία και από την Ναζαρέτ ήλθαν στη Βηθλεέμ (της Ιουδαίας) που Βασιλεύς της περιοχής ήταν ο Ηρώδης ο Μέγας όπου και γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός (Ματθ. Β’ 1, - Λουκ. Β’ 4-7). Άγγελος Κυρίου εμφανίζεται σε ποιμένες αγγέλλοντας το χαρμόσυνο γεγονός ενώ πλήθος αγγέλων ψάλλουν «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. Β’ 8-14). Ενώ συμβαίνουν αυτά άστρο φωτεινό εξ Ανατολής οδηγεί τρεις Μάγους προς τα Ιεροσόλυμα που μετά συνάντηση με τον Βασιλέα Ηρώδη συνεχίζουν και φθάνουν στη Βηθλεέμ όπου μαζί με τους βοσκούς προσκυνούν τον Θεάνθρωπο προσφέροντας Χρυσόν Λίβανο και Σμύρνα. (Ματθ. Β’ 2-12).

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

«ησυχασμός», «ιερή ησυχία».

Υπό του Χατζηστυλιανού Ευστρατίου
Αθήνα 2009

H Θεολογία κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας , συνδέεται στενά με την εκκλησιαστική πνευματικότητα, δηλαδή, με την πνευματική εμπειρία και ζωή της Εκκλησίας. Είναι τόσο ιδιαίτερη η σχέση τους μέσα στην ορθόδοξη παράδοση, που δεν μπορούμε να νοήσουμε τη μία ανεξάρτητα από την άλλη. Η ορθόδοξη θεολογία αποτελεί τη θεωρητική έκφραση της ορθόδοξης πνευματικότητας, όπως ακριβώς και η ορθόδοξη πνευματικότητα, αποτελεί την πρακτική βίωση του περιεχομένου της ορθόδοξης θεολογίας. Αυτή την στενή αλληλένδετη σχέση, Θεολογίας και Πνευματικότητας, που είναι διάχυτη μέσα στην ορθόδοξη παράδοση, τονίζουν οι ησυχαστές Πατέρες, θεωρώντας την πνευματική ζωή ως θεμελιώδη προϋπόθεση της αληθινής θεολογίας.
         Την αφορμή στη έριδα γύρω από τον ησυχασμό, που κλόνισε την σχέση ανάμεσα στην ανατολική και δυτική εκκλησία, την έδωσε ο Έλληνας μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός (από την Καλαβρία της Ιταλίας, 1290-1348).Τα επιχειρήματα του Βαρλαάμ, ως εκφραστής της Δυτικής εκκλησίας, δείχνουν καθαρά ότι η σκέψη του, βρίσκεται κοντά στην ελληνική Φιλοσοφία και θέλει να στηρίζεται, σε φυσικά, λογικά επιχειρήματα. Από την άλλη πλευρά, η ανατολική εκκλησία με κύριο εκφραστή της τον Γρηγόριο Παλαμά, αντλεί τα επιχειρήματά της από τη βυζαντινή παράδοση, η οποία διακρίνει στο Θεό, ουσία και ενέργεια, διαφοροποιεί τη φιλοσοφία από την θεολογία και αποκαλύπτει τη δυνατότητα και τον τρόπο θεώσεως, οριοθετώντας τη σχέση κτιστού και Ακτίστου.
        Ο Ησυχασμός ως όρος, αποτελεί επινόηση της δυτικής Εκκλησίας. Στην Ορθοδοξία δεν χρησιμοποιείτε, αφού δεν πρόκειται περί ησυχαστικού κινήματος, άλλα περί “ιερώς ησυχαζόντων ”. Κατά τα τέλη του 13ου ή τις αρχές του 14ου αιώνα ο μοναχός Γρηγόριος Σιναΐτης εισήγαγε στο Άγιο Όρος την Ησυχία , τον ανώτερο δηλαδή βαθμό της μοναστικής ζωής.
          Ως σύντομη ανάλυση του ησυχασμού, με την πλέον ορθόδοξη προσέγγιση του, προσδιορίζουμε την ύπαρξη των ησυχαστών, οι οποίοι υπήρξαν μοναχοί όπου υποστήριζαν ότι με τη συνεχή νοερή προσευχή, ο κάθε πιστός που έχει αγνή καρδιά μπορεί να έρθει σε κοινωνία με το Άκτιστο Φως του Θεού, το Φως που έλαμψε στο όρος Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Με τη συνεχή καρδιακή προσευχή, με την συγκέντρωση του πνεύματος στην καρδιά και την απομάκρυνσή του από οτιδήποτε δεν έχει σχέση με τον Θεό, οι ησυχαστές καταφέρνουν να δουν το Άκτιστο Φως, ένα δυνατό φως που τους γεμίζει χαρά.
        Οι ησυχαστές στο Άγιο Όρος προχωρώντας λίγο παραπάνω, αναζήτησαν τη Θέωση αφιερώνοντας ψυχή , πνεύμα και σώμα στον Πάνσοφο δημιουργό. Έθεσαν το σώμα τους στη διάθεση της νοερής προσευχής, τοποθετώντας αυτό, σε ορισμένη στάση, κατά την ώρα της προσευχής, η οποία στάση, βοηθούσε να φτάσουν στην εκστατική αγάπη, που με τρόπο άμεσο και όχι προοδευτικό, τους έφερνε στην ποθητή ένωση με το Θεό. Κατά την ιερή διαδικασία, έπρεπε να προσηλώνουν την προσοχή τους προς τη θέση της καρδιάς. Η ένωση με το Θεό, γίνεται όταν το πνεύμα πετύχει να προσελκύσει το νου στο βάθος της καρδιάς, τον στραγγαλίσει, του απαγορεύει τη συνήθη κίνησή του προς τα εξωτερικά αντικείμενα και από την «Βαβυλώνα τον επαναφέρει στη Σιών ». Μόνο η ενέργεια της καρδιάς οδηγεί στην καθαρή αλήθεια, γιατί είναι ενέργεια απλή και καθαρή, χωρίς καμιά μορφή, δώρο της θείας χάριτος. Η κίνηση για το μυστικό έρωτα προς το Θεό, αντί- διανοητική από την αρχή, τονίζει τώρα όλο και περισσότερο το ρόλο της καρδιάς, του αισθήματος. Όλο και περισσότερο, διευρύνεται η περιοχή που άνοιξε η ευαγγελική εντολή για την αγάπη, και πάει να αγκαλιάσει όλη τη ζωή του ανθρώπου. Και, όπως ήταν φυσικό, οι καλύτεροι αποδέκτες του ευαγγελικού κηρύγματος στάθηκαν οι μοναχοί της ορθοδοξίας .
         Αδιάκοπα αντιπαραθέτουν, οι ησυχαστές στο λόγο, τον νου και την καρδιά. Όταν η καρδιά στραγγαλίσει το νου, εξασφαλίζει τη γνώση των αρχών και την ορθή εκτέλεση των θείων εντολών.
Με την επιμονή σ' αυτό το είδος της θεωρίας και της προσευχής οι μοναχοί του Αγίου Όρους φτάνουν να βλέπουν γύρω τους ένα δυνατό φως, που τους πλημμυρίζει με άρρητη χαρά. Το φως αυτό είναι το ίδιο το άκτιστο φως του Θεού, ξεχωριστό από την ουσία του Θεού, με την ίδια φύση, με το φως που θάμπωσε τα μάτια των Αποστόλων στο Όρος Θαβώρ κατά τη μεταμόρφωση του Σωτήρος.
Ο Ησυχασμός αποτελεί συνέχεια θέσεων Ελλήνων Πατέρων της αρχαίας Εκκλησίας, με πρώτο τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη που υποστήριζε την ύπαρξη ενός κρυφού φωτός το οποίο βλέπουν οι άξιοι. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς έλεγε ότι ο φωτισμός επιτυγχάνεται δια της αγνότητας .
Παρόμοιες ιδέες αλλά με διαφορετική ορολογία αναφέρει και ο Μάξιμος. Ο Συμεών ο νέος Θεολόγος δογμάτισε το Θείο Φως: η θεοπτία και η επακόλουθη ένωση με το θείο, είναι πρωταρχικός στόχος για κάθε Χριστιανό, για του οποίου την επίτευξη χρειάζεται συστηματική προεργασία που περιλαμβάνει το βάπτισμα, την ασκητική ζωή, την ειλικρινή μετάνοια και τη συμμετοχή στα Ιερά Μυστήρια .
          Αυτή η διδαχή αποτέλεσε τη βάση των Αγιορειτών Ησυχαστών. Αργότερα, τον 19ο αιώνα, οι κύριοι εκπρόσωποι των Ησυχαστών στην Ορθόδοξη Θεολογία ήταν ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Ευγένιος Βούλγαρης και ο Αθανάσιος Πάριος. Ο Ησυχασμός των μοναχών της ορθοδόξου εκκλησίας, αποτέλεσε την πεμπτουσία της Ιεράς ορθόδοξης παράδοσης, που περικλείει και εκφράζει ο όρος Ορθοδοξία. Έξω από την ησυχαστική παράδοση, που με τόσο κόπο και αγώνα ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς υποστήριξε, η ορθοδοξία χάνει την ταυτότητά της, είναι αδιανόητη, σχεδόν ανύπαρκτη Ο Ησυχασμός νοείται κυρίως ως πορεία προς τη θέωση του ορθόδοξου μοναχού, σε ένα δύσκολο μα συνάμα ξεχωριστά μοναδικό θείο μονοπάτι. Δεν αποτελεί τμήμα της καθημερινότητας του ορθόδοξου Χριστιανού, μιας και η κατάκτηση του, είναι έργο δύσκολο και συνάμα μοναχικό, αλλά η πορεία Θέωση ανθρώπου και άμεσης επικοινωνίας με το θείο, διέρχεται μέσα από τον ησυχασμό. Ως ασκητική θεραπευτική αγωγή, είναι η καρδιά της Ορθοδοξίας από την εποχή των Αποστόλων και εξαπλώθηκε σε όλη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αυτή είναι η υπεύθυνη διαπίστωση του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Στο πλαίσιο της εμψυχωμένης από τον Ησυχασμό παραδόσεως είναι δυνατόν να κατανοηθεί και να ερμηνευτεί έγκυρα η εθνική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική –ακόμη- ιστορία της Ρωμιοσύνης.
            Ο ασκητικός όρος, η «ησυχία» έχει κατεξοχήν υπαρξιακό και βιωματικό περιεχόμενο. Αναφέρεται στην εσωτερική ειρήνη που δύναται να αποκτήσει ο άνθρωπος, μέσα από την θεία χάρη και την προσωπική ασκητική ζωή. Εγκαθίσταται δε σ' αυτόν, όταν δει, και αφαιρέσει το «ειδεχθές προσωπείον» του, που δημιουργήθηκε από την περιπλάνηση του νου . Η ησυχία συνδέεται άρρηκτα με την κάθαρση του νου, την πνευματική εγρήγορση, και την βιωματική εμπειρία όλων εκείνων των καταστάσεων, που πραγματώνονται στη νήψη κατά πνευματικό και ανέκφραστο τρόπο. .Έχει δε εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως πραότητα και αγαλλίαση, τα οποία περιβάλουν έντονα τον μοναχό, που αποκτά αυτόν τον ανώτερο βαθμό της μοναστικής ζωής. Έργο του ησυχαστή είναι να διατηρεί της καρδία και την ψυχή του αμόλυντη διατηρώντας ταυτόχρονα, την πνευματική καθαρότητα και την μυστηριακή ζωή. Με την τήρηση των εντολών αποβάλλει ο ησυχαστής τον νόμο της αμαρτίας και εισάγει στον εαυτό του την εποπτεία του νου. Το θέμα των αισθήσεων που τόσο σημαντικό ρόλο διαδραματίζει στην ησυχαστική ζωή, επικεντρώνεται στην εγκράτεια, ενώ το παθητικό της ψυχής κυριαρχείται από την αγάπη και το λογιστικό από την νήψη .

Η ζωή του ησυχαστή, το Θείο Φώς ως το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα
        Η ζωή του ησυχαστή είναι απλοϊκή, όπως ορίζει άλλωστε ο ορθόδοξος μοναχικός βίος . Δίχως μέριμνες, απαλλαγμένος, το δυνατόν, από κάθε σχέση αποσπάσεως του νου. Με την αδιάλειπτη προσευχή ενώνει το νου του με τον Θεό και συγκεντρωμένος εξολοκλήρου στον εαυτό του, βρίσκει άμεση δίοδο με σκοπό την άνοδο προς τον ουρανό. Προσηλώνοντας το νου του, γεύεται «ανέκφραστη ηδονή», βιώνει τέλεια και γλυκύτατη γαλήνη, και πραγματική ησυχία. Και έτσι, αφού παραδοθεί στον Θεό, βλέπει την δόξα του Θεού και εποπτεύει το θείο φως . Ο απώτερος σκοπός της ησυχαστικής ζωής είναι να γίνει ο άνθρωπος ένα με την Τρισυπόστατη Μονάδα - σύμφωνα με την αρχιερατική προσευχή του Χριστού, όπως δηλαδή εκείνος ήρθε σε κοινωνία και ενότητα με την ανθρώπινη φύση, χωρίς να απομακρυνθεί από την δική του Τριαδική Μονάδα. Για τους παραπάνω λόγους, η ησυχαστική ζωή αξιολογείται ως η υψηλότερη μορφή του ασκητικού βίου, ενώ ο Ησυχασμός ως το ακριβέστερο τμήμα της Εκκλησίας, αφού στο πλαίσιό του βιώνεται κατεξοχήν η κορυφαία πνευματική εμπειρία του άκτιστου φωτός, ως θεοπτία.
Το θείο Φώς
Ο Χριστός κατά την ιστορική παρουσία του στη γη, φανέρωσε στους επίλεκτους των μαθητών του την άκτιστη θεότητα του, με την μεταμόρφωσή του στο Θαβώρ. Αυτή η θεία χάρη μετεπήδησε από την αγιότητα του Χριστού στους εκλεκτούς μαθητές του, και αποτέλεσε τη επαγγελία του Αγίου Πνεύματος, την οποία έλαβε από τον Πατέρα ο Υιός και χάρισε στους πιστούς του. Είναι το Πνεύμα του Χριστού, το Πνεύμα του Θεού, το Πνεύμα το Άγιο. Στο εξής το πνεύμα το Άγιο, η άκτιστη Χάρη υπάρχει αδιαλείπτως στον πιστό και τον καθοδηγεί προς την σωτηρία του κατά ποικίλους τρόπους, ενώ το θείο φως της, λάμπει σ' αυτόν άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο . Το φως αυτό γίνεται θεατό πνευματικά με την νοερά αίσθηση και αποτελεί την αχώριστη δόξα και λαμπρότητα της θείας φύσεως. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναφέρει στο λόγο του , ότι το Θείο Φώς γίνεται αντιληπτό με την νοερά αίσθηση. Είναι δε «ενυπόστατο», δεν έχει δηλαδή δική του υπόσταση, συνεπώς γίνεται λόγος για έλλαμψη υποστατικού φωτός στις ψυχές των πιστών, που ενεργεί σ' αυτές δίχως να χωρίζεται από το Άγιο Πνεύμα.
       Κάθε λοιπόν μοναχός ησυχαστής, αυτό το Θείο φώς αναζητά, για εκείνο μονοπωλεί την σωματική και ψυχική του ύπαρξη, δίχως να προσδοκά κομμάτι από τα εγκόσμια. Πως άλλωστε θα μπορούσε άνθρωπος μετά από αυτό το άμεσο επίπεδο επικοινωνίας με τον πανάγαθο Κτίστη να μπορέσει να βρει νόημα σε οτιδήποτε άλλο ;
         Ο λόγος περί ησυχασμού εκ των πραγμάτων αποτελεί μείζων κεφάλαιο της Ορθοδοξίας, και έχει επεξηγηθεί υπέρλαμπρα, πρωτίστως από Άγιους Πατέρες του δόγματος καθώς και από απλούς Μοναχούς που έχουν βιώσει το «Θείο Φώς». Για ένα κοινό ορθόδοξο Χριστιανό, για έναν ερευνητή όσο και να μυηθεί στη θεία γνώση, αφού η αυτή εμπειρία παραλείπεται, θα αποτελεί μόνο παραλήρημα γνώσης, πιθανόν και ευσεβής πόθος. Η όλη πορεία του ωστόσο ως θεολογικό γεγονός, από τις αρχές του 14ου αιώνα έως και σήμερα και ιδιαίτερα την περίοδο της τουρκοκρατίας και της φραγκοκρατίας μετέπειτα, αποτέλεσε φάρο αληθείας και υπομονής προς το ορθόδοξο δόγμα. Η ησυχαστική παράδοση ενίσχυσε την ευσέβεια, διαμέσου της νοερής προσευχής και προσέδωσε στον ορθόδοξο Χριστιανό, παρόλη την σωματική και πνευματική υποδούλωσή του θεία δύναμη και υπομονή. Και αν ερμηνεύσουμε τα λόγια του Αποστόλου Παύλου «προσεύξομαι τω πνεύματι προσεύξομαι δε και τω νου».. «ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ δε και τω νου» καταλήγουμε στην πλήρη ταύτιση από πλευράς μεθοδολογίας, της αρχαίας χριστιανικής πίστης με την Βυζαντινή παράδοση. Η ταύτιση αυτή αρχίζει και τελειώνει στην «νοερά προσευχή», την καρδιά του ησυχασμού αλλά και όλης της αρχαίας χριστιανικής πίστης.
          Είναι φανερό ότι η φαινομενική πρόοδος την οποία η ορθόδοξη εκκλησία υποχρεώθηκε να ακολουθήσει, οδήγησε στην εγκατάλειψη του Ησυχασμού και στη στροφή στη μεταφυσική θεολόγηση. Μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, ως τελευταίο προπύργιο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και συνεπώς εκφραστής της Ανατολικής ορθοδόξου Χριστιανικής Θρησκείας, απελευθερώθηκε μεν από τη δουλεία της Τουρκίας , αλλά όχι και από εκείνη της Δύσης. «Με την εκδίωξη των ησυχαστών από την ιδεολογία του νεοελληνισμού και την επικράτηση του κοραϊσμού, η κάθαρση αντικαταστάθηκε με την ηθική και ο φωτισμός με την κατήχηση. Έτσι, οι ησυχαστές πνευματικοί Πατέρες αντικατεστάθησαν από «ηθικολογούντες», οργανωτές ηθικών συναντήσεων, που φόρτωσαν τους νέους, με ηθικό και φιλοσοφικό σύστημα. Έτσι, οι βίοι των Αγίων κατάντησαν είδος μυθολογίας» Ο Ησυχασμός εκτοπίσθηκε από τον μεταφυσικό στοχασμό και τον δογματισμό στο χώρο της θεολογήσεως, αλλά και από τον ευσεβισμό στο χώρο της λαϊκής θρησκευτικότητας. Τα μοναστήρια έχασαν, το αληθινό θεραπευτικό νόημά τους, υποκαθιστάμενα από κοσμικά ιεραποστολικά σχήματα, με το αίτημα να μεταβληθούν και αυτά σε κέντρα δράσεως δια κοινωφελείς σκοπούς.
Λόγοι που καθιστούν τον ησυχασμό, θεολογική έριδα μεταξύ των δυο Εκκλησιών
       Τον 14ο αιώνα έλαβε χώρα, η πρώτη σε βάθος αντιπαράθεση, μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, στο χώρο της εκκλησιαστικής-θεολογικής παραδόσεως. Για πρώτη φορά δόθηκε η ευκαιρία, να τεκμηριωθεί η ριζική διαφοροποίησή της ανατολικής και δυτικής εκκλησίας και το ασύμπτωτο μεταξύ τους.
       Η χρονολογική τοποθέτηση των ησυχαστικών ερίδων, δύναται να χωρισθεί σε τρείς φάσεις . Κατά την πρώτη περίοδο (1336-1341), όπου γίνεται αισθητή η φιλοσοφική τοποθέτηση του μοναχού Βαρλαάμ εναντίον του ησυχασμού και των εκφραστών του, την δεύτερη περίοδο (1341-1347), όπου διαμέσου του εμφυλίου πολέμου τοποθετείται η εμφάνιση ενός νέου αντί -ησυχαστή του Γρηγορίου Ακινδύνου και τέλος την τρίτη περίοδο (1347-1368), όπου ο Νικηφόρος Γρηγοράς αναλαμβάνει να πολεμήσει για ακόμη μια φόρα, τον ησυχασμό. Είναι ιστορικά αποδεκτό , ότι και στις τρείς περιόδους των ησυχαστικών ερίδων, σημειώθηκε θρίαμβος των ησυχαστών, με τον πιο πανηγυρικό τρόπο, δικαίωση του Γρηγορίου Παλαμά ,και εδραίωση της «Ιερής Ησυχίας», ως ζωντανή έκφραση και συνέχεια της ορθόδοξης παράδοσης.

Η έριδα μεταξύ ανατολικής και δυτικής εκκλησίας
           Το ζήτημα του ησυχασμού, τοποθετείται αρχικά στο επίκεντρο, από τις παρεμβάσεις του Βαρλαάμ, ενός μοναχού από την Καλαβρία με ελληνική καταγωγή ο οποίος ασπάζεται μεν την Ορθοδοξία, αλλά στην πραγματικότητα φέρει σαν πρόταση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Σε αυτό το σημείο, βρίσκεται η αρχή της σύγχυσης γύρω από την ενόραση του θείου φωτός, τις αντιρρήσεις του Βαρλαάμ γύρω από το θέμα και όλα τα συνεπακόλουθα που χαρακτηρίζουν τις ησυχαστικές έριδες τον δέκατο τέταρτο αιώνα. Ο Αριστοτέλης είχε ασκήσει μοναδική επίδραση στη σκέψη των δυτικών, που από τον 11ο αιώνα άρχισε να διαμορφώνεται φιλοσοφικά και να παρουσιάζει μια στροφή της δυτικής εκκλησίας, προς την αρχαιοελληνική Φιλοσοφία. Η δυτική εκκλησία, είδε τον Αριστοτέλη, ως τον μόνο μεγάλο φιλόσοφο που με απόλυτη μεθοδικότητα, συνέταξε τη δική του φιλοσοφία, τη μόνη αληθινή η οποία ταυτιζότανε κατά τους δυτικούς, με την χριστιανική διδασκαλία. Είναι η φιλοσοφία την οποία και σήμερα αποδέχεται η Καθολική Εκκλησία ως επίσημη χριστιανική φιλοσοφία.
                Το ενδιαφέρον των δυτικών έφερε την εποχή εκείνη, τον Βαρλαάμ στην Κωνσταντινούπολη. Μελέτησε τον Ευκλείδη και έγραψε αριθμητική σε βιβλία. Μελέτησε και έγραψε ενδιαφέρον έργο για τους Στωϊκούς. Η επιρροή της φιλοσοφίας στη σκέψη του, ήταν μεγάλη και έχοντας υπερβολική εμπιστοσύνη στον εαυτό του, δημιούργησε μεγάλο θόρυβο στο Βυζάντιο, όπου επιθυμούσε, να προξενήσει την εντύπωση ότι η σοφία των δυτικών, τους οποίους οι Βυζαντινοί εξακολουθούσαν ακόμη να θεωρούν βαρβάρους, ήταν ανώτερη. Η όλη πορεία του Μοναχού Βαρλαάμ, αντικατοπτρίζει εκτός των πολιτικών και κοινωνικών διαφορών που αρχίζουν να σκιάζουν τις σχέσεις ανατολής και δύσης, την ύπαρξη διαφορετικής θεολογικής γραμμής μεταξύ των πατέρων της ορθόδοξης θεολογίας, με την αντίστοιχη των σχολαστικών της δύσης.

Θεολογικό το ζήτημα μεταξύ ανατολής και δύσης
           Η σύγκρουση και η αναμέτρηση ησυχαστών και αντιησυχαστών κατά το 14 αιώνα, έδωσε μια μοναδική ευκαιρία να αναδυθεί, το ήδη υπάρχον θεολογικό ζήτημα μεταξύ της ανατολικής και δυτικής εκκλησίας, σε ότι αφορά την θεολογική μεθοδολογία. Τα πολλά κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που υπήρχαν εκείνη την εποχή επισκίαζαν το θεολογικό ζήτημα που προϋπήρχε. Ο ησυχασμός αποτέλεσε την αφορμή να έρθει στην επιφάνεια και να διαχωριστεί η διπλή θεολογική μεθοδολογία των πατέρων της ορθόδοξης Εκκλησίας , με την επιστημονική και φιλοσοφική θεολογίας της Δύσης.
           Υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ θεολογίας και επιστήμης. Η θεολογία ασχολείται με τον Θεό, τί είναι ο Θεός και πώς κανείς μπορεί να φθάσει στην κοινωνία μαζί Του, ενώ η επιστήμη ασχολείται με τον κτιστό κόσμο και ενδιαφέρεται κυρίως για την πορεία του κόσμου. Η θεολογία, όσο και η επιστήμη, κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης, ούτε μεταξύ θεολόγων και επιστημόνων. Η σύγκρουση έγινε ιστορικά στην Δύση, όταν ταυτίστηκε η μεταφυσική με την θεολογία. Άλλο είναι το περιεχόμενο της μεταφυσικής, σύμφωνα με την οποία υπάρχει ο αγέννητος κόσμος των ιδεών , από τον οποίο προήλθε ή εκ πτώσεως ή εξ απορροής ο κόσμος, και άλλο είναι το περιεχόμενο της αποκαλυπτικής θεολογίας. Όταν λοιπόν στην Δύση, ταυτίστηκε η μεταφυσική με την θεολογία και όταν μάλιστα η ανάπτυξη των φυσικών επιστημών είχε σαν αποτέλεσμα να κλονισθούν τα θεμέλια της μεταφυσικής, τότε χτυπήθηκε και η θεολογία, που είχε ταυτισθεί με την μεταφυσική.
Η θεολογική πρόταση της Δυτικής εκκλησίας
               Το θεολογικό ατόπημα της Δύσης, την οδήγησε στο συμπέρασμα, ότι η αλήθεια, είτε η ανθρώπινη είτε η θεία, είναι μία και ενιαία. Για αναζήτηση του Θεού, προχωρεί κανείς με την πίστη, μέσω της φιλοσοφίας και της Γραφής, στη λογική σύλληψη της αποκαλύψεως. H προτεραιότητα δίνεται στη διάνοια, όχι μόνο στη φυσική, αλλά και στην υπερφυσική γνώση . Τα λόγια των θεουργών καθώς και η σοφία που περικλείεται σε αυτά, πρωτίστως αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό με εκείνον στον οποίο αποβλέπει η φιλοσοφία, (Η αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία και ιδιαίτερα οι Φιλοσοφικές προσεγγίσεις του Αριστοτέλη) που προέρχεται από τα κοσμικά μαθήματα και είναι η εύρεση της αληθείας. Έτσι, ισχυριζόταν ότι μία είναι η αλήθεια, αφού αυτή η αλήθεια δόθηκε στους Αποστόλους, ενώ εμείς την αποκαλύπτουμε και την διαφυλάττουμε με επιμέλεια.
Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη κάλυψε τα Θεολογικά κενά των Δυτικών και από την άλλη πλευρά, η Χαρισματική Θεολογία η καρδία της ορθόδοξης θεολογίας, αποτέλεσε για την δυτική εκκλησία, πνευματική θεολογία στηριγμένη στην απλή ορθόδοξη Μοναχική ζωή .

Το περιεχόμενο της ορθοδόξου πίστεως, η διπλή θεολογική γραμμή των ορθοδόξων πατέρων
           Η θέση των πατέρων της ορθόδοξης Θεολογίας είναι διπλή μεν, αλλά ξεκάθαρη και σαν θεολογικό σκοπό έχει την θεογνωσία. Αποτελείται από δύο κατευθύνσεις, παράλληλες και λειτουργικά συνδεδεμένες μεταξύ τους, που δεν εκτρέπονται από την κοινή οδό της αλήθειας. Την χαρισματική θεολογία και την επιστήμη . Οι δύο αυτές θεολογίες από κοινού, ερμηνεύουν και αναφέρονται, στη βασική διάκριση κτιστού και άκτιστου. Το κτιστό αφορά στην επιστημονική θεολογία και το άκτιστο, στη χαρισματική.
              Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως την εκφράζουν οι Άγιοι Πατέρες , βλέπουμε ότι άλλο είναι το περιεχόμενο της θεολογίας και άλλο της επιστήμης. Η θεολογία ομιλεί για τον Θεό, ( δημιουργός του κόσμου είναι ο Θεός), για την πτώση και ασθένεια της ανθρώπινης προσωπικότητας και για την θεραπεία της, ώστε να φθάσει ο άνθρωπος σε κοινωνία με τον Θεό. Η επιστήμη ασχολείται με το επιστητό, για εκείνα που ελέγχουν οι αισθήσεις και προσπαθεί να κάνει την ζωή του ανθρώπου υποφερτή μέσα στην πτωτική κατάστασή του. Η θεολογία αποκτά κοσμικό χαρακτήρα, όταν χάνει τον εσχατολογικό της προσανατολισμό, όταν αποβάλει την ουσία της, που είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Επίσης, η θεολογία αποκτά κοσμικό χαρακτήρα, όταν διακατέχεται από το άγχος και την ανασφάλεια μπροστά στα επιστημονικά επιτεύγματα ή όταν ακόμη χρησιμοποιεί την μεθοδολογία της επιστήμης για να ερμηνεύσει την χαρισματική θεολογία.
Τα επιτεύγματα της επιστήμης ανήκουν στον άνθρωπο και αυτός οφείλει να τα χρησιμοποιεί. Η επιστήμη της θεολογίας δύναται να χρησιμοποιεί αυτά τα επιτεύγματα προς μελέτη και έρευνα. Η χαρισματική θεολογία ουδόλως επηρεάζεται από αυτά. Αυτή τη λεπτή γραμμή διαχωρισμού των δύο παράλληλων θεολογικών γραμμών, της χαρισματικής θεολογίας και της επιστήμης της θεολογίας κατάφερε και έφερε στην επιφάνεια, η σύγκρουση και η αναμέτρηση ησυχαστών και αντιησυχαστών .
Η θεολογική πορεία του Μοναχού Βαρλαάμ από την ανατολή στη δύση
Ο μοναχός Βαρλαάμ, εμφανιζόταν ως γνώστης της ανατολικής και της δυτικής εκκλησίας. Λίγο η ελληνική του καταγωγή, αλλά και η επιθυμία του να εμβαθύνει στην Αριστοτελική και πλατωνική φιλοσοφία, έχοντας αποκτήσει την έδρα της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Βασιλεύουσας, έφτασε στο σημείο να αποτελεί αντιπρόσωπο των ορθοδόξων σε διαπραγματεύσεις για την ένωση των δύο εκκλησιών. Η θεολογική προσέγγιση ενός τόσο σημαντικού θεολογικού πεπραγμένου όπως « Το δόγμα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος» η οποία προσέγγιση του κατέληγε, πιθανότατα λόγω θεολογικής κενότητας, που ακολουθούσε η διαλεκτική μέθοδος του, στο συμπέρασμα ότι η διαφορά λατίνων και ορθοδόξων είναι «μη ουσιώδης», αποδεικνύει ότι ο ρόλος του, στα θεολογικά πεπραγμένα της εποχής, μάλλον καιροσκοπικός ήταν, παρά θεόπνευστος. Η μακρά σύγκρουση του με τον Γρηγόριο Παλαμά, έχει να κάνει με την «διαλεκτική μέθοδο» με την οποία αντιμετώπιζε όλα τα θεολογικά θέματα. Η αποκάλυψη του Θεού «εν πνεύματι αγίω» στην εκκλησία και η σαφήνεια του δόγματος όπως υποστηρίζει ο Παλαμάς δεν άφησε κανένα περιθώριο στο Μοναχό Βαρλαάμ και στην διαλεκτική του μέθοδο, να παραμείνει εντός του ορθοδόξου δόγματος.

Η ερμηνεία της θείας παρουσίας στον άνθρωπο
Πέραν της ξεκάθαρης διαφοροποίησης, ανατολικών και δυτικών, στο θέμα της «αποδεικτικής» και «διαλεκτικής» γνώσης του Θεού, ο ησυχασμός ως έριδα μεταξύ των παραπάνω, έφερε στην επιφάνεια την δογματική διαφορετικότητα, που αφορά στην ερμηνεία της θεϊκής παρουσίας, στον άνθρωπο.
Η γνώση που αποκτά ο άνθρωπος, ως κτίσμα του θεού, κατά τους πατερικούς συγγραφείς, αποτελεί μια αλληλουχία από αλλεπάλληλες επιδράσεις του Θεού στον άνθρωπο, υπό μορφή θείας φώτισης, έως όταν επισέλθει η «κτιστή κατάσταση γνώσεως». Η πίστη λοιπόν του κτίσματος προς τον δημιουργό θεό του, λειτουργεί ως αίτιο και δημιουργεί το αποτέλεσμα της «γνώσης». Ζωντανό παράδειγμα αυτού, η επιφοίτηση του Αγίου πνεύματος στους απλούς και σχετικά ολιγογράμματους μαθητές Του. Η αντιπαράθεση του Παλαμά με τον Βαρλαάμ και συνεπώς με την δυτική εκκλησία, με αφορμή την έριδα του ησυχασμού, κοινοποιεί την θέση των σχολαστικών δυτικών, στα περί της «γνώσης» και φανερώνει αντί διαμετρική άποψη, ότι δηλαδή, κατά πρώτον, ο άνθρωπος έρχεται στην «κτιστή κατάσταση γνώσεως», μέσα από την απόκτηση της «γνώσεως» κάτω από προϋποθέσεις δηλαδή επισέρχεται ο φωτισμός της θείας χάριτος. Η θέση αυτή των δυτικών, επιτακτικά οδηγεί στην αντίληψη ότι η ανθρώπινη γνώση, βασίζεται στην αντίληψη, διαμέσου των αισθήσεων. Αδιαφορώντας για τις συνέπειες της θεωρίας αυτής και χωρίς να μπορεί να διακόψει την διαλογική πορεία, ο Βαρλαάμ αποποιείται την «πέρα από την φύση» μορφή της χριστιανικής εμπειρίας, κινδυνεύοντας να ταυτιστεί με τις αρχαιοελληνικές φιλοσοφικές απόψεις, περί κτιστού και κοσμογονίας και προσεγγίζει απίστευτα επικίνδυνα την «εις άτοπον απαγωγής μεθοδολογία» της αρνητικής θεολογίας των Ελλήνων Πατέρων. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι ο ίδιος ο Βαρλαάμ αυτοαναιρείται, δεδομένου ότι αρχικά συμφωνεί με την υπερβατικότητα του Θεού , καταλήγει, την ανέκφραστη και ακατάληπτη μορφή του Θείου, να την αναζητά σε αριστοτελικές περίτεχνες φιλοσοφικές προσεγγίσεις, όπου κυριαρχεί η αντίληψη των αισθήσεων.

Η καλλιέργεια της έριδας, μεταξύ των δυο εκκλησιών
Οι δύο θρησκευτικές οντότητες, Παλαμάς και Βαρλαάμ, πρωταγωνίστησαν, καθ΄ όλη την διάρκεια της κύριας φάσης της έριδας, μεταξύ ανατολής και δύσης. Από το 1337 μ.Χ. όπου ξεκινάει η αναμέτρησή τους, με μορφή αλληλογραφίας, γίνεται αντιληπτό, ότι και οι δύο αναγνωρίζουν την αυθεντία της χριστιανικής αποκάλυψης, ωστόσο, η ουσιαστική διαφοροποίησή τους, επικεντρώνεται στο πρόβλημα της «αποδεικτικής» ή «διαλεκτικής» γνώσης του Θεού. Στοιχεία της διαμάχης που μάλλον καλλιεργούσαν παρά εκτόνωναν την έριδα, αποτελούν τα ατυχή και παράπλευρα σχόλια, του Βαρλαάμ εναντίον των ησυχαστών, ως ομφαλοσκόπους, και Βογόμιλους (Μεσσαλιανούς). Είναι εμφανής η διαφορά στην ποιότητα θεογνωσίας και στην «χριστώ ζωή» ανάμεσα στους δυο άνδρες, από το γεγονός ότι ενώ ο Βαρλαάμ χρησιμοποιεί ανεξέλεγκτα, μειωτικές και απαξιωτικές έννοιες για να χαρακτηρίσει τους ησυχαστές, ο Παλαμάς απορρίπτει τις δογματικές θέσεις των αιρετικών, αφοσιωμένος στο ορθόδοξο δόγμα χωρίς πνεύμα πόλωσης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εμπειρία της Χριστιανικής ζωής, χωρίς να οικειοποιείται την «Ιερά ησυχία» σαν να ήταν ατομικά δική του. Στη δε συγγραφική του πορεία, αντιμετωπίζει και εξετάζει τις απόψεις του Βαρλαάμ κρίνει με βάση τις γραφές αυτές και μόνο αυτές, και αποφεύγει περίτεχνα, την κατά μέτωπο προσωπική επίθεση στο όνομα Βαρλαάμ, το οποίο δεν μνημονεύεται καν στην πρώτη Τριάδα.

Επικριτές του ησυχασμού, εντός του ορθοδόξου δόγματος (νεότερης περιόδου)
‘Έχοντας πλήρη συναίσθηση της κρισιμότητας του θέματος, καθώς και τα επικίνδυνα θεολογικά ατοπήματα που μπορεί κανείς να οδηγηθεί, αναλύοντας τις θέσεις του ησυχασμού και των εκφραστών του, ιδιαίτερα του Γρηγορίου Παλαμά,, θα κάνω μια απλή αναφορά των θέσεων που δημιουργήθηκαν στην μετά – Παλαμική εποχή, ιδιαίτερα στα τέλη του 18ου έως αρχές του 21ου αιώνα, από μεγάλους μελετητές – ερμηνευτές των πατερικών γραφών, οι οποίες θέσεις οδήγησαν στην κατάχρηση της διδασκαλίας του Παλαμά.
Η κατάχρηση αυτή πραγματοποιήθηκε, όχι από αντί- παλαμική θεολογική συνείδηση, αλλά από μία προσπάθεια ορθοδόξων θεολόγων, να αντιμετωπίσουν με επίκαιρα σχήματα και ορολογίες, την σύγχρονη θεολογική σκέψη της δύσης. Ο αείμνηστος Π. Τρεμπέλας, με το μακράν πολύτιμο συγγραφικό έργο του, δεν θεμελιώνει τη δογματική θεολογία πάνω στα «έργα» και στο «βίο», στην εμπειρία ζωής της εκκλησίας, με αποτέλεσμα να κλονίζει τα θεολογικά δρώμενα, να διχάζει την θεολογική κοινότητα, και να απαξιώνει συγγραφείς της νηπτικής παραδόσεως. Εύστοχα όμως τα έργα τους βρίσκουν αντίκρουση , καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι καμία ανάγκη δεν υπάρχει, ο θεολόγος να ξεκινάει από τις κοινές θεολογικές έννοιες και τους συλλογισμούς προσπαθώντας να δώσει «νέο-προοδευτικές ερμηνείες» δεδομένου ότι αποτελούν πραγματείες, δογματικά θεμελιωμένες, που πρέπει να παραμένουν απαρασάλευτες.
Από τα τέλη του 18ου αιώνα έως και σήμερα, παρουσιάστηκαν κατά καιρούς μελέτες και ερμηνείες που αναφέρουν την θεολογία του Παλαμά ως έκφραση ενός διαβρωτικού διπολισμού , μεταξύ της ορθοδόξου εκκλησίας και του κόσμου (υποσύνολο της εκκλησίας). Πολλές φορές μάλιστα το «μη κατανοητό», το απόμακρο, το αποκομμένο του μοναχισμού, δίνει τροφή για σχόλια και ταύτιση του με τον μυστικισμό, και απαξιωτικό χαρακτήρα έναντι του λαού. Το μη παράδοξο και καθ όλα σύννομο , με την «ομοιογεννή παγκοσμιοποίηση» κατάργηση του «άβατου» και εκμηδένιση των «ησυχαστικώς πεπραγμένων», ζήτημα που θέτουν ομόδοξοι, νέο μελετητές του ελληνικού πολιτισμού δείχνει ξεκάθαρα, μια προσπάθεια απαξίωσης όσο του ησυχασμού τόσο και του μοναχισμού σε όλες τις μορφές του, ενώ καλλιεργεί ταυτόχρονα έναν εκμοντερνισμό, σύννομο της δυτικής εκκλησίας που φανερώνει, έλλειψη αυτοσυνειδησίας του εκκλησιαστικού σώματος και θεολογική άγνοια τόσο επιστημονική, όσο και χαρισματική. Η «ιερά ησυχία» δεν αποτελεί για τον ορθόδοξο, ούτε συνθηκολόγηση της ψυχής με τον μαρασμό, ούτε και αποξένωση από την ανθρώπινη υλική κατάσταση. Απεναντίας « ο περιβαλλόμενος της ιερής ησυχίας», με καρδιά γεμάτη αγάπη και καθαρή ψυχή ενώνει πνεύμα, ψυχή και σώμα, σε μία άκρως λαμπρή προσπάθεια, άμεσης επαφής με τον Θεό δημιουργό του, αποποιείται την φυλακή των υλικών βασάνων ενδύεται το μανδύα της θείας σοφίας και αποκομμένος από κάθε τι «βασανιστικό» προσηλώνεται στον επιδιωκόμενο θείο σκοπό.



Οι συνέπειες των θεολογικών ερίδων, μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Είναι βέβαιο, ότι oι συνέπειες των θεολογικών ερίδων μεταξύ Ανατολής και Δύσης ήταν πολλές. Το περιεχόμενο αυτών άλλοτε γεωπολιτικό, πολλές φορές κοινωνικό, ιδιαίτερα όμως θεολογικό.

Ο θεολογικός χαρακτήρας των συνεπειών
Οι ανατολικοί και δυτικοί θεολόγοι συγκρούονταν με το θέμα του «Filioque», από τον 9ο ως τον 11ο αιώνα, επισημαίνοντας την μεταξύ των δύο Εκκλησιών ότι υπάρχει θεολογική αντίθεση. Τον 14ο αιώνα για πρώτη φορά δόθηκε η ευκαιρία, με την παρουσία ενός αυθεντικού «δυτικού» θεολόγου στην Ανατολή, του Βαρλαάμ, να αναδυθούν oι θεολογικές προϋποθέσεις Ανατολής και Δύσεως και να διαπιστωθεί η ριζική διαφοροποίηση της μιας από την άλλη και το ασύμπτωτο μεταξύ τους. Η δυτική θεολογία και ο προερχόμενος από αυτήν ευρωπαϊκός πολιτισμός, αποδεικνύονταν απότοκα μιας αλλοτριωμένης Χριστιανοσύνης, διαφορετικής από εκείνη που δίδαξαν με περίσσια πίστη, οι ορθόδοξοι Άγιοι πατέρες.
Η Δύση είχε διαμορφώσει, έναν άλλο «χριστιανισμό», απόλυτα ασύμπτωτο με εκείνον της Ανατολής. Η «Ιερή Ησυχία» αποκάλυψε τη διαφορά της Ορθοδοξίας από τη Δύση και τους σχολαστικούς, στη θρησκευτική πεποίθηση.
Oι ησυχαστές του 14ου αιώνα, με πρωτοπόρο τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, απέδειξαν την αδιάσπαστη πνευματική συνέχεια του Βυζαντίου. Ο Παλαμάς επαναδιατύπωσε την ορθόδοξη παράδοση, φανερώνοντας την διπλή θεολογική μεθοδολογία της ορθόδοξης εκκλησίας. Η θεολογική διαμάχη απέδειξε προ πάντων, αυτό που και σήμερα γίνεται καθολικά πια δεκτό, ότι δηλαδή ο ησυχασμός δεν συνιστούσε καινοτομία, όπως φανταζόταν ο ανυποψίαστος Βαρλαάμ. Ακόμη και οι Σχολαστικοί του «Βυζαντίου», που για διάφορους λόγους συντάχθηκαν μαζί του, δεν αμφισβήτησαν τον ησυχασμό. Δεν αμφισβήτησαν ποτέ τη μέθοδό του, αλλά διαφωνούσαν μόνο για τις συνέπειές της, δηλαδή «ως προς την θεολογική αξιολόγηση των καρπών» της. Η αντίθεση κάποιων επισκόπων κατά των ησυχαστών ερμηνεύεται, με αρκετή δόση αληθείας, ως έκφραση φόβου αυξήσεως του κύρους των μοναχών, που έδειχνε να απειλεί «τους έχοντες την πρωτοκαθεδρία»

Συνέπειες εκτός θεολογικού χαρακτήρα.
Ο ησυχασμός είχε για το Βυζάντιο, όχι μόνο θρησκευτική ή πολιτική, αλλά και πολιτιστική σημασία, διότι καθόρισε την περαιτέρω στάση όχι μόνο έναντι της Δύσεως, αλλά και της ελληνικής αρχαιότητας. Η Δύση, όχι μόνο δεν ήταν πια ομόψυχη της Ανατολής, αλλά συνέχιζε να απειλεί, πέρα από την πνευματική, και την πολιτιστική απόστασή της. Από την άλλη πλευρά, η ελληνικότητα, που ενσάρκωναν οι σχολαστικοί του «Βυζαντίου», διαφοροποιόταν από την ελληνικότητα, όπως αφομοιώθηκε μέσα στην πατερική παράδοση, που δεν συνιστά απλή συνέχεια της Ελληνικής αρχαιότητας, αλλά υπέρβασή της, στη νέα σύνθεση του..Βυζαντινού.πολιτισμού.
Η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε αρχίσει να συρρικνώνεται εδαφικά, να αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο και μένει αθωράκιστη στις επεκτατικές διαθέσεις των γειτόνων, και κυρίως των Οθωμανών. Το 1354 οι Τούρκοι θα καταλάβουν την Καλλίπολη, πατώντας σταθερά στην ευρωπαϊκή πλευρά της αυτοκρατορίας. Το κίνημα των ζηλωτών δε μπόρεσε να θεραπεύσει την κοινωνική δυσλειτουργία και να καταλύσει την οικονομική ανισότητα. Η αυτοκρατορία βάδιζε προς τη δύση της. Το 1402 θα περιορισθεί εδαφικά στην Πόλη, τη Θάσο, τη Σαμοθράκη,.τη.Λήμνο,.την.Τένεδο.και.το..Μυστρά .
Ο ησυχασμός αποδείχθηκε η μεγαλύτερη πνευματική δύναμη για την επιβίωση του Γένους. Το Βυζάντιο πολιτικά προχωρούσε στην πτώση, πνευματικά όμως παρέμενε ακμαίο και αδούλωτο. Μετά την άλωση θα θιγεί μόνο το πολιτικό μέρος της ζωής του Γένους, όχι όμως και το πνευματικό. Η ορθόδοξη Ανατολή του 14ου αιώνα απέρριψε τον Βαρλαάμ και τον ανάγκασε να φύγει, απορρίπτοντας την σχολαστική θεωρεία του.
Ενώ οι εμφύλιοι σπαραγμοί, oι κοινωνικές ανισότητες και oι εχθρικές προσβολές θα εξασθενίσουν προοδευτικά την ήδη παρηκμασμένη αυτοκρατορία, οι πνευματικές δυνάμεις, μέσα στην πατερική ησυχαστική παράδοση, θα αποτρέψουν τον κίνδυνο να μεταβληθεί το Βυζάντιο σε προτεκτοράτο της πλούσιας Δύσης, αλλά παράλληλα θα διασώσουν την Θεολογική ταυτότητα τους, ώστε να υποδουλωθεί μόνο σωματικά από την οθωμανική βαρβαρότητα. Σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς δουλείας τα μοναστήρια με την ησυχαστική παράδοσή τους, θα διατηρήσουν την ορθόδοξη πίστη ισχυρή και αναλλοίωτη.
H δύση, στο όνομα της προοδευτικότητας, προσπάθησε να αποτάξει τον μανδύα της προσήλωσης στο αρχαίο χριστιανικό δόγμα, ως κάτι το αναχρονιστικό, που οδηγεί στην απολίθωση και στείρωση του πολιτισμού, με αποτέλεσμα να δώσει έμφαση στη φιλοσοφική έννοια της «γνώσης» αγνοώντας πλήρως τη θεολογική διάσταση της «εν Χριστώ» ζωής, που παραθέτει ως σανίδα σωτηρίας το Ιερό ευαγγέλιο .Σ΄ εκείνη τη δύνη της ισχυρής δυτικής ευρωπαϊκής εκπολιτιστικής επίδρασης, συνεπλάκη ο ησυχασμός και αποτέλεσε έριδα μεταξύ των δυο εκκλησιών, αλλά και ξεκαθάρισμα στο θολό τοπίο των θεολογικών θέσεων που διατηρεί η δυτική εκκλησία.
Συμπερασματικά από τις θέσεις της ορθοδόξου εκκλησίας που ήρθαν στην επιφάνεια μετά την έριδα του ησυχασμού, προκύπτει ότι, υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ Θεού και κτίσματος, αφού καμία ομοιότητα δεν υπάρχει μεταξύ άκτιστου και κτιστής φύσεως. Η «περί του Θεού αλήθεια» καθώς και η «περί της φύσεως του σύμπαντος αλήθεια» δεν ταυτίζονται, αν και η μία εξαρτάται από την άλλη, δεν μπορεί να ταυτισθεί η θεολογία με την επιστήμη. Ο θεολόγος και ο επιστήμονας έχουν διαφορετική γνώση. Ο πρώτος γνωρίζει τον Θεό, ενώ ο δεύτερος, ερευνά τα κτίσματα. Ο φιλόσοφος και ο επιστήμονας, επειδή ερευνούν τον κόσμο μέσα από την επιστημονική μέθοδο και την φιλοσοφική προσέγγιση , δεν μπορούν να έχουν την ίδια γνώση για τον Θεό που έχουν οι Προφήτες, οι Απόστολοι και οι άγιοι, συνεπώς, η φιλοσοφία καθώς και η διαλεκτική μέθοδος των δυτικών μειώνουν την αυθεντία των πατέρων και το κύρος των οικουμενικών συνόδων και δεν έχουν θέση, στο ορθόδοξο δόγμα.
Ο θεολόγος μπορεί να έχει γνώση του επιστητού, να γίνει επιστήμονας μέσα από την γνώση της επιστήμης και όχι μέσα από την θεοπτία, όπως και ο επιστήμονας μπορεί να αποκτήσει γνώση του Θεού, όχι μέσα από την επιστήμη του, αλλά μέσα από την ορθόδοξη μέθοδο της θεογνωσίας που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, υπήρξαν θεολόγοι μέσα από την εμπειρία της αποκαλύψεως και ακόμη έγιναν και επιστήμονες μέσα από την μελέτη και την επιμελή σπουδή της ανθρώπινης επιστήμης. Γι’ αυτό και είναι ολοκληρωμένοι.
Η εποχή μας έχει ένα σημαντικό κοινό με τον «βυζαντινό» 14ο αιώνα και την εποχή πριν από την άλωση: την τραγική σύγχυση και αδρανοποίηση των παραδοσιακών μας κριτηρίων. Η ησυχαστική παράδοση, ιδιαίτερα αναγκαία σήμερα, προκειμένου να μην φτάσουμε στην επιβεβαίωση του Σανταγίανα ότι «Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Adam Drozdek /Greek philosophers as theologians,( ashgate 2001)
Ἀναστασίου Ι., Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, .Τόμ. Β΄ (Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Παρατηρητής, 1987)
Βλάχου Ιερόθεου Μητροπολίτης Ναυπάκτου, Μεταξύ δύο αιώνων ( Εκδόσεις Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου,1988)
Γιανναρᾶ, Χ ,Ορθοδοξία και δύση στη νεότερη Ελλάδα (Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Ἴκαρος)
Εὐδοκίμωφ Π., Ἡ Ὀρθοδοξία, (Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Ρηγόπουλος 1965)
Καμπερίδη Λάμπρου, Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Ησυχασμός και Σουφισμός (5 Μαΐου 2007)
Λάππα Βανέσας Α. / μετ." Η Πόλις Εάλω" Α. Α. Λιβάνη. (Έτος Έκδοσης : 1993)
Μαρτζέλου, Ουσία και ενέργειαι του Θεού κατά τον Μέγαν Βασίλειον/ Ιστορικοδογματικήν διερεύνησιν της περί ουσίας και ενεργειών του Θεού διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας,( Θεσσαλονίκη 1993)
Μαρτίνου Αθανάσιου/ Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια /Μοναχισμός/Ιερ. Κοτσώνης (Αθήνα1962-1968)
Ματσούκα Ν., «Ἡ διπλή θεολογικὴ μεθοδολογία τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ», στό Πρακτικὰ θεολογικοῦ συνεδρίου εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἐν Ἀγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ, (12-14 Νοεμβρίου 1984), (Θεσσαλονίκη: Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, 1986)
Ματσούκα Ν. Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ θεολογία, Τόμ. Α΄ (Θεσσαλονίκη: Ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶς 1988)
Μεγιέντορφ Ι. Ἡ Βυζαντινὴ κληρονομιὰ στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησία (Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Ἁρμός 1990)
Μεταλληνού Γεώργιου Ελληνισμός Μαχόμενος, (Eκδόσεις Τήνος, Αθήνα 1995)
Πορτελάνου Στ., «Τό σχίσμα Ρώμης-Κων/πολης καὶ ἡ πολεμικὴ ἀντιπαράθεση ὀρθοδοξίας καὶ Ρωμαιοκαθολικισμού»,στό Ἡ Ὀρθοδοξία ὡς κληρονομιά. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἐπιμ. Μ. Μπέγζος, κ.ἅ., Τόμ. Β΄ (Πάτρα, Ἐκδόσεις Ε.Α.Π 2002)
Ράγκου, Σπ. «Ἡ συνάντηση τοῦ ἐλληνισμοῦ μὲ τὸν χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸν πρῶτο ἕως τὸν τέταρτο αἰῶνα», στὸ Ἡ Ὀρθοδοξία ὡς κληρονομιὰ : Οἱ πρῶτες ἱστορικὲς καταβολὲς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἐπιμ. ἔκδ. Δ. Μόσχος, καὶ Σ. Ράγκος,
Ρωμανίδου Σ. Ιωάννου , Πατερική Θεολογία (εκδόσεις παρακαταθήκη Θεσσαλονίκη 2004)
Σταμούλη Χρ., Ἄσκηση αὐτοσυνειδησίας (Θεσσαλονίκη: Ἐκδόσεις Τὸ Παλίμψηστον, 2004)
Σκαλτσά Ι. Κων/νου , Θεωρία & Κείμενα Δικαίου (Εκδόσεις ΔΕΚ/ΓΕΣ, 1985)
Τατάκη Β., Ἡ ἑλληνικὴ καὶ πατερικὴ βυζαντινὴ φιλοσοφία (Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Ἁρμός, 2000)
Φλορόφσκυ Γεώργιου (Георгий Васильевич Флоровский), Οι Βυζαντινοί Πατέρες του 5ου αιώνα, (Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1992)
Χρήστου Π., Ἐκκλησιαστικὴ Γραμματολογία (Θεσσλονίκη: Ἐκδόσεις Κυρομάνος 2002)
Χριστοφορίδη Β., Οἱ ἡσυχαστικὲς ἔριδες κατὰ τὸν ΙΔ αἰῶνα (Θεσσαλονίκη: Ἐκδόσεις Ἐπίκεντρο, 2005)